Η άμεση, μη αμεσότητα των διανοουμένων

Ανέκαθεν υπήρχε η πεποίθηση στη κοινή γνώμη ότι ο θεωρητικός αποτελεί μια αμφίσημη φιγούρα που ακροβατεί ανάμεσα στα θεωρητικά πονήματα και τον κόσμο για τον οποίο σαφώς και εκπονούνται οι διάφορες έρευνες/μελέτες. Οι όποιες διαφωνίες προκύπτουν αναφορικά με αυτό το δίπολο, αναφέρονται στο κατά πόσον ο ακαδημαϊκός/συγγραφέας μπορεί να επηρεάσει και να προσδιορίσει τις αντιλήψεις και ενίοτε τις δράσεις μιας συγκεκριμένης κοινωνίας. Ενώ η αρχική ιδέα αυτού του άρθρου ήταν να παρουσιαστεί περιληπτικά η θεωρητική προπαγάνδα περί ανθρωπιστικών αξιών της Δύσης (κυρίως των ΗΠΑ) σε σχέση με κράτη που έχουν τον κομμουνισμό ως πολιτικό τους πρόταγμα (κυρίως της Ρωσίας) εντούτοις, σε πρόσφατη συνομιλία με κάποια από τα μέλη του blog, συζητήθηκε κατά πόσον ένας επιστήμονας του οποίου οι ανακαλύψεις έχουν πρακτική και άρα τις περισσότερες φορές άμεση εφαρμογή, αντιμετωπίζει περισσότερα ηθικά διλήμματα από ένα θεωρητικό που ναι μεν προπαγανδίζει υπέρ της κυρίαρχης τάξης/κόμματος/ιδεολογίας, ωστόσο το έργο και η δράση του δεν φαίνεται να έχουν άμεση επίδραση εις βάρος των υπόλοιπων ανθρώπων ντόπιων ή μη.

Αρχικά, θα ήταν καλό να διευκρινιστεί ότι η αμεσότητα των δράσεων δεν προκύπτει από μια ενστικτώδη παρακίνηση του εαυτού, καθώς, παίρνοντας ως παράδειγμα ένα κατασκευαστή όπλων μαζικής καταστροφής, πρόκειται για ένα εξειδικευμένο επιστήμονα του οποίου οι ικανότητες προκύπτουν ως το αποτέλεσμα συσσώρευσης γνώσεων μέσα σε ένα διευρυμένο χρονικό διάστημα και οι οποίες εκτιμήθηκαν από μια συγκεκριμένη οπλοβιομηχανία. Έχοντας τη συγκεκριμένη διαπίστωση ως βάση μας, δύο ερωτήματα τίθενται προς διερεύνηση: α) Κατά πόσον ο συγκεκριμένος επιστήμονας γνωρίζει τις συνέπειες των συγκεκριμένων όπλων εξαιτίας των δικών του τεχνολογικών συμβολών και, β) Ποιος είναι ο ρόλος της θεωρητικής κοινότητας ως προς τη διαμόρφωση της κοινής γνώμης, μέρη της οποίας και σαφώς είναι οι επιστήμονες, των όποιων οι δράσεις αποτυπώνονται στις εκφάνσεις των επιτευγμάτων τους;

Αναμφίβολα, το πρώτο σκέλος είναι αρκετά ξεκάθαρο αφού σαφώς ο επιστήμονας καθορίζεται όχι απλά από τις συνέπειες των μαζικών όπλων, αλλά και από την ίδια τη δυναμική, την ένταση και την αποτελεσματικότητα που έχουν τα όπλα εργαστηριακά, καθώς το εν λόγω τρίπτυχο είναι αυτό που δίνει ανταγωνιστικό πλεονέκτημα σε μια οπλοβιομηχανία έναντι μιας άλλης. Ποιο άλλωστε κράτος δεν θα ήθελε να έχει ένα πιο ισχυρό οπλοστάσιο σε σχέση με τα υπόλοιπα κράτη; Σε αυτό το πλαίσιο, οι λεκτικές ενέδρες φόβου που στήνονται όταν τα κράτη ανακοινώνουν (προφανώς στα υπόλοιπα κράτη) τις στρατιωτικές τους δαπάνες, δικαιώνουν το Πλατωνικό γνωμικό ότι ‘Ο φόβος είναι η ψυχική ταραχή που προκαλείται από την αναμονή του κακού’.

Το δεύτερο ερώτημα εμπεριέχει το πρώτο, ενώ επίσης είναι πιο πολυσύνθετο όσον αφορά τις διευκρινίσεις που πρέπει να γίνουν. Σαφώς και οι επιστήμονες που δραστηριοποιούνται στη πολεμική βιομηχανία δεν τάσσονται υπέρ ή κατά των επιδιώξεων που έχει μια χώρα έναντι της άλλης, καθώς, Ρώσοι, Ολλανδοί, Ισραηλινοί και Έλληνες δουλεύουν σε παγκόσμιες οπλοβιομηχανίες που τροφοδοτούν όλα τα κράτη αναλόγως των δαπανών τους. Το γεγονός αυτό αφαιρεί κάποια από την ένταση των ηθικών διλημμάτων των επιστημόνων, οι οποίοι, αντιλαμβανόμενοι την αναγκαιότητα του πολέμου κατασκευάζουν όπλα θεωρώντας πρωτίστως τη δράση τους αυτή ως ένα τεχνολογικό επίτευγμα, όπως δηλαδή θα συνέβαινε για ένα οποιοδήποτε άλλο προϊόν τεχνολογίας.

Ωστόσο, υπάρχει σαφώς και το ενδεχόμενο ένα έθνος ευρισκόμενο σε κλίμα ενδοϊμπεριαλιστικών αντιπαραθέσεων, όπως αυτό που ζούμε σήμερα, να επιστρατεύει την διαθέσιμη επιστημοτεχνική γνώση του για να υπερασπίσει ή ακόμα και για να εκφοβίσει τα υπόλοιπα κράτη. Σ’ αυτή την περίπτωση, ο επιστήμονας γνωρίζει ή τουλάχιστον οφείλει να γνωρίζει ότι τα όπλα που κατασκευάζει θα χρησιμοποιηθούν για τους σκοπούς και τις πολιτικές κατευθύνσεις που το κράτος ακολουθεί. Παρά το ότι ο Ισραηλινός επιστήμονας γνωρίζει ότι το τελευταίας τεχνολογίας αυτόματο όπλο που κατασκευάζει θα χρησιμοποιηθεί εναντίον των αμάχων, στη πλειονότητα τους Παλαιστινίων, εντούτοις είναι θολό το κατά πόσον τα ηθικά αναχώματα που ενδεχομένως δημιουργούνται έχουν τη δυνατότητα να εμποδίσουν τη δράση του και την πηγή από την οποία η πράξη αυτή νοηματοδοτείται.

Ο επιστήμονας δεν είναι δυνατό να προσληφθεί ως μια αυθύπαρκτη οντότητα εκτός των πολιτικοκοινωνικών εξελίξεων οι οποίες καθορίζονται εν πολλοίς από τον κυρίαρχο λόγο. Και ποιοι φυσικά είναι υπεύθυνοι για τη διαμόρφωση αυτού του κυρίαρχου λόγου και των επιταγών του; Μα φυσικά ο καθημερινός τύπος, ο οποίος χρειάζεται όμως ένα απαραίτητο βασικό συστατικό για να στηρίξει τη προπαγάνδα του και να την πλασάρει ως αδιάσειστη αλήθεια. Τον ρόλο αυτό έχουν οι διανοούμενοι.

Ποιος μπορεί να παραβλέψει ότι η φιλοσοφική θεωρία του Χάιντεγκερ στο χιτλερικό καθεστώς απετέλεσε την βάση πάνω στην οποία οικοδομήθηκε η εθνικοσοσιαλιστική θεωρία; Πάνω σε αυτή την θεωρία, χωρίς να λησμονείται η συνεισφορά που παρείχε η Νιτσεϊκή θεωρία με τις ευλογίες της αδερφής του φιλοσόφου, βασίστηκαν οι αιτιολογήσεις για τα τοπικά προγράμματα ευθανασίας Τ4, οι κατασκευές αποτελεσματικότερων θαλάμων αερίων και τα λογής πειράματα που εφήρμοσαν οι Ναζιστές επιστήμονες για τον υπέρτατο εθνικό σκοπό. Καθώς η ηθική αναμφίβολα αποτελεί ένα κοινωνικό κατασκεύασμα που μεταλλάσσεται και μετασχηματίζεται αναλόγως των εξουσιαστικών δομών, η ηθική των επιστημόνων της ναζιστικής Γερμανίας επίτασσε ότι οι μαζικές θανατώσεις ‘μολυσμένων’ ανθρώπων που προσέβαλλαν τη καθαρότητα του Γερμανικού αίματος γίνονταν στα πλαίσια της καθαρότητας της φυλής. Οι άμεσες συνέπειες που προέκυπταν από τις δράσεις των Γερμανών επιστημόνων αιτιολογούνταν από τις κατευθυντήριες γραμμές που δημιουργούσε και πιστοποιούσε η θεωρητική σέκτα της χώρας, αφού η ιδεολογία ήταν το αναπόσπαστο συστατικό του μηχανισμού πνευματικής ύπνωσης του γερμανικού λαού.

Τα ηθικά διλήμματα και οι τύψεις που ενδέχεται να προκύψουν από την κατασκευή όπλων, καθαγιάζονται επίσης σε μεγάλο βαθμό από το δικαίωμα χρήσης υπερόπλων που οι υπερδυνάμεις διατείνονται ότι έχουν έναντι άλλων χωρών. Η δυτικότροπη σκέψη δεν μπορούσε να αφήσει αυτή τη δυνατότητα προπαγάνδας ανεκμετάλλευτη, καθώς, δυτικές φιγούρες του πνεύματος με το απαραίτητα αποδεκτό ακαδημαϊκό κύρος προσπάθησαν να δικαιολογήσουν τη χρήση και την κατοχή όπλων μαζικής καταστροφής από συγκεκριμένες χώρες με ορίζοντα την παγκόσμια ειρήνη! Σ’ ένα από τα δοκίμια του στη σειρά «Αντιδημοφιλή Δοκίμια», ο Μπέρτραντ Ράσελ, επιδεικνύει αξιοθαύμαστες ανθρωπιστικές ευαισθησίες αναφορικά με την πιθανή διεξαγωγή ενός παγκοσμίου πολέμου, ανεξαρτήτως των κρατών τα οποία θα λάβουν μέρος. Τα κύρια στρατόπεδα όταν ο Ράσελ έγραφε τα δοκίμια του ήταν η Αμερική και η Ρωσία, τα οποία εκπροσωπούσαν δύο διαφορετικές ιδεολογίες (καπιταλισμός-κομμουνισμός). Και οι δύο αυτές προσεγγίσεις είναι λανθασμένες, γιατί κατά τη γνώμη του συγγραφέα περιχαρακώνουν την αυτοδιάθεση του ατόμου. Με μια ακατανόητη θεωρητική κωλοτούμπα, αντιλαμβάνεται ότι ναι μεν τα δυο αυτά συστήματα είναι περιοριστικά, αλλά στο έδαφος των ΗΠΑ υπάρχουν αξίες όπως η δημοκρατία, ο ανθρωπισμός και η ελευθερία του λόγου τα οποία δεν υπάρχουν στη Ρωσία. Χωρίς να χρειάζεται να αναφερθούν περισσότερα για τις πιο πάνω ιδεοληπτικές μπούρδες, ο Ράσελ υποστηρίζει την άποψη περί αναγκαιότητας ενός κοινού δυτικού εξοπλιστικού προγράμματος ώστε να αποτραπεί μια πιθανή εισβολή της Ρωσίας στον υπόλοιπο κόσμο, κάτι που θα μπορούσε για τον ίδιο να αλυσοδέσει την ανθρωπότητα στον κομμουνιστικό ζυγό, του οποίου οι ηγέτες αδημονούν πότε θα κοινωνικοποιηθούν τα μέσα παραγωγής, συνθήκη η οποία θα αφαιρούσε με αυτοματοποιημένο τρόπο τις δημοκρατικές αξίες, τα ανθρωπιστικά κεκτημένα και την ελεύθερη διακίνηση των ιδεών [sic].

Συνοπτικά, ο θεωρητικός δεν φαίνεται να είναι και τόσο αμέτοχος αναφορικά με την αμεσότητα των επιπτώσεων που προκύπτουν στο πλαίσιο του πολέμου. Τουναντίον, ο άνθρωπος πίσω από τα ακαδημαϊκά γραφεία έχει τη δυνατότητα να διαμορφώσει και να μορφοποιήσει μια κοινωνική συλλογιστική, πάνω στην οποία ή/και εξαιτίας της οποίας, μπορούν να βασιστούν αλλότριες και πολεμοχαρείς πολιτικές με ανυπολόγιστες συνέπειες. Η αρχική μη αμεσότητα που χαρακτηρίζει τις πράξεις του θεωρητικού, αποτυπώνεται καμουφλαρισμένη στην αμεσότητα με την οποία ένα παντοδύναμο έθνος δίνει διαταγή στα βομβαρδιστικά του να καταστρέψουν ξένα εδάφη, στην αμεσότητα με την οποία οι στρατιώτες εισβάλλουν σε ξένα εδάφη για λογαριασμό κρατών που θέλουν να διαφυλάξουν και να αυξήσουν τα κέρδη των μονοπωλίων τους και στην αμεσότητα με την οποία ολόκληροι λαοί πείθονται να ζήσουν στην φτώχεια και την εξαθλίωση με στόχο την μακροπρόθεσμη ανοικοδόμηση ενός αμφίβολου κράτους πρόνοιας.

Be first to comment