”Δίκαιος μισθός για δίκαιη εργάσιμη ημέρα” – Φρ. Ένγκελς

Στις 5 Αυγούστου του 1895, στις 10.30 το βράδυ στο Λονδίνο, έπαψε να χτυπά η καρδιά του Φρίντριχ Ενγκελς. Του ανθρώπου που από κοινού με τον Καρλ Μαρξ συνδιαμόρφωσαν και θεμελίωσαν την επιστημονική κοσμοθεωρία της εργατικής τάξης.
Αναρτούμε λοιπόν σήμερα δύο στην σειρά κείμενα του.
———————————–
Δίκαιος μισθός για δίκαιη εργάσιμη ημέρα

Αυτό ήταν το σύνθημα του αγγλικού εργατικού κινήματος στη διάρκεια των τελευταίων πενήντα χρόνων. Αυτό το σύνθημα προσέφερε καλή υπηρεσία την περίοδο της ανόδου των τρεντ-γιούνιον, ύστερα από την κατάργηση το 1824 των αισχρών νόμων για τις ενώσεις1, προσέφερε ακόμα καλύτερη υπηρεσία την περίοδο του δοξασμένου Χαρτιστικού Κινήματος, όταν οι Αγγλοι εργάτες πορεύονταν επικεφαλής της ευρωπαϊκής εργατικής τάξης. Αλλά τα χρόνια αλλάζουν και πολλά απ’ αυτά που ήταν καλά και αναγκαία πριν 50 ακόμα και 30 χρόνια, τώρα πάλιωσαν και θα είναι εξ ολοκλήρου άτοπα.

Μήπως αυτό σχετίζεται και με το συγκεκριμένο παλιό, καθιερωμένο σύνθημα; Δίκαιος μισθός για δίκαιη εργάσιμη ημέρα;

Αλλά τι σημαίνει δίκαιος μισθός και τι σημαίνει δίκαιη εργάσιμη ημέρα; Πώς αυτά προσδιορίζονται μέσα από τους όρους στους οποίους ζει και αναπτύσσεται η σημερινή κοινωνία; Για ν’ απαντήσουμε σ’ αυτό το ερώτημα, πρέπει ν’ απευθυνθούμε όχι στην επιστήμη της ηθικής ή του δικαίου, ούτε στα αισθήματα περί ανθρωπισμού, δικαιοσύνης, ακόμα και της ευσπλαχνίας. Γιατί αυτό που είναι δίκαιο, από την άποψη της ηθικής ή ακόμα και του δικαίου, μπορεί ν’ αποδειχτεί μακριά από τη δικαιοσύνη σε κοινωνικό επίπεδο. Η κοινωνική δικαιοσύνη ή η αδικία ορίζονται μόνο από μία επιστήμη, από την επιστήμη που έχει σχέση με τα οικονομικά δεδομένα της παραγωγής και της ανταλλαγής – από την επιστήμη της πολιτικής οικονομίας.

Τι, αλήθεια, ονομάζει η πολιτική οικονομία δίκαιο μισθό και δίκαιη εργατική ημέρα; Απλά, το μέγεθος του μισθού, τη διάρκεια και ένταση της εργατικής μέρας, οι οποίες καθορίζονται από τον ανταγωνισμό μεταξύ των εργοδοτών και των εργατών στην ελεύθερη αγορά. Και τι αντιπροσωπεύουν αυτοί οι δύο, με βάση αυτόν τον ορισμό;

Δίκαιος μισθός, σε φυσιολογικές συνθήκες, είναι το ποσό που απαιτείται για να εξασφαλίσει στον εργάτη τα μέσα διαβίωσής του, τα αναγκαία, που σε αντιστοιχία με το επίπεδο ζωής στη δική του θέση και στη συγκεκριμένη χώρα στηρίζει την ικανότητά του για εργασία και τη διαιώνιση του είδους του. Τα πραγματικά μεγέθη του μισθού, σε συνθήκες διακύμανσης της παραγωγής, μπορεί να είναι άλλοτε υψηλότερα άλλοτε χαμηλότερα αυτού του ποσού. Αλλά αυτό το μέγεθος σε φυσιολογικές συνθήκες πρέπει να είναι ο μέσος όρος, η συνισταμένη όλων των διακυμάνσεων.

Δίκαιη εργάσιμη ημέρα είναι εκείνη η διάρκεια της εργάσιμης μέρας και εκείνη η ένταση της πραγματοποιούμενης εργασίας, στα πλαίσια των οποίων, στη διάρκεια της μέρας, ξοδεύεται εξ ολοκλήρου η εργατική δύναμη του εργάτη. Αλλά ξοδεύεται έτσι ώστε να μην προκαλέσει ζημιά στην ικανότητά του να πραγματοποιήσει την ίδια ποσότητα εργασίας και αύριο και τις επόμενες ημέρες.

Η αγοραπωλησία συνίσταται στα παρακάτω: Ο εργάτης παραχωρεί στον καπιταλιστή όλη την ημερήσια εργατική του δύναμη, δηλαδή την ποσότητα που μπορεί να δώσει ώστε να επιτρέπει την αδιάκοπη επανάληψη της αγοραπωλησίας. Σε αντάλλαγμα, αυτός παίρνει ακριβώς τόσα και όχι περισσότερα από τα αναγκαία για τη ζωή αντικείμενα, όσα απαιτούνται, ώστε αυτή η αγοραπωλησία κάθε ημέρα να επαναλαμβάνεται. Ο εργάτης δίνει τόσο πολλά και ο καπιταλιστής δίνει τόσο λίγα, όσα μόνο επιτρέπει η φύση αυτής της αγοραπωλησίας. Αυτή είναι μια άκρως ιδιόμορφη δικαιοσύνη.

Αλλά ας επιχειρήσουμε να μπούμε στο θέμα λίγο βαθύτερα. Σύμφωνα με την πολιτική οικονομία, ο μισθός και η εργάσιμη ημέρα καθορίζονται από μια τέτοια δικαιοσύνη, η οποία προφανώς απαιτεί από την αρχή και οι δύο πλευρές να είναι στις ίδιες συνθήκες. Ομως αυτό ακριβώς είναι που δε συμβαίνει στην πραγματικότητα. Αν ο καπιταλιστής δε συμφωνήσει με τον εργάτη, αυτός είναι σε θέση να περιμένει και να ζει με το δικό του κεφάλαιο. Για τον εργάτη αυτό είναι αδύνατο. Εκτός από το μισθό του, αυτός δε διαθέτει τίποτα άλλο για να ζήσει και γι’ αυτό είναι υποχρεωμένος να δέχεται τη δουλειά, όταν, όπου και με τους όρους που μπορεί να την αποκτήσει. Ο εργάτης από την αρχή πέφτει σε δυσμενείς συνθήκες αγώνα. Η πείνα τον θέτει σε τρομερά ασύμφορη κατάσταση. Και μεταξύ άλλων, σύμφωνα με την πολιτική οικονομία της τάξης των καπιταλιστών, σ’ αυτό ακριβώς περικλείεται και η κορυφή της δικαιοσύνης.

Αλλά αυτό ακόμα είναι πραγματικά τίποτα. Η διάδοση της δύναμης των μηχανών στους νέους κλάδους παραγωγής, και επίσης η διάδοση και ο εκσυγχρονισμός των μηχανών στις παραγωγές που ήδη εφαρμόζονται, αποστερούν την εργασία από όλο και περισσότερο αριθμό εργατών. Και αυτό γίνεται πολύ γρηγορότερα απ’ ό,τι αυτοί οι εκτοπισμένοι εργάτες μπορούν ν’ απορροφηθούν και να βρουν εργασία στις φάμπρικες της χώρας. Αυτοί οι εκτοπισμένοι εργάτες αποτελούν μια πραγματική βιομηχανική εφεδρική στρατιά, την οποία χρησιμοποιεί το κεφάλαιο. Αν τα πράγματα στη βιομηχανία είναι άσχημα, τότε μπορεί να πεθάνουν από την πείνα, θα καταφύγουν στην ελεημοσύνη, στην κλεψιά κλπ. Αν τα πράγματα στη βιομηχανία είναι καλά, είναι πάντα διαθέσιμοι για τη διεύρυνση της παραγωγής. Και μέχρι τότε, που και ο τελευταίος από τους άντρες, τις γυναίκες ή τα παιδιά, που αποτελούν αυτή την εφεδρική στρατιά, δε βρει εργασία – πράγμα που συμβαίνει μόνο σε περιόδους δαιμονισμένης υπερπαραγωγής – μέχρι τότε ο ανταγωνισμός αυτής της εφεδρικής στρατιάς θα μειώνει το μισθό και μονάχα η ύπαρξή της θα ενισχύει τη δύναμη του κεφαλαίου στον πόλεμο ενάντια στην εργασία. Στην αντιπαράθεση με το κεφάλαιο, η εργασία όχι μόνο είναι σε άνιση θέση, αλλά είναι αναγκασμένη να διαβιώνει με τις, περασμένες στα πόδια, σιδερένιες αλυσίδες. Ομως σύμφωνα με την πολιτική οικονομία των καπιταλιστών αυτό είναι δίκαιο.

Αλλά ας ξεκαθαρίσουμε, από ποιο ταμείο πληρώνει ο καπιταλιστής αυτόν τον τόσο δίκαιο μισθό. Εννοείται από το κεφάλαιο. Ομως το κεφάλαιο δεν παράγει αξία. Η εργασία όπως και η γη αποτελούν τη μοναδική πηγή πλούτου. Το ίδιο το κεφάλαιο δεν είναι τίποτα άλλο από συσσωρευμένο προϊόν της εργασίας. Με αυτό τον τρόπο, η πληρωμή της εργασίας καταβάλλεται από την ίδια την εργασία και ο εργάτης πληρώνεται από το προϊόν του που ο ίδιος παράγει. Σύμφωνα με αυτό που μπορούμε να ονομάσουμε συνήθη δικαιοσύνη, ο μισθός του εργάτη πρέπει να αντιστοιχεί στο προϊόν της εργασίας του. Αλλά σύμφωνα με την πολιτική οικονομία αυτό δε θα ήταν δίκαιο. Αντίθετα, το προϊόν της εργασίας του εργάτη παραδίνεται στον καπιταλιστή και ο εργάτης παίρνει απ’ αυτό τίποτα περισσότερο από αυτό που είναι απολύτως αναγκαίο για τη ζωή. Με αυτό τον τρόπο, αποτέλεσμα αυτού του ιδιόμορφου «δίκαιου» ανταγωνισμού, είναι γεγονός ότι το προϊόν της εργασίας αυτών που εργάζονται αναπόφευκτα συσσωρεύεται στα χέρια εκείνων που δεν εργάζονται και μετατρέπεται στα χέρια τους σε ισχυρότατο όπλο υποδούλωσης αυτών των ίδιων ανθρώπων οι οποίοι και το παρήγαγαν.

Δίκαιος μισθός για δίκαιη εργάσιμη ημέρα! Πολλά θα μπορούσε να πει κάποιος και για τη δίκαιη εργάσιμη ημέρα, δικαιοσύνη που είναι ίδια και απαράλλαχτη με τη δικαιοσύνη για το μισθό. Αλλά αυτό είμαστε αναγκασμένοι να το αφήσουμε για κάποια άλλη φορά. Από τα παραπάνω, γίνεται απολύτως ξεκάθαρο ότι το παλιό σύνθημα έφαγε τα ψωμιά του και είναι αμφίβολο αν μας κάνει για σήμερα. Η δικαιοσύνη της πολιτικής οικονομίας, όσο η τελευταία εκφράζει πιστά τους νόμους με τους οποίους διοικείται η σημερινή κοινωνία, είναι η δικαιοσύνη που τάσσεται εξ ολοκλήρου με τη μια πλευρά. Με την πλευρά του κεφαλαίου. Ας θάψουμε λοιπόν για πάντα το παλιό σύνθημα και ας το αντικαταστήσουμε με το εξής:

Τα μέσα εργασίας – πρώτες ύλες, φάμπρικες, μηχανές – στην ιδιοκτησία των ίδιων των εργατών.

Σημειώσεις:

1. Εννοείται η κατάργηση από το Κοινοβούλιο των νόμων ενάντια στις ενώσεις, που απαγόρευαν την ίδρυση και δράση οποιασδήποτε εργατικής οργάνωσης.

 

Πηγή

Profuso

Ω, πύλες του παραδείσου!

Be first to comment