Η απεικόνιση του εργατικού κόσμου στη ζωγραφική του Βαν Γκονγκ

Συχνά- και για ένα μεγάλο μέρος του εικαστικού κοινού- η ζωγραφική τέχνη προκαλεί συνειρμούς μιας ιδεαλιστικής πραγματικότητας που επιτυγχάνεται με την συντεχνία χρωματισμών και του καλλιτεχνικού ταλέντου. Η ιδεαλιστική αυτή πραγματικότητα, προκύπτει εν πολλοίς, από τις επιδέξια ζωγραφισμένες σκηνές ή τα πρόσωπα που απεικονίζονται δομημένα με μια καλλιτεχνική αρτιότητα αποκαθαρμένη από τις μουντζούρες και τα ψεγάδια του φυσικού κόσμου. Ακόμα και στις ζωγραφικές προσπάθειες που αποπειράται μια όσο το δυνατόν αληθοφανής προβολή, η θεματολογία επί το πλείστον περιορίζεται σε μια στατικότητα του φυσικού κόσμου ή σε μια μεταφυσική πραγματικότητα-μασκαρεμένη όμως ως ρεαλισμό – της αληθινής δύναμης στην οποία χρωστά την κίνηση της η παγκόσμια ιστορία: αυτήν της εργατικής τάξης και των προϊόντων που παράγει.

Ανένταχτος στο πλαίσιο του 19ου αιώνα που επικροτούσε και νοηματοδοτούσε-εξαιτίας της αυτοκρατορικής κυριαρχίας- την δημιουργία πορτρέτων με μοτίβο τους ευγενείς, τους στρατιωτικούς και την απεικόνιση των τοπίων πασπαλισμένη με μια νεραϊδίσια φαιδρότητα, ο Βίνσεντ Βαν Γκονγκ επέλεξε μια εκ διαμέτρου αντίθετη κατεύθυνση. Η επαναστατική θεώρηση με την οποία αντιλήφθηκε την τέχνη τον οδήγησε στην περιγραφή της ύπαρξης των υποτελών τάξεων-ως μια δυναμικής που μέχρι τότε έμεινε στην αφάνεια- και συγκεκριμένα της κουλτούρας των χωρικών και των προλετάριων. Η αισθητική αποστολή του αναφορικά με τον διαχωρισμό κυρίαρχων και κυριαρχούμενων σκιαγραφήθηκε μέσα από την αναζήτηση των κοινωνικών βαθμίδων και τάξεων αφού ο ίδιος επέλεξε μια μορφή τέχνης που να αποτελεί έκφραση του λαού, η οποία ‘αναπαριστάται μέσα από ένα όμορφο όνειρο για μια ουτοπία’, για μια νέα κοινωνία που διαφαίνεται στον ορίζοντα των πινάκων του. Ένας αρκετά σημαντικός αριθμός πινάκων του (50) αφιερώθηκε στην εργατική τάξη των αγροτικών περιοχών της Γαλλίας και της Ολλανδίας. Ο ίδιος, αφομοιώθηκε σταδιακά από το τοπίο και το περιεχόμενο που ζωγράφιζε συναισθανόμενος ότι είναι απλά ένας ‘χωριάτης ανάμεσα σε άλλους χωριάτες’.
Έτσι, ο Βαν Γκονγκ δεν επαναπαύτηκε σε μια ανθρωπιστική ασυλία με την οποία ο καλλιτέχνης δικαιούται να εξαργυρώσει τη συγκίνηση που αποπνέουν τα έργα του, αφού η δημιουργία ζωγραφικών πινάκων και γενικά το αισθητικό έργο που γίνεται αντιληπτό μέσα από τον συμβολισμό δεν θα μπορούσε ποτέ να βρίσκεται σε άμεση σχέση με τις συνθήκες που διήγαγαν οι εξαθλιωμένοι εργάτες. Αρνούμενος να επαναπαυτεί στην άφεση του συμβολισμού, ο Βαν Γκονγκ στάθηκε δίπλα στους εργάτες με την ιδιότητα του ερασιτέχνη κήρυκα σε ένα ανθρακωρυχείο μιας υποβαθμισμένης περιοχής στην Γαλλία. Παρά τις αντίξοες συνθήκες που επικρατούσε στο ανθρακωρυχείο, ο καλλιτέχνης ξάπλωνε δίπλα από τους εργάτες, κάτω στο έδαφος, βιώνοντας σαρκικά τις φριχτές συνθήκες της τάξης αυτής. Η ‘ανταπόδοση’ του ανθρωπισμού του Βαν Γκονγκ, ήρθε με τον αφορισμό του από τον επίσημο κλήρο, επιβεβαιώνοντας ακόμα μια φορά ότι κεφάλαιο και θρησκεία αποτελούν συγκοινωνούντα δοχεία στον ρου της παγκόσμιας ιστορίας.

Η εσκεμμένη χρήση της μονοχρωμίας έδωσε στον Βαν Γκονγκ την δυνατότητα να επικεντρώνεται στον φωτισμό και την σκίαση, ως τα στοιχεία μέσα από τα οποία θα αναπαριστανόταν ‘ευκρινώς’ η απουσία ζωντανών χρωματισμών από την ζωή των εργατών του 19ου αιώνα. Σ’ ένα από τα πιο αντιπροσωπευτικά του έργα, τους ‘Πατατοφάγους’, καταδεικνύεται με αισθητικά ζοφερό τρόπο η ζωή των εργατών της περιόδου αυτής. Η παραστατικότητα του συγκεκριμένου πίνακα εντοπίζεται στο ότι το γεύμα με πατάτες γίνεται υπό το φώς μιας άτονης λάμπας πετρελαίου, ενώ τα λερωμένα χέρια των εργατών παρουσιάζουν ακριβώς αυτή την διττή και άρρηκτη σχέση μεταξύ του ποταπού γεύματος και του εξαντλητικού κόπου που απαιτείται για την απόλαυση του. Οι μορφές των εργατών είναι αισθητικά αλλοιωμένες και ανοίκειες για τον θεατή, αφού αυτή η ανοίκεια εκφραστικότητα θεωρείται από τον καλλιτέχνη ως το συνεπακόλουθο της καθημερινής και χωρίς περιθώρια απεγκλωβισμού εξάντλησης στο βωμό εξασφάλισης της επιβίωσης τους.

https://i0.wp.com/2.bp.blogspot.com/-JKUjOxkqR0k/UoeYu_6GU0I/AAAAAAAADPM/csp1QhHSqlM/s1600/800px-Van-willem-vincent-gogh-die-kartoffelesser-03850.jpg?resize=690%2C486

Oι πατατοφάγοι, Βαν Γκογκ 1885

 

Οι πίνακες ‘Ο Σπορέας’ και ‘Οι αγρότες φυτεύουν πατάτες’ αφορούν την άμεση σχέση που έχει ο εργάτης με την καλλιεργούμενη γη και τη φύση. Σε αντιδιαστολή με τους φινετσάτους χώρους, τους καλοκουρεμένους κήπους της αριστοκρατίας, τα εξεζητημένα φορέματα και τις λεπτεπίλεπτες φιγούρες που επικρατούσαν στην τέχνη τη συγκεκριμένη περίοδο, η θεματολογία του Βαν Γκονγκ επικεντρώνεται στην αιτία ύπαρξης της ευμάρειας της άρχουσας τάξης, δηλαδή των εργατών. Ωστόσο, και παρά την αποκοπή τους από την συμμετοχή στον φυσικό πλούτο που παράγουν, οι εργάτες στους πίνακες του Βαν Γκονγκ απολαμβάνουν μια άλλη σχέση, ανοίκεια για την άρχουσα τάξη, αυτή της εναρμόνισης μεταξύ γης και της δικής τους ύπαρξης. Όπως λοιπόν οι κατέχοντες τα μέσα παραγωγής διαμέσου του χρόνου κατάφεραν να αποξενώσουν τον εργάτη από το προϊόν που παράγει, ο Βαν Γκονγκ, μοιάζει να αποξενώνει συμβολικά τους αριστοκράτες της εποχής του από το να απολαμβάνουν μιας άμεσης σχεσιακής δυνατότητας με τη γη, καθώς πρόκειται για τον χώρο τον οποίο ‘ιδιοποιήθηκε’ ο εργάτης και από τον οποίο ο κεφαλαιοκράτης συνειδητά απομακρύνθηκε. Η πραγματικότητα της διαρκούς ανανέωσης υλικών αγαθών από την κυρίαρχη τάξη, αντικαθίσταται για τον Βαν Γκογκ, από την ανανεωτική σχέση του εργάτη με τη γη εντός της οποίας ζει στην ολότητα της τη διαδικασία εμφύσησης ζωής στον φυσικό κόσμο.

Σπορέας το ηλιοβασίλεμα, Βαν Γκογκ 1888

 

Ζευγαρι Αγροτες Φυτευουν Πατατες, Βαν Γκογκ

Ζευγαρι Αγροτες Φυτευουν Πατατες, Βαν Γκογκ 1885

 

Ένα ακόμα ενδεικτικό έργο του Βαν Γκονγκ στο οποίο αποτυπώνεται καθάρια η σχέση του καλλιτέχνη με την εργατική τάξη, είναι ο πίνακας με την ονομασία ‘Τα παπούτσια του Βαν Γκονγκ’.

https://i1.wp.com/www.tovima.gr/files/1/migratedData/D2001/D0114/1abc6b.jpg?resize=497%2C423

Τα παπούτσια του Βαν Γκονγκ 1886

Παρά το ότι ένα ζευγάρι βρώμικα και φθαρμένα παπούτσια ίσως να θεωρούνταν ως ένα περιορισμένο θέμα μ’ ένα επίσης περιορισμένο περιεχόμενο ως προς την ερμηνεία και τη σημασιοδότηση τους, εντούτοις, τα παπούτσια αντικατοπτρίζουν πολύ απλά τις κακουχίες της τότε αγροτικής τάξης. Ενώ οι περισσότεροι καλλιτέχνες της εποχής προτιμούσαν να απεικονίζουν ειδυλλιακά τοπία, να πειραματίζονται με τους χρωματισμούς των λουλουδιών και να ζωγραφίζουν καλοντυμένες δεσποινίδες, ο Βαν Γκονγκ επικεντρώθηκε σε ένα ζευγάρι παπούτσια, των οποίων η φθαρμένη εξωτερική μορφή συμβολίζει την αντίστοιχη -φθαρμένη από τον κόπο- ζωή των εργατών. Αρχικά, ο θεατής που συμμετέχει στην συμβολική διαδικασία ερμηνείας του πίνακα δεν υπάρχει περίπτωση να φανταστεί ότι μπορεί να γίνει ο κάτοχος αυτών των παπουτσιών αφού δεν μπορούν να του παρέχουν άνεση. Τα παπούτσια όμως δεν προορίζονται για οποιανδήποτε άλλη κοινωνική τάξη, παρά μόνο την εργατική. Επίσης, τα παπούτσια αυτά συμβολίζουν τον τεράστιο χρόνο που περνούσε ο εργάτης στα χωράφια, πραγματικότητα που κάνει ακόμα πιο ξεκάθαρο το γεγονός της μοναδικότητας τους  στη ζωή του εργάτη, καθώς η έλλειψη χρήματος και χρόνου (εκείνη τη περίοδο οι αγρότες εργάζονταν μέχρι και 14 ώρες τη μέρα) δεν του έδινε τη δυνατότητα για ένα δεύτερο ζευγαρι (7). Αυτά τα παπούτσια θα φορεθούν στο καφενείο, στην εκκλησία, όπως με τον ίδιο τρόπο λιώνουν καθημερινά στον χώρο εργασίας. Τα παπούτσια λειτουργούν για τον θεατή ως ένας διαθλασμένος φακός στην άλλη άκρη του οποίου διακρίνονται οι άπειροι βηματισμοί στο καλλιεργημένο έδαφος, όπου «κάτω από τα πέλματα έχει μαζευτεί η καρτερικότητα του αργού βαδίσματος ανάμεσα στις μακρόσυρτες και μονότονες αυλακιές του αγρού, πάνω από τον οποίο φυσά δριμύς άνεμος […] «μέσα από αυτά τα παπούτσια σέρνεται ο ανέκφραστος φόβος για την εξασφάλιση του ψωμιού, η άφωνη χαρά για το ξεπέρασμα της βιοτικής ανάγκης, το τρεμούλιασμα κατά την ώρα του τοκετού και η ανατριχίλα για την απειλή του θανάτου. Στη γη ανήκουν αυτά τα παπούτσια…» (1) και σε αυτούς που εξαιτίας τους φθείρονται και έτσι το εργατικό βάδισμα προς την ουτοπία γίνεται ολοένα και πιο μακρόσυρτο, ας προσθέσουμε.

 

Αναφορές:

  1. ‘Τα παπούτσια του Βαν Γκονγκ” 3+1 κείμενα, 2006, σελ.49

Leave a Reply