Από τις κοινωνικές τάξεις στις στρατηγικές ταυτότητας

Σχόλιο ιστολογίου: Ένα εξαιρετικό άρθρο που ενώ παράλληλα ασκεί κριτική στις θέσεις περί ”άυλου καπιταλισμού” και απομάκρυνσης από τις τάξεις σαν εννοιολογικό εργαλείο, ανιχνεύει και τους λόγους ανόδου αυτών των θεωρήσεων και πρακτικών. Βασικό ρόλο έπαιξε η ιδεολογική ηγεμονία μεσαίων στρωμάτων που πρόβαλλαν την δική τους κοινωνικο-ταξική κατάσταση σαν καθολικά ισχύουσα, και εκλαμβάναν τις μεταμοντέρνες ατομικιστικές-ευδαιμονιστικές αξίες στις οποίες γαλουχήθηκαν, ή με τις οποίες γοητέυτηκαν, σαν ανατρεπτικές. Όμως αυτή η μετατόπιση στην ιδεολογία αφορούσε μια αναδιάρθρωση που πρόσθεσε πιο ευέλικτα, ”μεταφορντικά”, στοιχεία στην βάση της παραγωγής και την μεταπολεμική οικονομική ανάπτυξη που γύρευε νέες κοινωνικές σφαίρες και αιτήματα να υπαγάγει στο κεφάλαιο.

Πηγή: Θέσεις

Τεύχος 79, περίοδος: Απρίλιος – Ιούνιος 2002

ΑΠΟ ΤΙΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΤΑΞΕΙΣ ΣΤΙΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΕΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ.  ΑΝΑΔΙΑΡΘΡΩΣΗ ΤΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΚΑΙ ΝΕΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΚΙΝΗΜΑΤΑ
του Θανάση Αλεξίου

Εισαγωγή

Σύμφωνα με μια νατουραλιστική προσέγγιση της εργασίας, η αξία δεν παράγεται πλέον από την εργασία αλλά από τις υπηρεσίες, τις γνώσεις και τις πληροφορίες (“μεταβιομηχανική κοινωνία”, “κοινωνία της γνώσης” κ.ο.κ.). Καθώς μάλιστα η εργασία προσέλαβε τη μορφή της επικοινωνίας και της διάδρασης (“άυλη εργασία”) –στοιχεία που εμπεριέχονται στην ιδιωτική σφαίρα του ατόμου–, η σύγκρουση μετατοπίζεται από τη σφαίρα παραγωγής στην ιδιωτική σφαίρα (σφαίρα αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης). Συνεπώς αξίες που εντοπίζονται στην κοινωνικό-πολιτισμική σφαίρα αναδεικνύονται σε διακύβευμα, καθώς απειλούνται από τα πραγμοποιημένα συστήματα (κεφάλαιο, κράτος κ.λπ.). Η προάσπιση βιόκοσμων, ο σεβασμός της ετερότητας και της ταυτότητας αναδεικνύονται σε κεντρικό πεδίο σύγκρουσης. Οι κοινότητες συμφερόντων δεν αρθρώνονται πλέον, σύμφωνα μ’ αυτές τις θεωρήσεις, γύρω από την παραγωγή και την απόσπαση υπεραξίας (κοινωνικές τάξεις), αλλά γύρω από τη “γραμματική των τρόπων ζωής”. Ο (δια)ταξικός χαρακτήρας αυτών των αξιών και αυτών των συμφερόντων, όπως προσδιορίζονται από τα νέα κοινωνικά κινήματα, σχετικοποιεί, όπως είναι φυσικό την προγραμματική του εργατικού κινήματος. Έχοντας αυτά υπόψη μας θα εξετάσουμε τη μορφή της κοινωνικής διαμαρτυρίας των δεκαετιών του ’60 και ’70, η οποία αποτέλεσε τη βάση απ’ όπου αναδύθηκαν τα νέα κοινωνικά κινήματα. Πρόθεσή μας είναι να αναδείξουμε την ιδεολογική συγγένεια ανάμεσα στα πολιτισμικά κινήματα και την κριτική στον Τεϊλορισμό, όπως αυτή αποτυπώνεται στο εργασιακό ήθος του “μεταφορντισμού”.

1. Οι συνέπειες

Βεβαίως οι θέσεις αυτές περιγράφουν το πρόβλημα χωρίς να μπορούν να το ερμηνεύσουν. Και αυτό γιατί ο ντετερμινισμός που υποκρύπτει η έννοια της “μεταβιομηχανικής κοινωνίας” στις διάφορες εκδοχές της, όπως και αυτός της “βιομηχανικής κοινωνίας” αποσιωπά το ειδοποιό στοιχείο, τις κοινωνικές σχέσεις δηλαδή, εντός των οποίων λαμβάνει χώρα η παραγωγή υπηρεσιών, γνώσεων, πληροφοριών κ.ο.κ. Έτσι προβάλλεται ως καθοριστικό στοιχείο η παράμετρος της τεχνικής σύνθεσης των παραγωγικών δυνάμεων. Ωστόσο το πλαίσιο παραμένει πάντα καπιταλιστικό και η μισθωτή εργασία δομικό συστατικό της. Πάνω από το 90% του πληθυσμού στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες επιβιώνει μέσω της εξαρτημένης εργασίας. Αυτός ο πληθυσμός θα πρέπει να πουλήσει τις χειρωνακτικές ή διανοητικές του ικανότητες και δεξιότητες.

Ωστόσο η κύρια αμφισβήτηση δεν προέρχεται από τις δημώδεις θεωρίες της “κοινωνία της γνώσης”, της “κοινωνίας της πληροφορίας” κ.λπ., αλλά από τη θέση, και αυτό έχει σημασία για την προβληματική μας, πως δεν υφίσταται πλέον ένας χώρος παραγωγής, ένας χώρος μετατροπής της εργασίας σε ανταλλακτική αξία. O λόγος, σύμφωνα με αυτή την αντίληψη, είναι η μείωση του όγκου της βιομηχανικής εργασίας και η μετατροπή της σε “άυλη εργασία”, όπως γίνονται αντιληπτές οι νέες μορφές εργασίας (υπηρεσίες, τηλε-εργασία, εργασία διαχείρισης κ.ά.). Επομένως η αντίθεση/σύγκρουση κεφαλαίου εργασίας απώλεσε την κεντρικότητά της. Αυτό συμβαίνει επειδή η εργασία, (σύμφωνα με τις θέσεις κυρίως του A. Νέγκρι, εν μέρει και του O. Νέγκτ αλλά και του Α. Γκόρτζ κ.ά.) έχει αποϋλικοποιηθεί, έχει γίνει άυλη εργασία και έχει διαχυθεί σ’ ολόκληρη την κοινωνία, σύμφωνα με τη θέση για την “κοινωνία εργοστάσιο”, όπως αυτή διατυπώνεται από τον Α. Νέγκρι, θέση που έμμεσα αρνείται την ύπαρξη της εργατικής τάξης. Συνεπώς αυτή έχασε την υλικότητά της, δεν είναι μετρήσιμη και δεν μπορεί να συλληφθεί.

Πρώτη συνέπεια: Από τη στιγμή που η εργασία αποϋλικοποιήθηκε και διαχύθηκε σ’ ολόκληρη την κοινωνία (“κοινωνία εργοστάσιο”) η εργατική τάξη αντικαθίσταται από μια ετερογενή μάζα, της οποίας κάθε εργασία είναι και παραγωγική, από μια κοινότητα αυτόνομων παραγωγών (multido) με τα δικά της αντανακλαστικά. Βεβαίως εδώ υπάρχει σύγχυση για το τι είναι παραγωγική και τι μη παραγωγική εργασία. Το γεγονός ότι ο Νέγκρι ταυτίζει τη διαδικασία εργασίας γενικά (παραγωγή αξιών χρήσης) με τη διαδικασία αξιοποίησης (παραγωγή ανταλλακτικών αξιών, και μάλιστα με χρήση μισθωτής εργασίας) του επιτρέπει να θεωρεί κάθε εργασία παραγωγική, διαστέλλοντας την έννοια της εργατικής τάξης, αφαιρώντας όμως εκείνη την εκμεταλλευτική σχέση που εμπεριέχεται στη μισθωτή εργασία, και η οποία σε τελική ανάλυση προσδίδει υπόσταση στην εργατική τάξη. Από την άλλη εφόσον η θεωρία της αξίας βασίζεται αποκλειστικά στην ιδέα της αξίας ως μιας ποσότητας ενσωματωμένης στην εργασία (δηλαδή μετρήσιμης) και δεν αναγνωριστεί ότι η αξία είναι και μία κοινωνική σχέση μεταξύ παραγωγών των οποίων η αλληλεπίδραση γίνεται μέσω του συστήματος ανταλλαγής κατά τρόπους σύνθετους και εν δυνάμει ιστορικά μεταβλητούς, τότε πραγματικά δεν ισχύει η θεωρία της αξίας και η εργατική τάξη θα αναζητηθεί στην ένστικτη δραστηριότητα, στην εργασία affect.

Ωστόσο αυτές είναι μορφές εργασίας που φωτογραφίζουν την εργασία μεσαίων στρωμάτων. Μάλιστα γι’ αυτά τα στρώματα, τα οποία λόγω της υφής της εργασίας τους (άυλη) μπορούν να αυτονομηθούν από τον έλεγχο του κεφαλαίου, η εκμεταλλευτική σχέση σχετικοποιείται, ενώ αναβαθμίζονται τα στοιχεία της αυτονομίας, της αυτοπραγμάτωσης κ.ά. –ο Νέγκρι μιλάει για αυτοαξιοποίηση των χρηστικών αξιών της εργατικής δύναμης– που χαρακτηρίζουν την εργασία τους. Αυτά απειλούνται τώρα από τις παρεμβάσεις του κράτους και την πρόθεσή του να διεθετήσει τον κοινωνικό χώρο.

Δεύτερη συνέπεια: Αφού η εργασία τελείωσε, έπαυσε να υφίσταται και η εκμεταλλευτική σχέση απόσπασης και ιδιοποίησης υπεραξίας, η οποία εμπερικλείεται στη μισθωτή εργασία. Το κεφάλαιο αντιμετωπίζεται πλέον ως ένας μηχανισμός της οικονομίας δίπλα σε άλλους, όπως είναι το γραφειοκρατικό σύμπλεγμα, η πατριαρχία, η αγορά κ.ά. Μάλιστα στην αντίληψη των μεσαίων στρωμάτων, το κράτος πρόνοιας είναι πολύ πιο επικίνδυνο, καθώς έχει εισχωρήσει στην ιδιωτική σφαίρα και την απειλεί –κυρίως για να αποσπάσει τον έλεγχο και τη διαχείριση αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης–, περιορίζοντας κρίσιμα την αυτονομία του ατόμου. Εδώ είναι εμφανής μια σχεσιακή αντίληψη για την εξουσία που χαρακτηρίζει πρωτίστως τα νέα κοινωνικά κινήματα και για την οποία θα μιλήσουμε παρακάτω.

Τρίτη συνέπεια που διαμορφώνει και το πεδίο ανάπτυξης των νέων κοινωνικών κινημάτων. Το πεδίο αντιπαράθεσης μετατοπίζεται από το χώρο παραγωγής και αξιοποίησης του κεφαλαίου (όπου η εργασία έχει ανταλλακτική αξία καθώς μετατρέπεται σε εμπόρευμα) προς τη σφαίρα αναπαραγωγής (όπου η εργασία συνιστά αξία χρήσης). Συνεπώς εφόσον η εργασία δεν έχει πλέον ανταλλακτική αξία παύει να ισχύει και η θεωρία της αξίας. Επειδή μάλιστα η εργασία έχει προσλάβει τη μορφή της επικοινωνίας, της διάδρασης, της αλληλεπίδρασης, της φαντασίας κ.ο.κ. έχει γίνει δηλαδή “άυλη”, στοιχεία που προφανώς χαρακτηρίζουν την εργασία μεσαίων στρωμάτων και τα οποία ενυπάρχουν στον ιδιωτικό χώρο του ατόμου, αυτός είναι που απειλείται πλέον με πραγμοποίηση και αλλοτρίωση. Συνεπώς ο χώρος παραγωγής θα πρέπει να εγκαταλειφθεί ως πεδίο αντιπαράθεσης και να αναδειχτεί η σφαίρα της κοινωνικής αναπαραγωγής, δηλαδή η ιδιωτική σφαίρα στην οποία αναπτύσσονται βιόκοσμοι και πολιτισμικές ετερότητες ως κεντρικό πεδίο σύγκρουσης.

2. Ο χαρακτήρας των συγκρούσεων στη “μεταβιομηχανική κοινωνία” και οι νέοι πρωταγωνιστές

Η μετατόπιση από τις κοινωνικές τάξεις ως μεθοδολογικό εργαλείο ανάλυσης των κοινωνικών ανισοτήτων στις στρατηγικές ταυτότητας σημαίνει την αποδόμηση του κοινωνικού και μια μετατόπιση προς τον πολιτισμό. Το κοινωνικό, το προσδιορίζουμε εδώ ως διαμεσολάβηση, ως αντικειμενοποίηση και εν τέλει ως θεσμοποίηση του φυσικού. Καθόσον μάλιστα σ’ αυτήν την προσέγγιση η ταυτότητα όπως και η πολιτισμική ταυτότητα γίνονται αντιληπτές ως μια φετιχοποιημένη κατάσταση, λίγο πολύ έμφυτες, και όχι ως συστήματα σχέσεων που το άτομο ανάλογα με την συγκυρία υιοθετεί, αναθεωρεί ή σχετικοποιεί, οδηγούμαστε στην επαναφυλετικοποίηση του κοινωνικού δεσμού.

H επιστημολογική μετατόπιση από την κοινωνία στην κουλτούρα που εγγράφεται στις θεωρίες για την πολυπολιτισμική κοινωνία και την αναγνώριση ταυτοτήτων προϋποθέτει την αυτονομία της κουλτούρας από την κοινωνική δομή με την έννοια ότι η γραμματική των τρόπων ζωής, η πολιτισμική ταυτότητα κ.λπ. συνιστούν το διακύβευμα συγκρούσεων μιας κοινωνίας που αυτοπροσδιορίζεται ως πολυπολιτισμική. Οι συγκρούσεις προκύπτουν από την μορφολογία και τις ιδιαιτερότητες των πολιτισμών. Βεβαίως η κουλτουραλιστική ανάγνωση της κοινωνικής πραγματικότητας ταυτίζει ένα στοιχείο της υπερδομής με τη δομή. Γι’ αυτήν δεν υφίστανται οικονομικά ή άλλα συμφέροντα. Αυτά έχουν χαθεί, έχουν σβήσει μέσα στον πολιτισμό.

Από την άλλη ο προσανατολισμός της κοινωνίας προς τις μεταϋλιστικές αξίες, δηλαδή τις αξίες μεσαίων στρωμάτων γύρω από τις οποίες στρατεύονται σε μεγάλο βαθμό τα νέα κοινωνικά κινήματα, προέκυψε από την ιδεολογική ηγεμονία μεσαίων στρωμάτων, για τα οποία η εργασία συνιστά μια θετική αξία και ενδεχομένως να είναι επικοινωνιακή, διαδραστική και πεδίο αυτοπραγμάτωσης. Ωστόσο για το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού η εργασία παραμένει προσδεμένη στο βασίλειο της αναγκαιότητας. Δεν είναι δηλαδή τίποτα παραπάνω από μέσο επιβίωσης. Σε μεγάλο βαθμό πάλι αυτή η ιδεολογική ηγεμονία εμπεδώθηκε μέσα από την αλληλεπίδραση των κινημάτων κοινωνικής διαμαρτυρίας των δεκαετιών του ’60 και του ’70 και του νέου εργασιακού ήθους που επέβαλε η αναδιάρθρωση της παραγωγής (ο “μεταφορντισμός”).

Στην περίπτωση αυτή, εφόσον δεχτούμε την εγκυρότητα αυτών των θέσεων θα πρέπει να αναζητήσουμε νέα μεθοδολογικά εργαλεία και να παραιτηθούμε από έννοιες όπως κεφάλαιο, εργασία και κοινωνική τάξη. Αποδοχή αυτών των θέσεων θα σημαίνει επίσης πως οι κοινότητες συμφερόντων αρθρώνονται διαταξικά. Εφόσον μάλιστα η εργασία προσέλαβε τη μορφή της επικοινωνίας και της διάδρασης, στοιχεία της σφαίρας αναπαραγωγής, όπως τρόποι και στιλ ζωής θα διαδραματίζουν πλέον κεντρικό ρόλο στην πολιτική άρθρωση (όπως γίνεται με τα νέα κοινωνικά κινήματα, τις ομάδες πολιτών κ.ο.κ.).

Επομένως, οι τριβές και τα προβλήματα θα πρέπει να αναζητούνται και να εντοπίζονται στην κοινωνικο-πολιτισμική σφαίρα και όχι στην κοινωνικο-οικονομική σφαίρα. Η προάσπιση βιόκοσμων και διϋποκειμενικών δικτύων, η διασφάλιση του δικαιώματος στη διαφορά και ο σεβασμός της ετερότητας, πλευρές της νέας κοινωνικο-πολιτισμικής πραγματικότητας που αναδύθηκαν μέσα από την υποχώρηση της “κοινωνίας της εργασίας” συνιστούν το διακύβευμα και το πεδίο αντιπαράθεσης. Στη “μεταβιομηχανική κοινωνία”, οι κοινωνικές συγκρούσεις δεν πυροδοτούνται πλέον από προβλήματα διανομής αλλά από ζητήματα που έχουν σχέση με τη γραμματική των τρόπων ζωής. Σ’ αυτό το κοινωνικό πλαίσιο, διακύβευμα δεν είναι οι παροχές του κράτους πρόνοιας μας λέει ο J. Ηabermas, αλλά η υπεράσπιση μετα-υλιστικών αγαθών: η αποκατάσταση τρόπων ζωής (βιόκοσμοι) που κινδυνεύουν από τα πραγμοποιημένα συστήματα της αγοράς. Ο (δι)αταξικός χαρακτήρας του περιεχομένου αυτών των αξιών όπως επαναπροσδιορίζεται από τα νέα κοινωνικά κινήματα αφήνει απ’ έξω ταξικές διεκδικήσεις και φυσικά τα αιτήματα του εργατικού κινήματος. Η αποδοχή αυτών των αξιών συνδυάζεται με ένα υψηλό μορφωτικό επίπεδο, με μια ενδιαφέρουσα εργασία, στην οποία το άτομο ξαναβρίσκει τον εαυτό του. Πάλι όμως αυτοί οι παράγοντες σχετίζονται άμεσα ή έμμεσα με κάθετες δομές κοινωνικής ανισότητας (θέση του ατόμου στην παραγωγή, μορφωτικό κεφάλαιο, κοινωνικές δεξιότητες ως απόρροια του κοινωνικού κεφαλαίου κ.ο.κ.). Φορείς των αξιών αυτών γίνονται όπως είναι αυτονόητο μεσαία κοινωνικά στρώματα, των οποίων η εργασία έχει αναβαθμιστεί και έχει αποκτήσει στοιχεία δημιουργίας, φαντασίας, διάδρασης, σύνθεσης κ.λπ.. Επειδή μάλιστα αυτά τα στρώματα έχουν προκύψει κατά κάποιο τρόπο ανιστορικά, μέσα από την “άυλη παραγωγή” (υπηρεσίες, γνώσεις, σύμβολα) οι αξίες αυτές εκφράζουν και την ανάγκη τους για ταυτότητα. Από εδώ ίσως να απορρέει και ο εκκεντρικός τρόπος ζωής, το life style, ο κονφορμιστικός αντικονφορμισμός με τον οποίο προκαλούν όσους έχουν εξοικειωθεί με την τυπικότητα και την τάξη της εργασίας, όπως συμβαίνει με αυτόν καθαυτόν τον κόσμο της εργασίας.

Από την άλλη, η ανάπτυξη της επιστήμης και της τεχνικής και η μετατροπή τους σε πρώτη παραγωγική δύναμη, όπως ισχυρίζονται οι υποστηρικτές της “άυλης εργασίας” (Negri κ.ά.) και του “επικοινωνιακού πράττειν” (J. Habermas), οδήγησε επίσης στον μετασχηματισμό της εργασίας σε “αλληλόδραση”. Σαν λειτουργικά στοιχεία της κοινωνικό-πολιτισμικής σφαίρας αυτά τα πρόσημα (βιόκοσμοι, ταυτότητα της διαφοράς, ετερότητα) είναι αναγκαία για να λάβει χώρα η επικοινωνιακή αλληλόδραση, η οποία είναι κάτι άλλο από το “εργαλειακό πράττειν” (βιομηχανική εργασία) της “βιομηχανικής κοινωνίας”. Η εξέλιξη αυτή σχετικοποιεί, σύμφωνα με τη συλλογιστική που εξετάζουμε, τους αγώνες του εργατικού κινήματος, καθώς η εργασία, στην οποία αυτά τα αγαθά αναφέρονται απώλεσε στη “μεταβιομηχανική κοινωνία” και στην “κοινωνία της γνώσης” την κεντρικότητά της. Καθώς μάλιστα η επικοινωνία γίνεται μέσω συμβολικών συστημάτων και εικόνων, αυξάνεται η σημασία της γλώσσας ενώ συχνά η πραγματικότητα προσλαμβάνει τη μορφή γλωσσικών ενεργημάτων. Γι’ αυτό το λόγο η επικοινωνιακή επάρκεια (επικοινωνιακές δεξιότητες και ικανότητες σύλληψης και απόδοσης σύνθετων νοημάτων κ.ο.κ.) και ο χειρισμός της γλώσσας φαίνεται να είναι απαραίτητες προϋποθέσεις για τη λειτουργική συμμετοχή του ατόμου στην “κοινωνία της γνώσης”. Τόσο όμως η κοινωνική επάρκεια (kommunikatine Kompetenz) όσο και το “γλωσσικό κεφάλαιο” εξαρτώνται από την ύπαρξη “κοινωνικού και μορφωτικού κεφαλαίου”, που με τη σειρά τους εξαρτώνται από την κοινωνική θέση του ατόμου στον καταμερισμό εργασίας, δηλαδή από την κοινωνική τάξη.

Η απομάκρυνση από τις θεωρίες των τάξεων, έχει ως μεθοδολογική συνέπεια την ανάδειξη πλευρών, που σε μια ταξική ανάλυση της κοινωνίας αποτελούσαν στοιχεία των υπερδομών, σε κύριο πεδίο των πολιτικών και κοινωνικών συγκρούσεων. Κοινωνιολογικά αυτή η μεθοδολογική αναθεώρηση μπορεί να ερμηνευτεί από την ανάγκη υποκειμενικοποίησης των νέων μεσαίων κοινωνικών στρωμάτων και την ανάγκη για δημοσιοποίηση του ιδιωτικού στοιχείου που υπήρχε ως πολιτικό και πολιτισμικό αίτημα από την δεκαετία του ’60, αλλά και ως αποτέλεσμα ενός ευδαιμονιστικού-αισθητικού καταναλωτισμού, ο οποίος προβάλλοντας επίσης ως αίτημα την ικανοποίηση προσωπικών αναγκών, οι οποίες με τη βιομηχανοποίηση της σφαίρας αναπαραγωγής διευρύνθηκαν, συνέβαλε σημαντικά στη ανάπτυξη και τη διεύρυνση των υπηρεσιών του ελεύθερου χρόνου (υπηρεσίες φροντίδας σώματος και ψυχής, υπηρεσίες αναψυχής κ.λπ.).

Άμεση συνέπεια αυτής της εξέλιξης ήταν επίσης να επικεντρωθεί το ερευνητικό βάρος στις τάσεις της νέας κοινωνικής δομής, όπως αυτή διαμορφωνόταν με τη μετατόπιση από την εργασία στην “άυλη εργασία”, στην επικοινωνία και στην αλληλόδραση, και από τις κοινωνικές τάξεις, τους παλιούς πρωταγωνιστές της σύγκρουσης, στα “νέα κοινωνικά κινήματα”, που στη “μεταβιομηχανική κοινωνία” αποτελούν τους νέους πρωταγωνιστές.

3. “Ευέλικτη εξειδίκευση” και νέα κοινωνικά κινήματα

Πολιτικά αυτή η εξέλιξη αποτυπώθηκε στην ανάδειξη των οικολογικών κινημάτων και των πράσινων κομμάτων, στη γοητεία του μικρού, το οποίο επειδή είναι μικρό είναι και όμορφο και στην αναγκαιότητα για παραγωγή σε μικρή κλίμακα, έμβλημα της “αντικαπιταλιστικής κριτικής” κυρίως των οικολογικών και των πράσινων κομμάτων. Στο σημείο αυτό, δηλαδή στην αναγκαιότητα της μικρής παραγωγής τα νέα κοινωνικά κινήματα ευθυγραμμίζονται με το πνεύμα του “μεταφορντισμού” για μικρή και ευέλικτη παραγωγή, η οποία επιβάλλεται όμως, –και στο βαθμό που αυτό πραγματικά συμβαίνει–, όχι από κάποια συμπάθεια για το μικρό αλλά από την κρίση υπερσυσσώρευσης του καπιταλιστικού συστήματος (αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου και πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους) και την ανάγκη που δημιουργεί αυτή η κρίση για μεγαλύτερη απελευθέρωση ζωντανής εργασίας και επανασύλληψής της. Ιδεολογικά αυτή η στροφή νομιμοποιήθηκε από τον επιστημολογικό σχετικισμό της Μετανεωτερικότητας και την απόρριψη ολιστικών προσεγγίσεων για την κοινωνία και τη στροφή προς μικροκοινωνιολογικές-εθνομεθοδολογικές προσεγγίσεις με στόχο την ανάδειξη της διαφοράς, της πολυσημίας, της πολιτισμικής ιδιαιτερότητας στο πλαίσιο της ισοτιμίας των παραδόσεων και των πολιτισμών. Η εναλλακτική ιδέα που προβάλλεται μαζί με το άκεντρο υποκείμενο της μεταμοντέρνας κατάστασης είναι αυτή της υποκειμενικότητας, θεμελιωμένης στην αίσθηση της επιθυμίας, της πρωτογενούς ορμής και της αυτοδιάθεσης. Σε τελική ανάλυση, το “εσωτερικό” είναι η απόλυτη πραγματικότητα και γι’ αυτό θα πρέπει να εκφρασθεί (ναρκισσισμός).

Έχοντας αυτά υπόψη μας θα εξετάσουμε την κοινωνική διαμαρτυρία των δεκαετιών του ’60 και ’70, η οποία αποτέλεσε τη μήτρα απ’ όπου αναδύθηκαν τα νέα κοινωνικά κινήματα. Στην εξέτασή μας θα εντοπίσουμε αρκετά στοιχεία που συνθέτουν το τοπίο της “μεταβιομηχανικής κοινωνίας” κυρίως όσον αφορά το αξιακό της υπόβαθρο αλλά και τις νέες αντιλήψεις για την εργασία. Πρόθεσή μας είναι να αναδείξουμε την ιδεολογική συγγένεια ανάμεσα στα πολιτισμικά κινήματα της δεκαετίας του ’60, την κριτική στον τεϊλορισμό και τους νέους τρόπους εργασίας, ζωής και κατανάλωσης που προβάλλει ο “μεταφορντισμός” και μεταφέρονται μέσα από μετανεωτερικές θεωρήσεις στην κοινωνία.

Όσον αφορά τη φοιτητική διαμαρτυρία μπορούμε να πούμε πως στην περίπτωση του ’68 έχουμε να κάνουμε σε μεγάλο βαθμό με τους Kληρονόμους (P. Bourdieu & Cl. Passeron), οι οποίοι για πρώτη φορά αισθάνονται να διαψεύδονται οι προσδοκίες τους, καθόσον το μαζικό πανεπιστήμιο υποβαθμίζει τους τίτλους τους και απειλεί τους ίδιους με κοινωνική απόταξη. Για κάποιους άλλους, γόνους μικροαστικών ή αγροτικών στρωμάτων, αυτή η εξέλιξη βιώνεται επίσης σαν διάψευση ονείρων ζωής και ακύρωση της ποθητής κοινωνικής αναρρίχησης. Οι ματαιωμένες προσδοκίες ατόμων με ανώτερη εκπαίδευση αποτελούν επίσης γόνιμο έδαφος για την πολιτική κινητοποίηση.

H δυναμική που ανέπτυξε το φοιτητικό κίνημα τόσο στη Γαλλία όσο και στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες οφείλεται περισσότερο όμως στη δομή της μεταπολεμικής ευρωπαϊκής κοινωνίας, η οποία παρά το μερικό μετασχηματισμό της σε “κοινωνία υπηρεσιών” παρέμενε προσκολλημένη σε στατικά σχήματα οργάνωσης της ιδιωτικής και κοινωνικής ζωής και σε παρωχημένες επικοινωνιακές πρακτικές, που μπλόκαραν όμως αναγκαίες μεταρρυθμίσεις για τη λειτουργικότητα του συστήματος.

Η κοινωνική κριτική με φορέα το φοιτητικό κίνημα αντιπροσώπευε κατά μεγάλο μέρος, όπως δείχνει ο D.Bell αξίες μεσοαστικών στρωμάτων που εναντιωνόταν στον πουριτανισμό και την εγκράτεια της αστικής τάξης (προτεσταντική ηθική). Η επίθεση εναντίον του πουριτανισμού και εναντίον ενός δυσάρεστου τρόπου ζωής, προπαγάνδιζε στην ουσία μια ηθική του ηδονισμού, της απόλαυσης και του παιχνιδιού, κοντολογίς μια καταναλωτική ηθική. Με τον μεταμοντερνισμό αυτή η “αντιαστική παράδοση”, αυτή η “αντικουλτούρα” επιχειρεί ξανά να επιτύχει, σύμφωνα με τον D. Bell την αυτονομία της κουλτούρας και των φορέων της (κοινωνικά κινήματα, κινήματα αποκρυφισμού κ.ο.κ) από την κοινωνική δομή με την έννοια πως οι φορείς του “πολιτισμικού κεφαλαίου” αποζητούν την αυτονομία και την απεξάρτησή τους από το οικονομικό κεφάλαιο, το οποίο ευθύνεται για τον κατακερματισμό της ανθρώπινης εμπειρίας. Παρόλο που δεν υπάρχει λόγος να συμφωνήσει κανείς με τον D. Bell, όσον αφορά τον διαχωρισμό της κοινωνίας σε τρεις σφαίρες (τεχνική-οικονομική, πολιτική, και σφαίρα της κουλτούρας) και τη θέση του για τον ανατρεπτικό χαρακτήρα της κουλτούρας (στην προσπάθειά των δυτικών κοινωνιών να αποκαταστήσουν μέσω της προσφυγής στη μεταφυσική μια νοηματική για να νομιμοποιηθούν), ο διαχωρισμός της κουλτούρας από τις άλλες σφαίρες, την οποία αυτός προτείνει, μπορεί να μας βοηθήσει να δούμε την ενσωματωτική δυναμική πολιτισμικών κινημάτων με κύρια στοιχεία την αυτοπραγμάτωση και τον ευδαιμονισμό και τη λειτουργία τους στην κατεύθυνση της κοινωνικής ενσωμάτωσης.

Από την άλλη τα κοινωνικά κινήματα αυτής της περιόδου με τη βαρύτητα που προσδίδουν στην ελεύθερη έκφραση και στην αντικονφορμιστική συμπεριφορά, δηλαδή σε μη υλιστικές αξίες, αποτελούν και μια απόπειρα άρθρωσης και επεξεργασίας του κοινωνικού απωθημένου αλλά και μια προσπάθεια άρσης της ασυγχρονίας που χαρακτήριζε τη σχέση ανάμεσα στην οικονομική ανάπτυξη των μεταπολεμικών χρόνων και τον κοινωνικό ψυχισμό μιας κοινωνίας που μέσα στον ωφελιμισμό της δεν έδωσε τη δέουσα σημασία σε μη υλιστικές αξίες. Αρθρώνοντας τα νέα κοινωνικά κινήματα την παραμελημένη πλευρά του κοινωνικού ψυχισμού των ανερχόμενων μεσαίων κοινωνικών στρωμάτων διευκόλυναν τον κοινωνικό αυτοπροσδιορισμό τους, συμβάλλοντας μέσα από την άρθρωση της ιδιωτικής τους σφαίρας στην κατασκευή ταυτοτήτων. Καθώς μάλιστα το νέο κοινωνικό πλαίσιο χαρακτηρίζονταν πρωτίστως από την κινητικότητα αυτών των στρωμάτων, τα νέα κοινωνικά κινήματα συνιστούσαν και μια συλλογική έκφραση τρόπων ζωής και νέων μορφών πολιτικής δράσης και πολιτικής συμμετοχής.

Η κριτική αυτή, προετοιμάζει πάλι την ανάδυση ενός νέου τρόπου ζωής αλλά και ενός νέου εργασιακού ήθους όπως ταιριάζει πλέον στον “άυλο” χαρακτήρα της παραγωγής. Η αμφισβήτηση της αστικής προσωπικότητας με τις αναστολές και τις ηθικόλογες δεσμεύσεις ερχόταν εκ των πραγμάτων σε αντίθεση με το αυστηρό εργασιακό ήθος του Τεϊλορισμού, ενώ η απελευθέρωση του ατόμου από την κυριαρχία του λόγου ευνοούσε την εξωτερίκευση (πολιτικοποίηση) στοιχείων της ιδιωτικής σφαίρας διαμορφώνοντας παράλληλα ένα διευρυμένο καταναλωτικό περιβάλλον, καθώς θα έπρεπε να ικανοποιηθούν άμεσα επιθυμίες και νεότευκτες ανάγκες. Η ρευστοποίηση της σχέσης ανάμεσα στο λόγο και την επιθυμία, ανάμεσα στο λόγο και τη φαντασία αποτελούσε όμως αντικειμενικά τη βάση για την διαμόρφωση του εργασιακού ήθους της ευέλικτης παραγωγής, του “μεταφορντισμού”. Σ’ ένα βαθμό ο τεϊλορικός τρόπος παραγωγής γνωρίζει πέρα από την εσωτερική αμφισβήτηση στους χώρους εργασίας (απεργίες, αποχές, σαμποτάζ κ.λπ.) και μια εξωτερική αμφισβήτηση από τους φοιτητές. Η κριτική στον καπιταλισμό από την πλευρά του εργατικού κινήματος για τον αλλοτριωτικό και μονότονο χαρακτήρα της εργασίας, η αγανάκτηση έναντι της αθλιότητας, των ανισοτήτων, της εκμετάλλευσης συνενώνεται, όπως αναφέρει ο Λυκ Μπολτάνσκι με την “καλλιτεχνική κριτική” των κινημάτων της νεολαίας και των φοιτητών, η οποία αναπτυσσόμενη σ’ ένα κοσμοπολίτικο περιβάλλον καταδικάζει την έλλειψη αυθεντικότητας του καπιταλιστικού συστήματος, την αλλοτρίωση, την καταπίεση, την έλλειψη φαντασίας και δημιουργικότητας. Ενώ τα στοιχεία αυτά τροφοδοτούν έναν αντικαπιταλιστικό ρομαντισμό με ανορθολογικές τάσεις (New Age κινήματα), περιγράφουν εντούτοις τον τρόπο εργασίας του πολυτεχνίτη μάστορα της πρώιμης καπιταλιστικής περιόδου με την εργασιακή αυτονομία, –που ενδεχομένως να χαρακτηρίζει σήμερα την εργασία μεσοαστικών στρωμάτων– η οποία τώρα ξαναπροβάλλεται ως ο ενδεδειγμένος τρόπος εργασίας (στη μορφή του πολυλειτουργικού/πολυδύναμου εργαζόμενου του “μεταφορντισμού”), για τους λόγους που παραπάνω αναφέραμε (πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους).

Η ηθική του ευδαιμονισμού γρήγορα εκβάλλει σε μια καταναλωτική ηθική διαμορφώνοντας μια δυναμική αγορά για εξατομικευμένα προϊόντα πέρα από τη μαζική αγορά του φορντικού κράτους. Επειδή μάλιστα αυτά παράγονται για συγκεκριμένους καταναλωτές δημιουργούν την εντύπωση πως είναι πρωτότυπα και αυθεντικά και δεν έχουν μετατραπεί σε εμπορεύματα. Η αναζήτηση του αναπαλλοτρίωτου και του μη αναπαραγώγιμου (W. Benjamin), η επανοικειοποίηση της αυτονομίας διαμορφώνει μέσα από τη συνάντησή του με το βίωμα μια κινηματική αντίληψη για την πράξη, η οποία εκφράζεται στον επαναστατικό βολουνταρισμό και τον ακτιβισμό των νέων κοινωνικών κινημάτων.

Eνδεχομένως η πολιτικοποίηση του τρόπου ζωής και του βιόκοσμου να συνέβαλε στις προηγούμενες δεκαετίες σε μια (επαν)ηθικοποίηση ατομικών αποφάσεων και στην κατασκευή νέων ταυτοτήτων καθώς παραδοσιακές ταυτότητες συρρικνώνονταν. Ωστόσο η ύπαρξη “προσωπικών” ηθικών του πράττειν κάθε άλλο παρά μπορεί να διασφαλίσει ένα γενικό πλαίσιο που να εγγυάται γενικά και για όλους και όλες ίσα δικαιώματα, καθώς μόνο κριτήρια που θα ήταν πάνω και πέρα από τις ηθικές προσώπων και ομάδων θα μπορούσαν να αξιώνουν μια αντικειμενικότητα. Αλλιώς αυτά δεσμεύονται στη μερικότητα και στη μεροληψία των ατόμων και των ομάδων που τα υιοθετούν συνιστώντας περισσότερο μια αξιολογική κρίση, η οποία όπως είναι φυσικό δεν μπορεί να θεωρηθεί αντικειμενική. Επομένως η νέα μορφή επανασύνδεσης πολιτικής και τρόπων ζωής, όπως προτείνεται από τον A. Giddens (life politics) και τον U. Beck (επινόηση του πολιτικού), η οποία μέσα από την βιογραφικοποίηση της ζωής θα κατασκευάσει νέες λειτουργικές ταυτότητες (ιντιβιντουαλισμός), εύκολα μπορεί να οδηγηθεί σ’ έναν φονταμενταλισμό, όπως ο ίδιος o Giddens προσδιορίζει τον όρο, δηλαδή ως υπεράσπιση της παράδοσης με παραδοσιακά μέσα. Η τραγική ειρωνεία τέτοιων κατασκευών και των αντίστοιχων φορέων τους έγκειται στο γεγονός ότι μπορούν να χρησιμοποιούν “νεωτερικά” (εθνικισμός) και “μετανεωτερικά” μέσα (πολιτισμική διαφορά) ή ακόμη και μέσα της “ανακλαστικής νεωτερικότητας” (βιογραφικοποίηση) για να παραγάγουν και να αναπαραγάγουν παραδοσιακά πρότυπα διάκρισης. Μάλιστα, η έστω και έμμεση αναφορά της πολιτικοποίησης των τρόπων ζωής σε μια φιλοσοφία ζωής (Lebensphilosophie) την οποία υποδηλώνει ο όρος life politics παραπέμπει στον υπαρξιστικό-ηθικό βιταλισμό του σώματος που αποτυπώνεται πολύ ανάγλυφα στα οικολογικά ζητήματα (επιστροφή στη φύση, επαναφυσικοποίηση του πολιτισμού κ.ο.κ.). Σε μια στρατηγική κατασκευής κοινωνικο-πολιτισμικών ταυτοτήτων το ενδεχόμενο μιας επανέκδοσης παρωχημένων νατουραλιστικών-βιολογιστικών σχημάτων παραμένει ανοιχτό, καθώς δεν ξεκαθαρίζεται ποιες αξίες μπορούν να γενικευτούν (αν γενικεύονται όλες δεν υπάρχουν δεσμευτικές αξίες) με αποτέλεσμα να απειλούνται τα σχέδια ταυτότητας αλλά και η ζωή των άλλων. Η “κοινωνία πολιτών”, όπου θα αναπτυχθούν αυτές οι πολιτισμικές ταυτότητες κάθε άλλο παρά διασφαλίζει μια ισότιμη συνύπαρξη ταυτοτήτων και (υπο)πολιτισμών, κυρίως επειδή αυτή μη γνωρίζοντας καμιά θεσμική διαμεσολάβηση μετατρέπεται σε αρένα αντιπαράθεσης όλων ενάντια σε όλους. Μια τέτοια κατάσταση ευνοεί μάλλον παρά αποτρέπει την επανεμφάνιση του κράτους Λεβιάθαν προσδίδοντας ιδιαίτερο ρόλο στις κατασταλτικές λειτουργίες του κράτους. Οι ΗΠΑ είναι ένα καλό παράδειγμα, για να διαπιστώσει κανείς το πώς μπορεί να συνυπάρξει η ανάδυση ενός ισχυρού κράτους και η κλιμάκωση της καταστολής με μια αγορά πολιτισμικών ταυτοτήτων και πολιτισμικών ομαδώσεων, στον σχηματισμό των οποίων έχει συμβάλει ο πολυπολιτισμικός διοικητισμός του αμερικανικού κράτους. Καθώς μάλιστα η πολιτισμική ταυτότητα και διαφορά είναι μη αναγώγιμη με την έννοια ότι ερμηνεύεται οντολογικά και δεν απορρέει από την κοινωνική και οικονομική θέση του ατόμου, ο κίνδυνος επαναφυλετικοποίησης του κοινωνικού δεσμού είναι πλέον παραπάνω από ορατός.

Η επανάκαμψη αξιών του παρελθόντος χαρακτηρίζει σε μεγάλο βαθμό επίσης και τον τρόπο πολιτικής δράσης αυτών των κινημάτων. Καθώς μάλιστα κοινωνικές συλλογικότητες (κόμματα, συνδικάτα κ.λπ.), στις οποίες έχει κοινωνικοποιηθεί το άτομο αντιμετωπίζουν λόγω του κατακερματισμού του κοινωνικού χώρου και της εργασίας δυσκολίες επανασυγκρότησης, τα μεσαία κοινωνικά στρώματα τα οποία έχουν κοινωνικοποιηθεί σ’ ένα πνεύμα ατομικισμού και αυτοπραγμάτωσης τείνουν να υιοθετούν και εξατομικευμένα πρότυπα δράσης. Η τόλμη, το ριψοκίνδυνο του ενός, αξίες που χαρακτήριζαν τον μεσαιωνικό ιππότη και που σήμερα ενσαρκώνονται από τους ακτιβιστές διαφόρων περιβαντολλογικών και φιλοζωϊκών ομάδων φαίνεται να υφαίνουν το νέο πρότυπο κινητοποιήσεων. Πρότυπο όμως που προβάλλοντας τη δράση του ενός ερμηνεύει ως περιττούς τους κοινωνικούς αγώνες και την ταξική κινητοποίηση.

Στο βαθμό που η συλλογική δράση χαρακτηρίζει τα νέα κοινωνικά κινήματα, αυτή απορρέει από την ιδιωτικότητα και αυτό γιατί δεν υπάρχει βάση για συλλογική ταυτότητα. Δεν υπάρχει δηλαδή μια δομή όπως η κοινωνική τάξη, απότοκο της αντίθεσης μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας η οποία θα ενοποιεί μετασχηματίζοντας σε ταξική τη δράση του καθενός ατόμου ξεχωριστά. Όπως πολύ ορθά αναφέρει ο Αλ Φινκιελρότ “δεν υπάρχει μια δομούσα δομή για να δέσει αυτές τις ταυτότητες. Μετέωρες όπως και οι φορείς τους μπορούν να άγονται και να φέρονται στην “κοινωνία των πολιτών””. Αυτή αρθρώνεται ως απότοκο μιας ιδιωτικότητας, μιας ταυτότητας με διαταξική βάση η οποία προέκυψε από διαφοροποιήσεις στην διϋποκειμενική ενδοχώρα. Η έννοια του φορέα δράσης, όπως προσδιορίζεται στον “μεθοδολογικό ατομικισμό”, νομίζουμε πως ταιριάζει στη δράση αυτών των στρωμάτων. Εξάλλου αυτό το άτομο και αυτά τα στρώματα με αυτό το νοηματικό και αξιακό απόθεμα είχαν υπόψη τους τόσο ο M. Weber όσο και ο T. Parsons. Από την άλλη επειδή η ιδιωτικότητα βιώνεται ταξικά, η πολιτικοποίησή της δεν μπορεί παρά να αφορά μεσαία στρώματα. Και αυτό γιατί για να εκδιπλωθεί χρειάζεται υποδομή (απλοχωριά, δωμάτια κ.ά.). Πώς θα αναπτυχθεί “σ’ ένα δωμά με εφτά νομά”; Χωρίς κοινωνικό κεφάλαιο, χωρίς επικοινωνιακές δεξιότητες, στοιχεία που εξαρτώνται άμεσα από την οικονομική κατάσταση και την κοινωνικοποίηση. Εκτός αυτού η ιδιωτικότητα προϋποθέτει και γλωσσικό κεφάλαιο για να αρθρωθεί και να δημοσιοποιηθεί, καθώς επίσης και τον χειρισμό ενός “περίτεχνου γλωσσικού κώδικα” χαρακτηριστική δεξιότητα μεσαίων αστικών στρωμάτων, όπως φάνηκε τόσο χαρακτηριστικά με την ευρηματικότητα, αλλά και τον βερμαπλισμό των συνθημάτων του Μάη του ’68. Πού θα το βρει το γλωσσικό κεφάλαιο η καθαρίστρια, ο παραγυιός του συνεργείου, ο μετανάστης εργάτης για να μπουν μπροστά και να αρθρώσουν την ιδιωτική τους σφαίρα;

Το γεγονός ότι αυτή η δράση αναπτύσσεται μέσα στην ιδιωτικότητα κάνει αυτά τα άτομα να είναι επιφυλακτικά έως καχύποπτα απέναντι στην οργάνωση, θεωρώντας οποιαδήποτε σταθερή δομή οργάνωσης ως επιβουλή για την προσωπική τους ελευθερία και παρέμβαση στον ιδιωτικό τους χώρο. Για το λόγο αυτό εναντιώνονται σε κάθε εξουσία υιοθετώντας μια σχεσιακή αντίληψη για αυτήν. Η εξουσία εμφανίζεται απρόσωπη και χωρίς καμιά υλική βάση, η οποία θα αποτελούσε και το διακύβευμα της αντιπαράθεσης μεταξύ ομάδων συμφερόντων ή κοινωνικών τάξεων. Και πώς θα μπορούσε να υπάρχει υλικό διακύβευμα αφού αυτά τα στρώματα σχηματίζονται, όπως είδαμε παραπάνω στο επίπεδο των μεταϋλιστικών αξιών. Από την άλλη, η θέση τους πως εκεί που υπάρχει εξουσία υπάρχει και αντίσταση υποβαθμίζει την ένταση και την κλιμάκωση των εξουσιαστικών πρακτικών αλλά και κάθε αντίστασης. Καθώς αυτά τα στρώματα έχουν κοινωνικοποιηθεί στο πνεύμα ενός άκρατου ατομικισμού (κοινό στοιχείο του ατομικιστικού αναρχισμού του Μ. Stirner όσο και του Φιλελευθερισμού). .. και η ελευθερία και η αυτονομία τους συνιστούν φετίχ, απορρίπτουν όπως είναι φυσικό κάθε μορφή οργάνωσης και οργανωτικής δέσμευσης ως εξουσιαστική. Υιοθετώντας τη φουκωϊκή θέση για την εξουσία αδυνατούν να κάνουν μια διάκριση/ιεράρχηση ανάμεσα σε διαφορετικές μορφές και πρακτικές εξουσίας. Αυτό που μένει τότε είναι ο ανταρτοπόλεμος της “πλέμπας” χωρίς δεσμεύσεις και στρατηγική, καθώς “αν ορίσουν για τον εαυτό τους μια στρατηγική”, όπως αναφέρει ο ίδιος ο Φουκώ αμέσως θα ενσωματωθούν.

Bιβλιογραφία

Αλεξίου, Θ., Περιθωριοποίηση και ενσωμάτωση. Η κοινωνική πολιτική ως μηχανισμός ελέγχου και κοινωνικής πειθάρχησης, Αθήνα 2000.
Aντόρνο, Τ./Χόρκχαϊμερ, Μ., Κοινωνιολογία. Εισαγωγικά δοκίμια, Αθήνα 1987.
Δεμερτζής, Ν., Κουλτούρα, νεωτερικότητα, πολιτική κουλτούρα, Αθήνα 1989.
Fine, B., “Η συνεχιζόμενη αναγκαιότητα της θεωρίας της αξίας: μια προσωπική εκτίμηση”, Ουτοπία 28, 1998.
Βerger, P.-Α., “”Life politics”. Zur Politisierung der Lebensfuhrung in nachtraditionalen Gesellschaften”, Leviathan 3, 1995.
Gess, H., “Der Νarzi?mus der 68er und die Κritische Τheorie”, Leviathan 3, 1993.
Habermas, J., The Theory of Communicative Action (τόμος 2: Lifeworld and System: Α Critiqye of Functional Reason), London 1987.
Γρόλλιος, Γ. και Κάσκαρης, Γ., “Εκπαιδευτική πολιτική, “μεταμοντέρνο” και “κριτική παιδαγωγική””, Ουτοπία 25,1997.
Giddens, A., Jenseits von Links und Rechts, Frankfurt 1997.
Ηalfmann, J., “Moderne soziale Bewegungen in der Βundesrepublik Deutschland: Reichweite und Wirkungen”, Βerliner Journal fur Soziologie 4, 1993.
Ioakimoglou, E. & Milios, J., “Capital Accumulation and over- Accumulation Crisis: The Case of Greece (1960-1989)”, RRPE 25, 1993.
Liodakis, G., “The Theory of Regulation and flexible Specialisation, its Critique and Relevance in the Case of Greece”, στο: Λιοδάκης (επιμ.), Κοινωνία, τεχνολογία &Αναδιάρθρωση της παραγωγής, Αθήνα 1993.
Μάφι, Μ., Underground, Αθήνα1983.
Meyer, Th. & Muller, M., “Individualismus und neue soziale Βewegungen”, Leviathan 3, 1989.
Mπελ, Ντ., Ο πολιτισμός της μεταβιομηχανικής Δύσης, Αθήνα 1999.
Μπολτάνσκι, Λ. & Φινκελρότ, Α., “Οι αλλαγές του σημερινού καπιταλισμού”, Αυγή 23-4-2000.
Νegri, A. & Hardt, M., Die Arbeit des Dionysos. Materialistische Staatskritik in der Postmoderne, Berlin 1997.
Πουλαντζάς, Ν., Οι κοινωνικές τάξεις στον σύγχρονο καπιταλισμό, Αθήνα 1984.
Σένετ, Ρ., Η τυραννία της οικειότητας. Ο δημόσιος και ο ιδιωτικός χώρος στον Δυτικό πολιτισμό, Αθήνα 1999.
Therborn, G. “Αφήνοντας πίσω το ταχυδρομείο”, στο: Nicolic, M., Ο σοσιαλισμός στο κατώφλι του εικοστού πρώτου αιώνα, Αθήνα 1989.
Φινκελρότ, Α., “Απ’ τις γνώμες στις ταυτότητες”, Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία 26-6- 2000.
Welsch, W., Unsere postmoderne Moderne, Berlin 1997.

Weapons of Class Destruction (WCD)

WCD - (όπλα για την καταστροφή των τάξεων) παραδοσιακοί και κανούργοι τρόποι αποδόμησης του κόσμου του κεφαλαίου και των μορφών εκμεταλλευσης και εξουσίας που δημιουργά και αναπαράγει

Be first to comment