Βιβλιοπαρουσίαση: Μπέρτολτ Μπρεχτ: Για τους σεισμούς που μέλλονται να ‘ρθουν

– 2014 Τεύχος 5

ΚΟΜΕΠ
«Μπέρτολτ Μπρεχτ: ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΣΕΙΣΜΟΥΣ ΠΟΥ ΜΕΛΛΟΝΤΑΙ ΝΑ ’ΡΘΟΥΝ»

Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή»

Τα πρακτικά του 3ου επιστημονικού συνεδρίου της ΚΕ του ΚΚΕ «Μπ. Μπρεχτ: Για τους σεισμούς που μέλλονται να ’ρθουν» περιλαμβάνει η ομώνυμη έκδοση της Σύγχρονης Εποχής, που πρόσφατα κυκλοφόρησε. Τιτλοφορώντας την έκδοση με τον πασίγνωστο αυτό στίχο του Μπρεχτ, γίνεται από την αρχή μια προσπάθεια επικέντρωσης στο σπουδαιότερο –ανάμεσα στους πάμπολλους– λόγο για τον οποίο ο κορυφαίος αυτός μαρξιστής διανοητής, δραματουργός, σκηνοθέτης και ποιητής αξίζει το θαυμασμό μας: Είναι ο δημιουργικός του αγώνας να μας δείξει ότι αυτός ο κόσμος όχι μόνο πρέπει, αλλά και μπορεί ν’ αλλάξει. Μα πάνω απ’ όλα είναι η επίμονη φροντίδα του να μας μάθει μέσα από την τέχνη του, ευχάριστα και διασκεδαστικά, το πώς πρέπει να δράσουμε για να τον αλλάξουμε και να κάνουμε «τον πλανήτη μας κατοικήσιμο», όπως σημείωνε χαρακτηριστικά.

«Η μοίρα του ανθρώπου είναι ο άνθρωπος» συνήθιζε να επαναλαμβάνει, εννοώντας πως η πραγματικότητα είναι μια μεταβαλλόμενη διαδικασία που παράγεται από τους ανθρώπους και γι’ αυτό από τους ίδιους μπορεί να μετασχηματιστεί, με μία όμως προϋπόθεση: ότι «οι κάτω», οι καταπιεσμένοι, θα μάθουν να σκέφτονται επιστημονικά, δηλαδή διαλεκτικά.

Αυτός ο αγώνας του Μπρεχτ για τη χειραφέτηση και προετοιμασία του υποκειμενικού παράγοντα που θα πραγματοποιήσει την κοινωνική αλλαγή, δίνει στο έργο του αξία ανεκτίμητη και μια επικαιρότητα που συχνά αιφνιδιάζει, ειδικά στη σημερινή συγκυρία των αντεπαναστατικών ανατροπών, όπου όλα τα σφυριά χτυπούν στο ότι η υπόθεση της κοινωνικής απελευθέρωσης έκλεισε τάχα οριστικά, ενώ κάθε αντίθετη άποψη κατακεραυνώνεται ως αναχρονιστική, ξεπερασμένη και στην καλύτερη περίπτωση ουτοπική.

Όπως μπορεί να παρατηρήσει κανείς ξεφυλλίζοντας την έκδοση, το συνέδριο συνοδεύτηκε μ’ ένα πλούσιο πρόγραμμα πολιτιστικών δραστηριοτήτων –κινηματογραφικών προβολών, συναυλιών και θεατρικών παραστάσεων– που έδωσαν μια εικόνα του έργου του Μπρεχτ, ακόμη και ενός άγνωστου στην Ελλάδα μέρους του. Και αυτό γιατί στόχος του συνεδρίου, επομένως και της έκδοσης, δεν ήταν να ερμηνευθεί ο Μπρεχτ, αλλά να εξηγηθεί. Υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στις δύο αυτές έννοιες. Ερμηνεία σημαίνει ανασκευή, υποκειμενική διόρθωση, άρνηση τελικά του έργου όπως είναι. Εξήγηση σημαίνει συνεπής εκλαΐκευση των νοημάτων, της μορφής, των πολιτικών, ιδεολογικών, αισθητικών ιδανικών και μεθόδων του δημιουργού. Άλλωστε το έργο του Μπρεχτ δεν επιτρέπει αυθαίρετες ερμηνείες. Ο ίδιος με διάφορες αφορμές αντικρούει κατηγορηματικά όλους εκείνους που υποστηρίζουν ότι το «ανοιχτό τέλος» στα έργα του, η παρουσίαση περισσότερο της σύγκρουσης αντί της επίλυσης των αντιφάσεων, χωράει κάθε είδους απάντηση. Τα έργα του φρόντιζε, όπως γράφει, να μην είναι μονοσήμαντα, να μην αποφεύγουν δηλαδή την ανάδειξη των αντιφάσεων, αλλά ούτε και διφορούμενα1. Ο θεατής στο τέλος τους δεν έχει παρά να διαλέξει στρατόπεδο: Το συμβιβασμό με την καπιταλιστική βαρβαρότητα ή τη δράση για την ανατροπή της.

Με λίγα λόγια, η έκδοση δεν αποτελεί μια ακαδημαϊκή προσέγγιση για λιγοστούς μυημένους. Ο ρόλος της είναι αυτός «του οργανωτή, του προπαγανδιστή και του παραστάτη στον επαναστάτη δημιουργό»2. Έτσι απευθύνεται στον καθένα, προπαντός όμως απευθύνεται στην εργατική τάξη και τα άλλα καταπιεσμένα στρώματα, γιατί σε αυτούς το έργο του Μπρεχτ είναι κάτι περισσότερο από χρήσιμο. Είναι πολύτιμο.

Αρκετοί είναι πιθανά εκείνοι που, επηρεασμένοι από την κυρίαρχη μεταμοντέρνα φιλολογία ότι η αλήθεια είναι υποκειμενική, πιστεύουν πως οι αναλύσεις και οι μελέτες βλάπτουν το καλλιτεχνικό έργο. Ο καθένας, λένε, χρειάζεται ν’ αφεθεί ελεύθερος ν’ απολαύσει την τέχνη όπως εκείνος την νιώθει και την προσλαμβάνει με τις αισθήσεις του. Μεγάλη πλάνη. Γιατί η τέχνη –και όχι μόνο του Μπρεχτ– είναι προϊόν μιας σοβαρής και ιδιαίτερα επιδέξιας εργασίας. Και είναι απαραίτητο να γνωρίζει κανείς αρκετά πράγματα γι’ αυτή την εργασία, για να μπορεί να θαυμάζει και να χαίρεται το αποτέλεσμά της. «Η παρατήρηση της τέχνης μπορεί να οδηγήσει στην πραγματική απόλαυση μόνο όταν υπάρχει η τέχνη της παρατήρησης» ο ίδιος ο Μπρεχτ υπογραμμίζει. Και όπως συμπλήρωσε ένας ομιλητής του συνεδρίου, παρομοιάζοντας το έργο του Μπρεχτ με πνευματικό παιχνίδι, «πώς μπορεί να απολαύσει κανείς μια παρτίδα σκάκι, αν δε γνωρίζει τίποτα γι’ αυτό;».

Η έκδοση λοιπόν αυτή, που μαζί με το περιοδικό «Θέματα Παιδείας» αποτελούν τα μεγαλύτερα αφιερώματα στη χώρα μας για το μεγαλοφυή δημιουργό, φιλοδοξεί να διευρύνει τον κύκλο εκείνων που θα μπορούν να επωφεληθούν στο μέγιστο από την μπρεχτική δημιουργία, συμμετέχοντας όχι απλά με τις αισθήσεις, αλλά με ακέραιο τον ψυχισμό τους στην απόλαυσή της.

Δεν είναι όμως απλά η ποσότητα που κάνει το αφιέρωμα αυτό να διαφέρει από τα περισσότερα που έχουν πραγματοποιηθεί στη χώρα μας για τον Μπρεχτ. Το σημαντικότερο είναι ότι από τους εισηγητές έχει καταβληθεί προσπάθεια μαρξιστικής προσέγγισης στο έργο του Μπρεχτ, χρησιμοποιείται δηλαδή η μεθοδολογία που απαιτεί το ίδιο το αντικείμενο της μελέτης. Μια προσέγγιση που τείνει να εκλείψει στις μέρες μας, με πολλούς από τους παλιότερα συνεπείς μελετητές του Μπρεχτ να αναδιπλώνονται και να αυτοαναιρούνται μέσα στο κλίμα της διεθνούς αρτηριοσκλήρωσης που συνοδεύει την υποχώρηση του κομμουνιστικού κινήματος. Η αστική εξουσία και οι φιλολογικοί της εκπρόσωποι, μάλιστα, που εδώ και χρόνια επιδίδονται στην προσπάθεια ν’ αποχαρακτηρίσουν και να μετατρέψουν τον Μπρεχτ σε αβλαβές εικόνισμα, έφτασαν σήμερα να τον χρησιμοποιούν ξεδιάντροπα –ιδιαίτερα στην ίδια την πατρίδα του τη Γερμανία– ακόμη και για τη διαφήμιση των εμπορικών και πολεμικών τους εκστρατειών. Αναμφίβολα στον καιρό μας περισσεύουν οι Τούις, όπως ο Μπρεχτ αποκαλούσε τους διανοούμενους που δε διανοούνται, αλλά αναμασούν παραλλαγές της κυρίαρχης ιδεολογίας για να έχουν πρόσβαση στην ψωμιέρα της εξουσίας, κατά πως μας τους παρουσιάζει στο τελευταίο ημιτελές θεατρικό του «Τουραντότ ή το συνέδριο των ασπρορουχάδων».

Παρ’ όλα αυτά, στην εργασία του συνεδρίου συνέβαλαν καθοριστικά ορισμένοι από τους πιο εκλεκτούς και πιο έντιμους απέναντι στην τέχνη εκπροσώπους των Γραμμάτων και των Τεχνών στη χώρα μας και τη Γερμανία, πανεπιστημιακοί, θεατρικοί σκηνοθέτες, συνθέτες μουσικής, ηθοποιοί, εκπαιδευτικοί, αρκετοί με μακρόχρονη και συστηματική εμβάθυνση στο έργο του Μπρεχτ και σπουδαία λογοτεχνική, θεατρική και μουσική παραγωγή. Επειδή όμως η εξήγηση της τέχνης –και ιδιαίτερα μιας τέχνης σαν του Μπρεχτ, θεμελιωμένης στα πιο πρωτοπόρα επιτεύγματα της επιστήμης για την κοινωνία και άρρηκτα συνδεμένης με τις ιστορικές συγκρούσεις της– απαιτεί τη συνεργασία πολλών επιστημών, όπως της πολιτικής και της οικονομίας, στην εργασία του συνεδρίου συμμετείχαν και στελέχη του Κομμουνιστικού Κόμματος.

Σπάνιο ντοκουμέντο της έκδοσης αποτελεί η περιεκτική και ιδιαίτερα διαφωτιστική –κινηματογραφημένη ειδικά για το συνέδριο– συνέντευξη με τον Μάνφρεντ Βέκβερτ, μαθητή και συνεργάτη του Μπρεχτ, μετέπειτα καλλιτεχνικό διευθυντή του «Μπερλίνερ Ανσάμπλ» και πρόεδρο της Ακαδημίας Τεχνών στην πρώην Γερμανική Λαοκρατική Δημοκρατία, που περιλαμβάνεται σε dvd. Παρότι σοβαροί λόγοι υγείας εμπόδισαν τη φυσική παρουσία του στο συνέδριο, ο Μάνφρεντ Βέκβερτ ήταν στην πραγματικότητα η ψυχή του συνεδρίου, ο άνθρωπος που με την πλούσια και βαθιά μαρξιστική και βιωματική γνώση του, αλλά και με βιβλιογραφικά και κινηματογραφικά βοηθήματα, έλυσε πολλά από τα ερωτήματα της ομάδας εργασίας του συνεδρίου, χαράζοντας την κατεύθυνσή της. Την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές ο Μάνφρεντ Βέκβερτ δεν είναι πια στη ζωή, καθώς άφησε την τελευταία του πνοή στις 17 Ιούλη 2014 σε ηλικία 84 ετών. Η φιλοξενούμενη στην έκδοση συνέντευξή του αποτελεί έτσι την τελευταία, συγκινητική παρακαταθήκη του στο ελληνικό κοινό που τον γνώρισε από προηγούμενες επισκέψεις του στη χώρα μας, αλλά και από παλιότερα άρθρα και συνεντεύξεις του στο «Ριζοσπάστη» και γενικότερα την ελληνική βιβλιογραφία.

Η ανάλυση της τέχνης στη βάση των ιστορικών συνθηκών μέσα στις οποίες παράγεται, παρότι η αστική κριτική συχνά τις παραλείπει, δεν αποτελεί αποκλειστικό γνώρισμα των μαρξιστών μελετητών της. Η διαφορά της μαρξιστικής προσέγγισης που επιχειρεί η έκδοση βρίσκεται στο ότι διαπνέεται από την υλιστική αντίληψη για την Ιστορία, την αντίληψη ότι δεν είναι η συνείδηση που καθορίζει τη ζωή, αλλά η ζωή, η οποία κυριαρχείται από την ταξική πάλη, που καθορίζει τη συνείδηση. Ο Μπρεχτ δεν παρουσιάζεται σαν μια φυσικά προικισμένη φυσιογνωμία με θαυματουργές δημιουργικές ικανότητες που επηρεάστηκε από τις ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες και αντιθέσεις του καιρού του, αλλά σαν ζωντανό, ιστορικό, ανθρώπινο υποκείμενο, που η ίδια η διαμόρφωσή του εξηγείται ακριβώς από την ιστορική πραγματικότητα και τη δραστήρια συμμετοχή του σε αυτή με την πλευρά του πιο προωθημένου τμήματος της πρωτοπόρας τάξης, των κομμουνιστών. Δεν είναι άλλωστε τυχαίες ορισμένες ομοιότητες που αναδείχνει μία από τις εισηγήσεις ανάμεσα στον Μπρεχτ και τον Βάρναλη, δύο κομμουνιστές δημιουργούς που έζησαν την ίδια χρονική περίοδο. Όπως και ο ίδιος ο Μπρεχτ συχνά επαναλάμβανε, «ο άνθρωπος είναι το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων» κάτι που αποτελούσε και το βασικό κανόνα του για τη διαμόρφωση των ανθρώπινων χαρακτήρων στα θεατρικά του.

Έτσι, η υψηλότερη –σε σύγκριση με άλλους κορυφαίους κομμουνιστές δημιουργούς– μαρξιστική θεωρητική, πολιτική και αισθητική συγκρότηση του Μπρεχτ οφείλει πολλά στην πλεονεκτική του θέση. Γιατί ο Μπρεχτ, εκτός από το να διαθέτει –σαν γόνος αστικής οικογένειας– ένα ευρύ μορφωτικό υπόβαθρο, είχε την εξαιρετική τύχη να ζήσει στην πιο «θεωρητική» χώρα, όπως αποκαλούσε ο Μαρξ τη Γερμανία. Το σπουδαιότερο είναι ότι είχε την ευκαιρία να βρεθεί σ’ ένα από τα επίκεντρα της ταραχώδους γέννησης της νέας εποχής, της εποχής μας, που σηματοδοτείται από την είσοδο του καπιταλισμού στο ιμπεριαλιστικό του στάδιο και τη νίκη στη συνέχεια της Οκτωβριανής Επανάστασης. Δύο κορυφαία γεγονότα που πυροδότησαν έντονη και εντατική ιδεολογική διαπάλη στους κόλπους της Κομμουνιστικής Διεθνούς όπως και ανάμεσα σε επιφανείς διανοητές στον περίγυρο του Μπρεχτ, εκρηκτική επιστημονική – τεχνολογική πρόοδο και αστείρευτη επινοητικότητα και δυναμική στην τέχνη. Ο Μπρεχτ, δηλαδή, εκτός από το αδιαμφισβήτητο ταλέντο, την ευφυΐα, το χιούμορ και το συναίσθημα, βρισκόταν μπροστά στην πρόκληση να εξηγήσει και να επεξεργαστεί, από τη σκοπιά του «νέου» στην πάλη του με το «παλιό», ένα εξαιρετικά πλούσιο σε κοινωνικές συγκρούσεις υλικό από δύο παγκόσμιους πολέμους, την ανάπτυξη και την ήττα του επαναστατικού κινήματος στη χώρα του, την προδοσία της σοσιαλδημοκρατίας, την καπιταλιστική κρίση, την άνοδο του φασισμού και τη σοσιαλιστική οικοδόμηση, διαθέτοντας ισχυρότατα κίνητρα για να μελετά, να εμβαθύνει, να ακονίζει και να αναπτύσσει το μαρξισμό μαζί με μια πρωτοφανή αφθονία σε μέσα και τεχνικές καλλιτεχνικής έκφρασης.

Για όλα αυτά μπορεί να πληροφορηθεί κανείς κυρίως στην πρώτη θεματική ενότητα της έκδοσης με τον τίτλο «Σε σκοτεινούς καιρούς και η τέχνη χρειάζεται να αποφασίσει», που αναφέρεται στην επικαιρότητα – διαχρονικότητα του έργου του Μπρεχτ και στο ιστορικό – κοινωνικό πλαίσιο μέσα στο οποίο εξελίσσεται διαλεκτικά η προσωπικότητα και η σκέψη του. Σε αυτή την ενότητα παρουσιάζονται η πορεία της δημοκρατίας της Βαϊμάρης και ο ρόλος της σοσιαλδημοκρατίας στην κατάπνιξη του επαναστατικού προλεταριακού κινήματος στη Γερμανία έως την παράδοση της κυβέρνησης στο Χίτλερ, σε συνάρτηση με τα πρώιμα έργα του Μπρεχτ που τον καταξίωσαν σαν θεατρικό συγγραφέα και την εξέλιξή του σε μαρξιστή, καθώς και οι επιρροές που δέχτηκε η τέχνη του από το λαϊκό θέατρο και συγκεκριμένα καλλιτεχνικά ρεύματα, πρωτοποριακά και όχι μόνο. Αξίζει να σταθεί κανείς στις αναφορές της έκδοσης πάνω στις εξαιρετικά επίκαιρες και διεισδυτικές θέσεις του Μπρεχτ για το φασισμό, τον πόλεμο και την καπιταλιστική κρίση, αλλά και στη στάση του απέναντι στη Σοβιετική Ένωση. Μια στάση ουσιαστικής και όχι τυπικής υπεράσπισης, χωρίς ίχνος εξιδανίκευσης, αλλά και μακριά από τις «ουμανιστικές» και «φιλελεύθερες» μεμψιμοιρίες πολλών διανοουμένων και επιστημόνων που προσέγγισαν την ΕΣΣΔ την περίοδο των μεγάλων κατακτήσεων στις αρχές της δεκαετίας του ’30, για να την εγκαταλείψουν όταν οξύνθηκε η εσωτερική της διαπάλη.

Γενικότερα ο Μπρεχτ δεν ταλαντευόταν στα δύσκολα. Όπου οι άλλοι δείλιαζαν και οπισθοδρομούσαν, εκείνος τραβούσε μπροστά, κάτι που ο ίδιος φαίνεται να το αποδίδει στη διαλεκτική λογική του. «Ο Φιλίπ είναι ένας νέος όχι ιδιαίτερα θαρραλέος, γιατί δεν έμαθε να σκέφτεται» γράφει στο θεατρικό του για την κομμούνα του Παρισιού «Οι Μέρες της Κομμούνας».

Σε αυτή την υλιστική διαλεκτική σκέψη του Μπρεχτ είναι αφιερωμένη η δεύτερη ενότητα της έκδοσης με τίτλο «Η σημαία της λογικής έχει χρώμα κόκκινο», που αναφέρεται στις φιλοσοφικές, αισθητικές, διαπαιδαγωγικές του αντιλήψεις. Με συγκεκριμένα παραδείγματα από το έργο του καταδείχνεται ότι ουσιαστικά συγκροτεί την ποιητική έκφραση της θεωρίας του μαρξισμού, μια δημιουργική καλλιτεχνική εφαρμογή της σε όλη την Ιστορία του 20ού αιώνα, εκτός από το τελευταίο δραματικό πισωγύρισμα˙ όχι μόνο του διαλεκτικού και ιστορικού υλισμού, αλλά και της θεωρίας της επανάστασης, όπως την επεξεργάστηκε ο Λένιν. Παρότι οι κάθε είδους μπρεχτολόγοι προσπαθούν να αποδώσουν τη διαλεκτική του Μπρεχτ στην ιδεαλιστική διαλεκτική του Χέγκελ και το μαρξισμό του στον αναθεωρημένο μαρξισμό του φίλου του Καρλ Κορς, διαγραμμένου από το 1926 στελέχους του ΚΚΓ, ο Λένιν αποδείχνεται πως ήταν ο βασικότερος φιλοσοφικός και πολιτικός καθοδηγητής του Μπρεχτ, ειδικά στην επεξεργασία της μεθόδου του για το θέατρο της επιστημονικής επαναστατικής δράσης. Γιατί ο σκοπός του θεάτρου του –όπως εύστοχα παρατηρείται σε αρκετές εισηγήσεις– είναι να εξωθήσει σε κοινωνική κίνηση το κοινό του, εκπαιδεύοντάς το πρώτα απ’ όλα στο να σκέφτεται διαλεκτικά. Για τον Μπρεχτ η σημαία της λογικής έχει χρώμα κόκκινο, γιατί «από κάθε διαλεχτικοποιημένο πεδίο σκέψης φτάνει κανείς –αρκεί μόνο να βγάλει τα πολιτικά συμπεράσματα– στην επανάσταση»3.

Έτσι, αν ως σοσιαλιστικό ρεαλισμό ορίσουμε την τέχνη που μας μαθαίνει την τέχνη της ζωής, δηλαδή την τέχνη που διαμορφώνει μια ανθρώπινη προσωπικότητα ικανή να αλλάζει και να εξανθρωπίζει την κοινωνική πραγματικότητα, την τέχνη που διαπλάθει τον άνθρωπο δημιουργό της μοίρας του, τότε η τέχνη του Μπρεχτ είναι ο ορισμός του σοσιαλιστικού ρεαλισμού. Οι πρωτοποριακές μορφές της τέχνης έχουν γι’ αυτόν μεγάλη αξία, καθώς επιτρέπουν στην τέχνη να ενσωματώνει σύγχρονες τεχνικές ικανότητες, όπως την ταυτόχρονη καταγραφή και το γρήγορο συνδυασμό των εμπειριών και γι’ αυτό αξιοποίησε σε μεγάλο βαθμό τις τεχνικές τους, για παράδειγμα την τεχνική του μοντάζ. Όμως αυτό κάθε άλλο παρά σημαίνει ότι απομακρύνεται από το σοσιαλιστικό ρεαλισμό.

Όπως υπογραμμίζεται σε σχετική εισήγηση, για τον Μπρεχτ ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός δεν είναι θέμα μορφής. Ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός είναι η τέχνη που, ξεσκεπάζοντας το ιδεολογικό περιτύλιγμα της πραγματικότητας, αποκαλύπτει τους κοινωνικούς νόμους, την κοινωνική αιτιότητα των καταστάσεων και των ανθρώπινων συμπεριφορών, που την εξουσιάζει η ταξική πάλη. Μπροστά στο στόχο που πρέπει να έχει η τέχνη στη σύγχρονη, επιστημονική εποχή ν’ αναπαρασταίνει την πραγματικότητα με μορφή που να την καθιστά εξουσιάσιμη από τους ανθρώπους, ο Μπρεχτ πολύ σωστά τόνιζε ότι ο δημιουργός θα πρέπει να είναι ελεύθερος να χρησιμοποιήσει όλα τα μέσα, παλιά και νέα, δοκιμασμένα και μη, είτε αυτά προέρχονται από την τέχνη είτε έξω από αυτή. Για όλους αυτούς τους λόγους θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι, μετά από τους Μαρξ και Ένγκελς, ο Μπρεχτ είναι ένας από τους σημαντικότερους συνδιαμορφωτές της μαρξιστικής αισθητικής.

Όπως όμως φαίνεται από τα παραπάνω, η «στράτευση» είναι κάτι περισσότερο από ένα ζήτημα παρουσίασης σωστών πολιτικών απόψεων μέσα στο καλλιτεχνικό έργο. Πράγματι, ο λόγος για τον οποίο ο Μπρεχτ αποτελεί σταθμό –τον τελευταίο και αξεπέραστο ακόμη μέχρι τις μέρες μας– στην ιστορία της τέχνης, και όχι μόνο της θεατρικής, δεν είναι μόνο η επιστημονική ακρίβεια με την οποία προσέλαβε και απέδωσε καλλιτεχνικά το μαρξισμό. Ο Μπρεχτ δε μεταβάλλει επαναστατικά μόνο το πολιτικό περιεχόμενο της θεατρικής τέχνης, αλλά και τη μορφή της και πάνω απ’ όλα τις λειτουργικές σχέσεις ανάμεσα στη σκηνή και το κοινό, μετατρέποντάς το από παθητικό καταναλωτή ενός έτοιμου και τελειωμένου έργου τέχνης σε συνεργάτη και συμπαραγωγό του. Τα έργα του Μπρεχτ, μοντέλα της ζωής, δεν είναι συμμετρικά τελειωμένα από μόνα τους, ακριβώς για να υποχρεώνουν το θεατή να κρίνει τα διαδραματιζόμενα και τους χαρακτήρες και να πάρει θέση απέναντί τους μέσα στο θέατρο κι έξω από αυτό, στην αληθινή ζωή, στην ταξική πάλη. Ο Μπρεχτ, όπως ήδη σημειώθηκε, δε μας δείχνει απλά τη δυσάρεστη καπιταλιστική πραγματικότητα, αλλά αναπτύσσει και την ικανότητά μας για την αλλαγή της.

Αυτό το θέμα απασχολεί κατά κύριο λόγο την τρίτη θεματική ενότητα της έκδοσης, με τον τίτλο «Η δική μας τέχνη δεν αρκείται στην αναγνώριση της πραγματικότητας». Μια ενότητα που παρουσιάζει τα άλλα είδη και γένη της τέχνης που υπηρέτησε ο Μπρεχτ, την ποίηση, την παιδική και εφηβική λογοτεχνία, τα διδακτικά έργα και τη θεατρική διασκευή, δίνοντας όμως ένα ιδιαίτερο βάρος στη θεωρία του για το θέατρο και αποσαφηνίζοντας τη μέθοδο και τα εργαλεία που εισάγει για να επιτύχει τη ριζοσπαστική τομή του, όπως η έννοια της αποστασιοποίησης και ο ρόλος της μουσικής και του χορού.

Ο αναγνώστης του βιβλίου εύκολα θα καταλήξει σ’ ένα από τα βασικά συμπεράσματα του συνεδρίου, ότι η κοινωνική χρησιμότητα και επενέργεια της θεατρικής τέχνης του Μπρεχτ ξεπερνούν κατά πολύ αυτή του παραδοσιακού θεάτρου, ακόμη κι αν το τελευταίο είναι στρατευμένο και σωστό πολιτικά. Και αυτό γιατί η παραδοσιακή τέχνη του θεάτρου προσφέρει απλά πρότυπα προς μίμηση, μέσα από τη συναισθηματική ταύτιση. Η τέχνη του Μπρεχτ δε διεγείρει απλά τις αισθήσεις, δεν εμπνέει μόνο συναισθήματα και παρορμήσεις. Τα συναισθήματα ή η έτοιμη γνώση δεν αρκούν για να μείνει κανείς σταθερός σε μια υπόθεση. Το ζήτημα είναι να την ακολουθεί συνειδητά. Και αυτή η συνειδητοποίηση έρχεται μόνο όταν προσπαθήσει να ανακαλύψει μόνος του την αλήθεια για την πραγματικότητα, να την κατακτήσει μέσα από το δικό του αγώνα. Στα έργα του Μπρεχτ ο θεατής σκέπτεται αισθανόμενος και αισθάνεται σκεπτόμενος.

Επειδή όμως ο στόχος μιας βιβλιοπαρουσίασης δεν είναι να αναπαραχθεί συνοπτικά όλο το περιεχόμενο του βιβλίου, αλλά να προκληθεί η διάθεση για να διαβαστεί, θα προστεθεί μόνο κάτι τελευταίο. Η έκδοση αυτή είναι προϊόν μιας εργασίας που κράτησε αρκετά χρόνια και προϋπέθετε μια ογκώδη μεταφραστική και μελετητική δουλειά από μια μεγάλη ομάδα συντρόφων και φίλων. Κοινή ήταν η διαπίστωση ότι άξιζε τον κόπο. Γιατί αυτό το ποιητικό λιοντάρι που «οι κακοί δεν έπαψαν να φοβούνται το πέλμα του και οι καλοί να χαίρονται το μεγαλείο του» έχει τη μοναδική ικανότητα να εφοδιάζει όλους εκείνους που θα έρθουν σε μια πιο συστηματική και ολοκληρωμένη επαφή μαζί του, με μια ακαταμάχητη γνώση και δύναμη για αγώνα, αγώνα για μια καλύτερη τέχνη και μια καλύτερη «τέχνη της ζωής», την τέχνη της «μεγάλης των τάξεων πάλης».

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

1. Μπέρτολτ Μπρεχτ: «Αυτός που αμφισβητεί», Ποιήματα, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή».

2. Τέρρυ Ήγκλετον: «Ο Μαρξισμός και η λογοτεχνική κριτική», εκδ. «Ύψιλον».

3. Μπέρτολτ Μπρεχτ: «Για τη φιλοσοφία και το Μαρξισμό», εκδ. «Στοχαστής».

Profuso

Ω, πύλες του παραδείσου!

Be first to comment