Φ. Ενγκελς : Η εξέλιξη του σοσιαλισμού από την ουτοπία στην επιστήμη

 

Στις 5 Αυγούστου 1895, πεθαίνει ο Φρίντριχ Ενγκελς, κορυφαία μορφή του παγκόσμιου εργατικού, επαναστατικού και κομμουνιστικού κινήματος. Ο Φ. Ένγκελς από κοινού με τον Κ. Μαρξ συνδιαμόρφωσαν και θεμελίωσαν την επιστημονική κοσμοθεωρία της εργατικής τάξης, αποδεικνύοντας το αναπόφευκτο, νομοτελειακό πέρασμα της κοινωνίας από τον καπιταλισμό στον κομμουνισμό. Και έδωσαν έτσι στην πρωτοπόρα επαναστατική τάξη τα όπλα για να γίνει τάξη για τον εαυτό της, προκειμένου να φέρει σε πέρας την ιστορική της αποστολή, την κοινωνική απελευθέρωση από την ταξική εκμετάλλευση.

Ο Ενγκελς ασχολήθηκε ιδιαίτερα με τη θεμελίωση και την τεκμηρίωση της υλιστικής διαλεκτικής, αντιμετωπίζοντας πλήθος θεωρητικών προβλημάτων και αναλαμβάνοντας να αντικρούσει τις αντιεπιστημονικές απόψεις της ιδεαλιστικής φιλοσοφίας. Ανάμεσα στα πολλά έργα του που ξεχώρισαν, το «Αντι- Ντύρινγκ», «η Καταγωγή της Οικογένειας, της Ατομικής Ιδιοκτησίας και του Κράτους», «Ουτοπικός και Επιστημονικός Σοσιαλισμός», «Για το Ζήτημα της Κατοικίας» και πλήθος άλλα. Ο Ένγκελς συνδύασε τη συγγραφική του δραστηριότητα με την επαναστατική πάλη και πήρε μέρος σε πολλές επαναστατικές εξεγέρσεις, όπως στη Γερμανία και τη Γαλλία.

Ο θάνατός του, αν και αναμενόμενος μιας και ο Ένγκελς ήταν άρρωστος από καιρό, έπεσε σαν κεραυνός στο διεθνές σοσιαλιστικό κίνημα. Ο Βίλχελμ Λίμπκνεχτ, ένας από τους ηγέτες τότε του Γερμανικού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος, που είχε γνωριστεί και συνεργαστεί με τον Μαρξ και τον Ενγκελς, έγραψε: «Ο Στρατηγός (σ.σ. έτσι χαρακτήριζαν τον Ένγκελς) πέθανε χθες τη νύχτα 10.30… Παρόλο που το θάνατό του τον περιμέναμε, το πλήγμα ωστόσο ήταν σκληρό, φοβερό. Είχε πέσει σαν δέντρο που το κόβουν, ο γιγάντιος ήρωας του πνεύματος που είχε θεμελιώσει μαζί με τον Μαρξ τον επιστημονικό σοσιαλισμό και είχε διδάξει την τακτική του σοσιαλισμού… ο φίλος, ο σύμβουλος, ο οδηγός, ο μαχητής ήταν νεκρός».


Η υλιστική αντίληψη της Ιστορίας ξεκινά από τη θέση ότι η παραγωγή, και μαζί με την παραγωγή η ανταλλαγή των προϊόντων της, αποτελεί τη βάση κάθε κοινωνικού καθεστώτος, ότι σε κάθε ιστορικά γεννημένη κοινωνία η διανομή των προϊόντων, και μαζί της η κοινωνική διάρθρωση σε τάξεις ή κάστες, ρυθμίζεται σύμφωνα με το τι και πώς παράγεται και πώς ανταλλάσσονται τα προϊόντα της παραγωγής. Ετσι oι τελικές αιτίες όλων των κοινωνικών αλλαγών και πολιτικών ανατροπών πρέπει ν’ αναζητηθούν όχι στα κεφάλια των ανθρώπων, όχι στην αυξανόμενη κατανόηση της αιώνιας αλήθειας και δικαιοσύνης, παρά στις αλλαγές του τρόπου παραγωγής και ανταλλαγής. Πρέπει ν’ αναζητηθούν όχι στη φιλοσοφία, αλλά στην οικονομία της αντίστοιχης εποχής. Η αφυπνιζόμενη συνείδηση, ότι oι υπάρχοντες κοινωνικοί θεσμοί είναι παράλογοι και άδικοι, ότι «ο λόγος είναι παραλογισμός και η ευεργεσία βάσανο»1, αποτελεί μονάχα ένα σημάδι ότι στις μέθοδες της παραγωγής και στις μορφές της ανταλλαγής έγιναν σιωπηρά τέτοιες αλλαγές, που δεν ταιριάζει πια σ’ αυτές το κοινωνικό καθεστώς που είναι φτιαγμένο για παλιότερους οικονομικούς όρους. Απ’ αυτό επίσης πηγάζει, ότι τα μέσα για την εξάλειψη των κακών που ανακαλύφθηκαν πρέπει επίσης να υπάρχουν μέσα στις ίδιες τις αλλαγμένες παραγωγικές σχέσεις, τις λίγο ή πολύ εξελιγμένες. Τα μέσα αυτά δεν πρέπει βέβαια να εφευρεθούν με το μυαλό, αλλά με τη βοήθεια του μυαλού να ανακαλυφθούν μέσα στα υπάρχοντα ολικά γεγονότα της παραγωγής.

Πώς ύστερα απ’ αυτά έχουν τα πράγματα με το σύγχρονο σοσιαλισμό; Όλοι, σχεδόν, παραδέχονται ότι το υπάρχον κοινωνικό καθεστώς έχει δημιουργηθεί από την αστική τάξη που κυριαρχεί σήμερα. Ο χαρακτηριστικός για την αστική τάξη τρόπος παραγωγής, που από τον καιρό του Μαρξ ονομάζεται κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής, ήταν ασυμβίβαστος με τα τοπικά και φεουδαρχικά ταξικά προνόμια καθώς και με τους αμοιβαίους προσωπικούς δεσμούς του φεουδαρχικού καθεστώτος. Η αστική τάξη τσάκισε το φεουδαρχικό καθεστώς και εγκαθίδρυσε πάνω στα ερείπια του το αστικό κοινωνικό καθεστώς, το βασίλειο του ελεύθερου συναγωνισμού, της ελεύθερης μετακίνησης, της ισοτιμίας των ιδιοκτητών εμπορευμάτων και όλων των άλλων αστικών μεγαλείων, αδιάφορο πώς λέγονται. Ο κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής μπορούσε τώρα να αναπτύσσεται ελεύθερα. Από τότε που ο ατμός και οι νέες μηχανές – εργαλεία μετατρέψανε τη μανιφακτούρα σε μεγάλη βιομηχανία, οι παραγωγικές δυνάμεις, λυτρωμένες με τη διεύθυνση της αστικής τάξης, εξελίχθηκαν με πρωτάκουστη ως τότε γρηγοράδα και σε ασυνήθιστη ως τότε κλίμακα. Οπως όμως στον καιρό της η μανιφακτούρα και η χειροτεχνία που είχε με την επίδρασή της εξελιχθεί παραπέρα ήρθε σε σύγκρουση με τα φεουδαρχικά δεσμά των συντεχνιών, έτσι και η μεγάλη βιομηχανία σε ανώτερο βαθμό εξέλιξής της έρχεται σε σύγκρουση με τους φραγμούς, που μέσα σ’ αυτούς την έχει στριμώξει ο κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής. Οι νέες παραγωγικές δυνάμεις έχουν κιόλας αναπτυχθεί ολάκερο μπόι ψηλότερα από την αστική μορφή της χρησιμοποίησής τους. Και αυτή η σύγκρουση ανάμεσα στις παραγωγικές δυνάμεις και στον τρόπο παραγωγής δεν είναι μια σύγκρουση που γεννήθηκε μέσα στα κεφάλια των ανθρώπων, όπως λ.χ. η σύγκρουση του ανθρώπινου πατροπαράδοτου αμαρτήματος με τη θεία δικαιοσύνη, αλλά υπάρχει στα γεγονότα, αντικειμενικά, έξω από μας, ανεξάρτητα από τη θέληση και τη δράση ακόμα και εκείνων των ανθρώπων που την προκάλεσαν. Ο σύγχρονος σοσιαλισμός δεν είναι τίποτα άλλο παρά αντανάκλαση στη σκέψη αυτής της πραγματικής σύγκρουσης, το ιδεατό της αντικαθρέφτισμα στα κεφάλια πρώτα της τάξης που υποφέρει άμεσα απ’ αυτή τη σύγκρουση, της εργατικής τάξης.

Η πορεία κοινωνικοποίησης της παραγωγής

Σε τι, λοιπόν, συνίσταται αυτή η σύγκρουση;

Πριν από την κεφαλαιοκρατική παραγωγή, δηλαδή στο μεσαίωνα, υπήρχε παντού η μικροεπιχείρηση που είχε σαν βάση της την ατομική ιδιοκτησία των εργατών στα μέσα παραγωγής τους: η γεωργία των μικρών αγροτών, ελευθέρων ή δουλοπάροικων, η χειροτεχνία των πόλεων. Τα μέσα εργασίας – η γη, τα γεωργικά εργαλεία, τα εργαστήρια, τα χειροτεχνικά εργαλεία – ήταν μέσα εργασίας του ξεχωριστού ατόμου και ήταν υπολογισμένα μονάχα για ατομική χρήση και επομένως υποχρεωτικά ήταν μικρά, νάνα, περιορισμένα. Μα γι’ αυτό και ανήκαν κανονικά στον ίδιο τον παραγωγό. Ο ιστορικός ρόλος του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής και του φορέα του, της αστικής τάξης, ήταν ακριβώς να συγκεντρώσει, να μεγαλώσει και να μετατρέψει στους σημερινούς ισχυρούς μοχλούς της παραγωγής, αυτά τα κομματιασμένα, μικρά παραγωγικά μέσα. Πώς από το XV αιώνα και δω πραγματοποίησε ιστορικά αυτό το ρόλο στις τρεις βαθμίδες της παραγωγής: την απλή συνεργασία, τη μανιφακτούρα και τη μεγάλη βιομηχανία, το περιέγραψε διεξοδικά ο Μαρξ στο 4ο μέρος του «Κεφαλαίου». Η αστική τάξη όμως, όπως αποδείχνεται επίσης εκεί, δε μπορούσε να μετατρέψει εκείνα τα περιορισμένα μέσα παραγωγής σε τεράστιες παραγωγικές δυνάμεις, χωρίς να τα μετατρέψει από μέσα παραγωγής του ξεχωριστού ατόμου σε κοινωνικά μέσα παραγωγής, που μπορούν να χρησιμοποιηθούν μονάχα από ένα σύνολο ανθρώπων. Στη θέση του ροδανιού, του χειροκίνητου αργαλειού, του σφυριού του σιδερά, μπήκαν η κλωστική μηχανή, ο μηχανικός αργαλειός, το ατμοκίνητο σφυρί. Στη θέση του ατομικού εργαστηρίου μπήκε το εργοστάσιο που επιβάλλει τη συνεργασία εκατοντάδων και χιλιάδων εργατών. Και όπως τα μέσα παραγωγής, έτσι και η ίδια η παραγωγή μετατράπηκε από μια σειρά μονωμένες ενέργειες σε μια σειρά κοινωνικές πράξεις και τα προϊόντα από προϊόντα ξεχωριστών ατόμων σε κοινωνικά προϊόντα. Το νήμα, το υφαντό, τα μεταλλικά εμπορεύματα που βγαίναν τώρα από το εργοστάσιο, ήταν το προϊόν της κοινής εργασίας πολλών εργατών που έπρεπε να περάσει διαδοχικά από τα χέρια τους προτού ετοιμαστεί. Κανένας απ’ αυτούς δε μπορούσε να πει: Αυτό το έκανα εγώ, αυτό είναι δικό μου προϊόν.

Εκεί όμως που η βασική μορφή της παραγωγής είναι ο αυθόρμητος καταμερισμός της εργασίας μέσα στην κοινωνία, που γεννήθηκε βαθμιαία και χωρίς σχέδιο, εκεί ο καταμερισμός αυτός της εργασίας δίνει στα προϊόντα τη μορφή των εμπορευμάτων, που η αμοιβαία τους ανταλλαγή, αγορά και πούληση, δίνει τη δυνατότητα στους ξεχωριστούς παραγωγούς να ικανοποιούν τις πιο διαφορετικές ανάγκες τους. Κι αυτό γινόταν στο μεσαίωνα. Ο αγρότης λ.χ. πουλούσε γεωργικά προϊόντα στο χειροτέχνη και αγόραζε απ’ αυτόν χειροτεχνικά προϊόντα. Σ’ αυτή λοιπόν την κοινωνία των ατομικών παραγωγών, των εμπορευματοπαραγωγών, τρύπωσε ο νέος τρόπος παραγωγής. Μέσα στον αυθόρμητο, ασχεδίαστο καταμερισμό της εργασίας, που κυριαρχούσε σ’ όλη την κοινωνία, έβαλε τον σχεδιασμένο καταμερισμό της εργασίας, όπως ήταν οργανωμένος στο ξεχωριστό εργοστάσιο. Πλάι στην παραγωγή των ατομικών μικρών παραγωγών εμφανίστηκε η κοινωνική παραγωγή. Τα προϊόντα και των δύο πουλιούνταν στην ίδια αγορά, και επομένως τουλάχιστον στις ίδιες περίπου τιμές. Η σχεδιασμένη όμως οργάνωση ήταν ισχυρότερη από τον αυθόρμητο καταμερισμό της εργασίας. Τα εργοστάσια όπου εφαρμοζόταν η κοινωνική εργασία παρήγαγαν πιο φτηνά τα προϊόντα τους από τους ατομικούς μικροπαραγωγούς. Η ατομική παραγωγή υπόκυπτε στον έναν τομέα ύστερα από τον άλλο, η κοινωνική παραγωγή επαναστατικοποιούσε ολόκληρο τον παλιό τρόπο παραγωγής. Αυτός όμως ο επαναστατικός χαρακτήρας της παραγωγής έγινε τόσο λίγο αντιληπτός, που η κοινωνική παραγωγή αντίθετα εισήχθηκε σαν μέσο για την ένταση και την προώθηση της εμπορευματικής παραγωγής. Γεννήθηκε σε άμεση σύνδεση με ορισμένους, προϋπάρχοντες πια μοχλούς της παραγωγής και ανταλλαγής εμπορευμάτων: εμπορικό κεφάλαιο, χειροτεχνία, μισθωτή εργασία. Και επειδή η κοινωνική παραγωγή εμφανίστηκε η ίδια σαν μια νέα μορφή εμπορευματικής παραγωγής, εξακολουθούσαν και γι’ αυτήν να διατηρούν όλη τους την ισχύ οι μορφές ιδιοποίησης της εμπορευματικής παραγωγής.

Η κεφαλαιοκρατική εμπορευματική παραγωγή και η μισθωτή εργασία

Στην εμπορευματική παραγωγή, όπως είχε αναπτυχθεί στο μεσαίωνα, δε μπορούσε να γεννηθεί καθόλου ζήτημα, σε ποιον έπρεπε να ανήκει το προϊόν της εργασίας. Ο ατομικός παραγωγός το έφτιαχνε κανονικά από πρώτες ύλες που άνηκαν σ’ αυτόν και που συχνά τις έφτιαχνε ο ίδιος, με δικά του μέσα εργασίας και με τη δουλιά των δικών του χεριών ή των χεριών της οικογένειάς του. Δε χρειαζόταν καθόλου να το ιδιοποιηθεί ο ίδιος, ανήκε από την ίδια τη φύση του σ’ αυτόν. Η ιδιοκτησία στο προϊόν στηριζόταν λοιπόν πάνω στη δικιά του δουλειά. Ακόμα και κει που χρησιμοποιούνταν ξένη βοήθεια, η βοήθεια αυτή έπαιζε κατά κανόνα δευτερεύοντα ρόλο και αμειβόταν συχνά εκτός από το μισθό και με άλλη αποζημίωση: ο συντεχνιακός μαθητευόμενος και ο κάλφας εργάζονταν λιγότερο για την τροφή τους και για το μισθό, και περισσότερο για να εκπαιδευτούν οι ίδιοι και ν’ αποχτήσουν την ιδιότητα του μάστορα. Και τότε ήρθε η συγκέντρωση των μέσων παραγωγής σε μεγάλα εργαστήρια και μανιφακτούρες, η μετατροπή τους σε πραγματικά κοινωνικά μέσα παραγωγής. Τα κοινωνικά όμως μέσα παραγωγής και προϊόντα τα χειρίζονταν όπως και προηγούμενα σαν να ήταν μέσα παραγωγής και προϊόντα ξεχωριστών ατόμων. Αν ίσαμε τώρα ο κάτοχος των μέσων εργασίας ιδιοποιόταν το προϊόν γιατί ήταν κατά κανόνα δικό του προϊόν και η ξένη βοηθητική εργασία αποτελούσε εξαίρεση, έτσι και τώρα ο κάτοχος των μέσων εργασίας εξακολουθούσε να ιδιοποιείται το προϊόν, αν και δεν ήταν πια δικό του προϊόν, αλλά αποκλειστικά προϊόν ξένης εργασίας. Ετσι λοιπόν τα προϊόντα που στο εξής παράγονταν κοινωνικά δεν τα ιδιοποιούνταν εκείνοι που πραγματικά είχαν βάλει σε κίνηση τα μέσα παραγωγής και είχαν πραγματικά παραγάγει τα προϊόντα, αλλά ο κεφαλαιοκράτης. Τα μέσα παραγωγής και η παραγωγή έγιναν στην ουσία κοινωνικά, εξακολουθούν όμως να υπόκεινται σε μια μορφή ιδιοποίησης, που έχει σαν προϋπόθεση την ατομική παραγωγή ξεχωριστών παραγωγών, όπου ο καθένας κατέχει το δικό του προϊόν και το φέρνει στην αγορά. Ο τρόπος παραγωγής υποτάσσεται σ’ αυτή τη μορφή ιδιοποίησης, μ’ όλο που καταργεί την προϋπόθεση αυτής της μορφής2. Σ’ αυτήν την αντίφαση, που δίνει στο νέο τρόπο παραγωγής τον κεφαλαιοκρατικό του χαρακτήρα, βρίσκεται κιόλας σε εμβρυώδικη μορφή όλη η σύγκρουση της σύγχρονης εποχής. Κι όσο περισσότερο επικρατούσε ο νέος τρόπος παραγωγής σε όλους τους αποφασιστικούς τομείς της παραγωγής και σε όλες τις χώρες που παίζουν αποφασιστικό ρόλο στην οικονομία, όσο περισσότερο ξετόπιζε την ατομική παραγωγή, ώσπου να απομείνουν μερικά ασήμαντα υπολείμματά της, τόσο πιο χτυπητά πρόβαλλε αναγκαστικά το ασυμβίβαστο της κοινωνικής παραγωγής και της κεφαλαιοκρατικής ιδιοποίησης.

Οι πρώτοι κεφαλαιοκράτες, όπως είδαμε, βρήκαν κιόλας έτοιμη τη μορφή της μισθωτής εργασίας. Τη μισθωτή εργασία όμως σαν εξαίρεση, σαν δευτερεύουσα και βοηθητική απασχόληση, σαν μεταβατική κατάσταση. Ο εργάτης γης που πήγαινε προσωρινά μεροκαματιάρης είχε ένα – δυο δικά του στρέμματα γης, απ’ τα οποία μπορούσε να ζήσει σε ώρα ανάγκης. Οι συντεχνιακές διατάξεις φρόντιζαν ο σημερινός κάλφας να γίνει ο αυριανός μάστορας. Ολα αυτά όμως άλλαξαν, μόλις τα μέσα παραγωγής μετατράπηκαν σε κοινωνικά και συγκεντρώθηκαν στα χέρια κεφαλαιοκρατών. Το μέσο παραγωγής καθώς και το προϊόν του μικρού ατομικού παραγωγού έχαναν ολοένα και περισσότερο την αξία τους και δεν του ‘μενε τίποτα άλλο, παρά να πάει να δουλέψει με μισθό στον κεφαλαιοκράτη. Η μισθωτή εργασία, που ήταν προηγούμενα εξαίρεση και βοηθητική, έγινε κανόνας και βασική μορφή όλης της παραγωγής. Από δευτερεύουσα απασχόληση του εργάτη που ήταν προηγούμενα, έγινε τώρα η αποκλειστική απασχόλησή του. Ο προσωρινός μισθωτός εργάτης μετατράπηκε σε μισθωτό εργάτη για όλη του τη ζωή. Το πλήθος των ισόβιων μισθωτών εργατών αυξήθηκε τεράστια και με την ταυτόχρονη κατάρρευση του φεουδαρχικού καθεστώτος, με τη διάλυση της ακολουθίας των φεουδαρχών αρχόντων, με το διώξιμο αγροτών από τα νοικοκυριά τους κ.λπ. Εγινε ο χωρισμός ανάμεσα στα μέσα παραγωγής που συγκεντρώθηκαν στα χέρια των κεφαλαιοκρατών από τη μια, και στους παραγωγούς από την άλλη, που έφτασαν σε σημείο να μην κατέχουν τίποτα άλλο, εκτός από την εργατική τους δύναμη. Η αντίφαση ανάμεσα στην κοινωνική παραγωγή και στην κεφαλαιοκρατική ιδιοποίηση εκδηλώνεται σαν αντίθεση ανάμεσα στο προλεταριάτο και στην αστική τάξη.

Είδαμε ότι ο κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής τρύπωσε σε μια κοινωνία εμπορευματοπαραγωγών, ατομικών παραγωγών, που η κοινωνική σύνδεσή τους γινόταν μέσω της ανταλλαγής των προϊόντων τους. Κάθε όμως κοινωνία που βασίζεται στην παραγωγή εμπορευμάτων έχει το χαρακτηριστικό ότι οι παραγωγοί χάνουν την κυριαρχία πάνω στις δικές τους κοινωνικές σχέσεις. Ο καθένας παράγει για τον εαυτό του με τα μέσα παραγωγής που έτυχε να έχει και για τις δικές του ανταλλακτικές ανάγκες. Κανένας δεν ξέρει πόσα προϊόντα θαρθούν στην αγορά απ’ αυτά που παρήγαγε και πόσα απ’ αυτά χρειάζονται, κανένας δεν ξέρει αν το δικό του ατομικό προϊόν θα συναντήσει μια πραγματική ανάγκη, αν θα βγάλει τα έξοδά του ή αν γενικά θα μπορέσει να το πουλήσει. Στην κοινωνική παραγωγή επικρατεί αναρχία. Η εμπορευματική όμως παραγωγή, όπως και κάθε άλλη μορφή παραγωγής, έχει τους ιδιαίτερους συμφυείς και αχώριστους απ’ αυτήν νόμους της. Και οι νόμοι αυτοί επιβάλλονται παρά την αναρχία, μέσα σ’ αυτή την αναρχία, μέσω αυτής της αναρχίας. Εκδηλώνονται με τη μοναδική μορφή της κοινωνικής σύνδεσης που εξακολουθεί να παραμένει, δηλαδή με την ανταλλαγή, και επιβάλλονται στους ατομικούς παραγωγούς σαν υποχρεωτικοί νόμοι του συναγωνισμού. Οι νόμοι αυτοί είναι στην αρχή άγνωστοι στους ίδιους τους παραγωγούς και πρέπει να ανακαλυφθούν απ’ αυτούς σιγά – σιγά με μακρόχρονη πείρα. Επιβάλλονται λοιπόν δίχως τους παραγωγούς και ενάντια στους παραγωγούς, σαν φυσικοί νόμοι της μορφής της παραγωγής τους που δρούνε τυφλά. Το προϊόν εξουσιάζει τους παραγωγούς.

Η ανταλλαγή στον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής και η αναρχία της παραγωγής

Στη μεσαιωνική κοινωνία, ιδιαίτερα στους πρώτους αιώνες, η παραγωγή ήταν προσανατολισμένη κυρίως στην αυτοκατανάλωση. Ικανοποιούσε πριν απ’ όλα μονάχα τις ανάγκες του παραγωγού και της οικογένειάς του. Εκεί όμως όπου – όπως στην ύπαιθρο – υπήρχαν προσωπικές σχέσεις εξάρτησης, η παραγωγή ικανοποιούσε επίσης και τις ανάγκες του φεουδάρχη. Επομένως, εδώ δεν γινόταν ανταλλαγή και τα προϊόντα δεν έπαιρναν το χαρακτήρα εμπορευμάτων. Η οικογένεια του αγρότη παρήγαγε σχεδόν όλα όσα χρειαζόταν, τα εργαλεία και τα ρούχα ακριβώς όπως και τα τρόφιμα. Και μονάχα όταν κατάφερε να παράγει ένα πλεόνασμα πάνω από τις δικές της ανάγκες και πάνω από την εισφορά σε είδος που ήταν υποχρεωμένη να καταβάλλει στον άρχοντα φεουδάρχη, μόνον τότε άρχισε να παράγει και εμπορεύματα. Το πλεόνασμα αυτό, όταν ριχνόταν στην κοινωνική κυκλοφορία, όταν προσφερόταν για πούληση, γινόταν εμπόρευμα. Βέβαια, οι χειροτέχνες των πόλεων ήταν υποχρεωμένοι αμέσως, από την αρχή κιόλας να παράγουν για την ανταλλαγή. Μα κι αυτοί κάλυπταν με τη δικιά τους τη δουλειά το μεγαλύτερο μέρος των ατομικών τους αναγκών. Είχαν περιβόλια και μικρά χωραφάκια, έστελναν τα ζώα τους για βοσκή στο δάσος της κοινότητας, που εκτός απ’ αυτό τους προμήθευε και την ξυλεία για τη δουλειά τους και για τη θέρμανση, οι γυναίκες έκλωθαν λινάρι, μαλλί, κλπ. Μόλις τότε γεννιόταν η παραγωγή με σκοπό την ανταλλαγή, η εμπορευματική παραγωγή. Απ’ αυτού πηγάζει η περιορισμένη ανταλλαγή, η περιορισμένη αγορά, η σταθερότητα στον τρόπο της παραγωγής, η τοπική κλειστή οικονομία σε σχέση με τον έξω κόσμο, η συνένωση στο εσωτερικό, η Μαρκ (Mark=κοινότητα)3 στην ύπαιθρο, η συντεχνία στην πόλη.

Με την επέκταση όμως της εμπορευματικής παραγωγής και ιδιαίτερα με την εμφάνιση του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής έμπαιναν πιο ανοιχτά και πιο έντονα σε ενέργεια οι ως τότε λανθάνοντες νόμοι της εμπορευματικής παραγωγής. Οι παλιοί δεσμοί χαλάρωναν, οι παλιοί φραγμοί σπάζανε και οι παραγωγοί μετατρέπονταν ολοένα και περισσότερο σε ξεχωριστούς, ανεξάρτητους, ατομικούς εμπορευματοπαραγωγούς. Βγήκε στην επιφάνεια η αναρχία της κοινωνικής παραγωγής και οξυνόταν όσο πήγαινε και περισσότερο. Το κύριο όμως όργανο με το οποίο ο κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής δυνάμωνε αυτή την αναρχία στην κοινωνική παραγωγή, αποτελούσε το άμεσα αντίθετο της αναρχίας. Αυτό το όργανο ήταν η αυξανόμενη οργάνωση της παραγωγής σαν κοινωνικής παραγωγής σε κάθε ξεχωριστή παραγωγική επιχείρηση. Με το μοχλό αυτό ο κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής έβαζε τέλος στην παλιά ειρηνική σταθερότητα. Εκεί όπου έμπαινε σ’ έναν βιομηχανικό κλάδο, δεν ανεχόταν πλάι του τις παλιές μέθοδες παραγωγής. Εκεί όπου υπότασσε τη χειροτεχνία, κατάστρεφε την παλιά χειροτεχνία. Το πεδίο της εργασίας γινόταν πεδίο μάχης. Οι μεγάλες γεωγραφικές ανακαλύψεις και οι αποικιοποιήσεις που ακολούθησαν πολλαπλασίαζαν την περιοχή κατανάλωσης και επιτάχυναν τη μετατροπή της χειροτεχνίας σε μανιφακτούρα. Δεν ξέσπασε μονάχα η πάλη ανάμεσα στους τοπικούς χωριστούς παραγωγούς, μα και οι τοπικές συγκρούσεις αναπτύχθηκαν με τη σειρά τους σε εθνικούς αγώνες, στους εμπορικούς πολέμους του XVII και XVIII αιώνα. Τέλος, η μεγάλη βιομηχανία και η δημιουργία της παγκόσμιας αγοράς έκαναν τον αγώνα αυτόν παγκόσμιο και του έδωσαν ταυτόχρονα μιαν ανήκουστη ένταση. Στην πάλη ανάμεσα στους ξεχωριστούς κεφαλαιοκράτες, όπως και ανάμεσα σε ολόκληρες βιομηχανίες και ολόκληρες χώρες, αποφασιστικό για την ύπαρξη είναι ποιος διαθέτει ευνοϊκούς, φυσικούς ή δημιουργημένους απ’ αυτόν όρους παραγωγής. Αυτός που υποκύπτει παραμερίζεται αμείλιχτα. Είναι ο δαρβινικός αγώνας για την ύπαρξη του ατόμου, αγώνας που μεταφέρθηκε με πολλαπλασιασμένη μανία από τη φύση στην κοινωνία. Η φυσική κατάσταση του ζώου εμφανίζεται σαν αποκορύφωμα της ανθρώπινης εξέλιξης. Η αντίφαση ανάμεσα στην κοινωνική παραγωγή και στην κεφαλαιοκρατική ιδιοποίηση εκδηλώνεται λοιπόν σαν αντίθεση ανάμεσα στην οργάνωση της παραγωγής στα ξεχωριστά εργοστάσια και στην αναρχία της παραγωγής σ’ όλη την κοινωνία.

Μέσα σ’ αυτές τις μορφές εκδήλωσης της αντίθεσης, που ενυπάρχει στον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής εξαιτίας της προέλευσής του, κινείται αυτός ο τρόπος παραγωγής και διαγράφει χωρίς διέξοδο «το φαύλο κύκλο» που είχε κιόλας ανακαλύψει σ’ αυτόν ο Φουριέ. Πάντως αυτό που δε μπορούσε να δει ακόμα ο Φουριέ στην εποχή του είναι ότι ο κύκλος αυτός σιγά-σιγά στενεύει, ότι η κίνηση της παραγωγής αποτελεί μάλλον μια σπειροειδή γραμμή και ότι, όπως στην κίνηση των πλανητών, πρέπει να καταλήξει σε σύγκρουση με το κέντρο. Η κινητήρια δύναμη της κοινωνικής αναρχίας της παραγωγής μετατρέπει τη μεγάλη πλειοψηφία των ανθρώπων όλο και περισσότερο σε προλετάριους, και οι μάζες των προλετάριων με τη σειρά τους, θα βάλουν τελικά τέρμα στην αναρχία της παραγωγής. Η ίδια η κινητήρια δύναμη της κοινωνικής αναρχίας στην παραγωγή μετατρέπει την απεριόριστη δυνατότητα τελειοποίησης των μηχανών της μεγάλης βιομηχανίας σε υποχρεωτική επιταγή για τον κάθε ξεχωριστό βιομήχανο κεφαλαιοκράτη, σε επιταγή που τον αναγκάζει να τελειοποιεί ολοένα και περισσότερο τις μηχανικές του εγκαταστάσεις επί ποινή αφανισμού. Η τελειοποίηση όμως των μηχανικών εγκαταστάσεων κάνει παραπανίσια μια ορισμένη ποσότητα ανθρώπινης εργασίας. Αν η εισαγωγή και ο πολλαπλασιασμός των μηχανών σημαίνει ότι ξετοπίζονται εκατομμύρια χειρωνακτικοί εργάτες από λίγους εργάτες που χειρίζονται μηχανές, η τελειοποίηση των μηχανών σημαίνει το ξετόπισμα ολοένα και περισσότερων εργατών που χειρίζονται μηχανές και σε τελευταία ανάλυση τη δημιουργία ενός μεγάλου αριθμού από διαθέσιμους μισθωτούς εργάτες που ξεπερνά τη μέση ανάγκη απασχόλησης από μέρους του κεφαλαίου. Ετσι δημιουργείται ένας αληθινός βιομηχανικός εφεδρικός στρατός, όπως τον είχα ονομάσει το 18454, ένας στρατός διαθέσιμος για τις περίοδες που η βιομηχανία εργάζεται με πλήρη απόδοση, που πετιέται όμως στους δρόμους από την κρίση που ακολουθεί αναγκαστικά, ύστερα από την κάθε άνθιση. Αυτός ο στρατός που σε όλες τις περιόδους κρεμιέται σαν ένα βαρίδι δεμένο στα πόδια της εργατικής τάξης στον αγώνα της με το κεφάλαιο για την ύπαρξη αποτελεί έναν ρυθμιστή για να κρατά το μισθό της εργασίας συνεχώς στο χαμηλό εκείνο επίπεδο που αντιστοιχεί ανάγκες του κεφαλαίου. Ετσι, για να χρησιμοποιήσουμε τα λόγια του Μαρξ, οι μηχανές γίνονται το πιο ισχυρό όπλο του κεφαλαίου ενάντια στην εργατική τάξη, το μέσο εργασίας αφαιρεί διαρκώς τα μέσα συντήρησης από τα χέρια του εργάτη, και το ίδιο το προϊόν του εργάτη μετατρέπεται σε όργανο για την υποδούλωση του εργάτη. Ετσι η εξοικονόμηση των μέσων εργασίας ευθύς εξαρχής μετατρέπεται ευθύς εξ αρχής μετατρέπεται ταυτόχρονα σε ανελέητη σπατάλη της εργατικής δύναμης και στην καταλήστευση των ομαλών όρων εργασίας. Ετσι οι μηχανές, το πιο κολοσσιαίο μέσο για τη συντόμευση του εργάσιμου χρόνου, μετατρέπεται στο πιο αλάνθαστο μέσο για να μετατραπεί όλος ο χρόνος ζωής του εργάτη και της οικογένειάς του σε διαθέσιμο χρόνο, για να αυξηθεί η αξία του κεφαλαίου. Ετσι η υπερεργασία του ενός τμήματος της εργατικής τάξης γίνεται η προϋπόθεση για την πλήρη ανεργία του άλλου τμήματος της εργατικής τάξης και η μεγάλη βιομηχανία, που σ’ όλη τη γήινη σφαίρα κυνηγά να βρει νέους καταναλωτές, περιορίζει στο σπίτι της την κατανάλωση των εργατικών μαζών σε ένα κατώτατο όριο πείνας, υποσκάφτοντας έτσι την ίδια, τη δικιά της εσωτερική αγορά. «Ο νόμος που κρατά πάντα το σχετικό υπερπληθυσμό ή τον βιομηχανικό εφεδρικό στρατό σε ισορροπία με την έκταση και την ενέργεια συσσώρευσης του κεφαλαίου, δένει τον εργάτη πιο γερά στο κεφάλαιο απ’ ό,τι τα δεσμά του Ηφαίστου δέσανε στο βράχο τον Προμηθέα. Καθορίζει μια τέτοια συσσώρευση της αθλιότητας, που να αντιστοιχεί στη συσσώρευση του κεφαλαίου. Η συσσώρευση πλούτου στον ένα πόλο σημαίνει λοιπόν ταυτόχρονα συσσώρευση αθλιότητας, μόχθου δουλειάς, σκλαβιάς, αμάθειας, αποκτήνωσης και ηθικού ξεπεσμού στον αντίθετο πόλο, δηλαδή στην πλευρά της τάξης, που παράγει το ίδιο το προϊόν της με τη μορφή του κεφαλαίου» (Μαρξ, «Κεφάλαιο», τόμ. Ι, σελ. 671). Το να περίμενε κανείς μιαν άλλη κατανομή των προϊόντων από τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής, είναι σαν να ζητούσε τα ηλεκτρόδια μιας ηλεκτρικής συστοιχίας, όταν συνδέονται με τη συστοιχία, να μη διασπούν το νερό και να μην παράγουν στο θετικό πόλο οξυγόνο και στον αρνητικό υδρογόνο.

Η κρίση

Είδαμε πως η ικανότητα τελειοποίησης των σύγχρονων μηχανών, που αναπτύσσεται στον ανώτατο βαθμό, μετατρέπεται, λόγω της αναρχίας της παραγωγής, σε υποχρεωτική επιταγή που υποχρεώνει τον κάθε ξεχωριστό κεφαλαιοκράτη να καλυτερεύει διαρκώς τις μηχανικές του εγκαταστάσεις, και να μεγαλώνει συνεχώς την παραγωγική τους δύναμη. Σε μια εξίσου υποχρεωτική επιταγή μετατρέπεται γι’ αυτόν και η απλή πραγματική δυνατότητα να βαρύνει τις διαστάσεις της παραγωγής του. Η γιγάντια δύναμη επέκτασης της μεγάλης βιομηχανίας, που μπροστά της η δύναμη επέκτασης των αερίων είναι σωστό παιδικό παιχνίδι, προβάλλει τώρα στα μάτια μας σαν μια ανάγκη να επεκταθεί ποιοτικά και ποσοτικά η βιομηχανία, ανάγκη που δεν υπολογίζει κανενός είδους αντίδραση. Η αντίδραση δημιουργείται από την κατανάλωση, την πούληση, τις αγορές για τα προϊόντα της μεγάλης βιομηχανίας. Η ικανότητα όμως για διεύρυνση των αγορών, είτε σε έκταση είτε σε ένταση, καθορίζεται από εντελώς άλλους νόμους, που επενεργούν πολύ λιγότερο δραστικά. Η επέκταση των αγορών δεν μπορεί να συμβαδίσει με την επέκταση της παραγωγής. Η σύγκρουση γίνεται αναπόφευγη, και επειδή δεν μπορεί να δόσει λύση σ’ αυτή την αντίφαση όσο καιρό δεν τινάζει στον αέρα τον ίδιο τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής, γίνεται περιοδική. Η κεφαλαιοκρατική παραγωγή γεννά έναν καινούργιο «φαύλο κύκλο».

Και πραγματικά, από το 1825, όταν ξέσπασε η πρώτη γενική κρίση, ξεχαρβαλώνεται περίπου μια φορά κάθε δέκα χρόνια όλος ο βιομηχανικός και εμπορικός κόσμος, η παραγωγή και η ανταλλαγή όλων των πολιτισμένων λαών και των λίγο-πολύ βάρβαρων εξαρτημάτων τους. Το εμπόριο σταματά, οι αγορές είναι παραγεμισμένες, τα προϊόντα μένουν εκεί κατά μάζες και απούλητα, το μετρητό χρήμα γίνεται άφαντο, η πίστωση διακόπτεται, τα εργοστάσια σταματούν, οι εργαζόμενες μάζες στερούνται τα μέσα συντήρησης, γιατί παρήγαγαν πάρα πολλά μέσα συντήρησης, η μια χρεωκοπία ακολουθεί την άλλη, ο ένας αναγκαστικός πλειστηριασμός ακολουθεί τον άλλο. Χρόνια βαστά η στασιμότητα, παραγωγικές δυνάμεις και προϊόντα κατασπαταλούνται και καταστρέφονται κατά μάζες, ώσπου να διοχετευθούν επιτέλους οι συσσωρευμένες αυτές μάζες των εμπορευμάτων ύστερα από μικρή ή μεγάλη υποτίμησή τους και ώσπου να ξαναμπούν σιγά-σιγά σε κίνηση η παραγωγή και η ανταλλαγή. Σιγά-σιγά ο αριθμός της κίνησης επιταχύνεται, το βήμα γίνεται τροχάδην, το βιομηχανικό τροχάδην μετατρέπεται σε καλπασμό και ο καλπασμός πάλι παραχωρεί τη θέση του σε ένα αχαλίνωτο αφηνίασμα ενός πραγματικού βιομηχανικού, εμπορικού, πιστωτικού και κερδοσκοπικού αγώνα δρόμου μετ’ εμποδίων για να ξαναπέσει επιτέλους, ύστερα από τα πιο παράτολμα άλματα, στην τάφρο της κρίσης. Και ύστερα πάλι απ’ την αρχή. Αυτό τον κύκλο τον ζήσαμε από το 1825 πέντε φορές και τον ξαναζούμε κι αυτή τη στιγμή (1877) για έκτη φορά. Και ο χαρακτήρας αυτών των κρίσεων εκδηλώνεται τόσο καθαρά που ο Φουριέ πέτυχε στο χαρακτηρισμό όλων των κρίσεων ονομάζοντας την πρώτη απ’ αυτές: crise plethorique, κρίση πληθωρισμού.

Στις κρίσεις ξεσπά βίαια η αντίφαση ανάμεσα στην κοινωνική παραγωγή και την κεφαλαιοκρατική ιδιοποίηση. Σταματά προσωρινά η κυκλοφορία των εμπορευμάτων. Το μέσο κυκλοφορίας, το χρήμα, γίνεται εμπόδιο της κυκλοφορίας. Ολοι οι νόμοι της εμπορευματικής παραγωγής και της εμπορευματικής κυκλοφορίας αναποδογυρίζονται. Η οικονομική σύγκρουση έφτασε το αποκορύφωμά της: ο τρόπος της παραγωγής εξεγείρεται ενάντια στον τρόπο ανταλλαγής.

Το γεγονός ότι η κοινωνική οργάνωση της παραγωγής μέσα στο εργοστάσιο εξελίχθηκε σε σημείο που να γίνει ασυμβίβαστη με την αναρχία της παραγωγής που υπάρχει πλάι και πάνω απ’ αυτήν, το γεγονός αυτό γίνεται χειροπιαστό και για τους ίδιους τους κεφαλαιοκράτες με τη βίαιη συγκέντρωση των κεφαλαίων, που συντελείται στο διάστημα των κρίσεων με την καταστροφή πολλών μεγάλων και ακόμα περισσότερων μικρών κεφαλαιοκρατών. Ολος ο μηχανισμός του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής παραλύει κάτω από την πίεση των παραγωγικών δυνάμεων που δημιουργήθηκαν απ’ αυτόν. Δεν μπορεί πια να μετατρέψει σε κεφάλαιο όλη αυτή τη μάζα των μέσων παραγωγής. Μένουν αχρησιμοποίητα, και γι’ αυτό ακριβώς είναι υποχρεωμένος να μένει αχρησιμοποίητος και ο βιομηχανικός εφεδρικός στρατός. Μέσα παραγωγής, μέσα συντήρησης, διαθέσιμοι εργάτες, όλα τα στοιχεία της παραγωγής και του γενικού πλούτου υπάρχουν σε αφθονία. Μα «η αφθονία γίνεται πηγή δυστυχίας και στέρησης» (Φουριέ), γιατί ίσα-ίσα αυτό είναι που εμποδίζει τη μετατροπή των μέσων παραγωγής και συντήρησης σε κεφάλαιο. Γιατί στην κεφαλαιοκρατική κοινωνία τα μέσα της παραγωγής δεν μπορούν να μπουν σε δράση αλλιώς παρά αφού προηγούμενα μετατραπούν σε κεφάλαιο, σε μέσα για την εκμετάλλευση της ανθρώπινης εργατικής δύναμης. Η ανάγκη να πάρουν τα μέσα παραγωγής και συντήρησης την ιδιότητα του κεφαλαίου στέκεται σαν φάντασμα ανάμεσα σ’ αυτό και στους εργάτες. Η ανάγκη αυτή μονάχα εμποδίζει να συνενωθούν oι εμπράγματοι και οι προσωπικοί μοχλοί της παραγωγής. Αυτή μονάχα απαγορεύει στα μέσα παραγωγής να λειτουργήσουν και στους εργάτες να εργασθούν και να ζήσουν. Από τη μια λοιπόν ο κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής πιάνεται επ’ αυτοφώρω ότι είναι ανίκανος να διευθύνει παραπέρα τις παραγωγικές δυνάμεις. Από την άλλη αυτές οι ίδιες οι παραγωγικές δυνάμεις πιέζουν με αυξανόμενη δύναμη για να λυθεί αυτή η αντίφαση, για να απολυτρωθούν οι παραγωγικές δυνάμεις από την ιδιότητα του κεφαλαίου, για να αναγνωριστεί πραγματικά ο χαρακτήρας τους σαν κοινωνικών παραγωγικών δυνάμεων.

Η συνένωση στο μονοπώλιο

Αυτή η αντίσταση των τεράστια αναπτυσσόμενων παραγωγικών δυνάμεων ενάντια στον κεφαλαιοκρατικό χαρακτήρα τους, αυτή η αυξανόμενη ανάγκη να αναγνωριστεί η κοινωνική τους φύση, υποχρεώνει και την τάξη ακόμα των κεφαλαιοκρατών να τις μεταχειρίζεται σαν κοινωνικές παραγωγικές δυνάμεις, όσο είναι αυτό γενικά δυνατό μέσα στις συνθήκες του κεφαλαίου. Τόσο η περίοδος του βιομηχανικού πυρετού με την απεριόριστη εξόγκωση των πιστώσεων, όσο κι η ίδια η κρίση με την κατάρρευση μεγάλων κεφαλαιοκρατικών επιχειρήσεων, οδηγούν σε τέτια μορφή κοινωνικοποίησης μεγάλων μαζών από τα μέσα της παραγωγής, που τη συναντούμε στις διάφορες μετοχικές εταιρίες. Μερικά απ’ αυτά τα μέσα παραγωγής και επικοινωνίας, όπως λόγου χάρη οι σιδηρόδρομοι, είναι μια και εξαρχής τόσο κολοσσιαία, που αποκλείουν κάθε άλλη μορφή κεφαλαιοκρατικής εκμετάλλευσης. Σε μιαν ορισμένη βαθμίδα ανάπτυξης δεν επαρκεί πια ούτε κι αυτή η μορφή. Οι μεγάλοι παραγωγοί του ίδιου βιομηχανικού κλάδου σε μια χώρα συνενώνονται σε ένα «τραστ», σε μιαν ένωση, με σκοπό τη ρύθμιση της παραγωγής. Καθορίζουν το συνολικό ποσό που πρέπει να παραχθεί, το κατανέμουν μεταξύ τους και επιβάλλουν έτσι την τιμή πούλησης που καθορίζεται από πριν. Και επειδή τα τραστ αυτού του είδους διαλύονται, συνήθως με τις πρώτες αναδουλιές, οδηγούν έτσι σε μιαν ακόμα πιο συγκεντρωμένη κοινωνικοποίηση. Ολος ο βιομηχανικός κλάδος μετατρέπεται σε μια μοναδική μεγάλη μετοχική εταιρία, ο εσωτερικός συναγωνισμός παραχωρεί τη θέση του στο εσωτερικό μονοπώλιο αυτής της μοναδικής εταιρίας. Αυτό έγινε λ.χ. το 1890 με την αγγλική παραγωγή ποτάσας, που σήμερα, ύστερα από τη συγχώνευση 48 μεγάλων εργοστασίων, πέρασε στα χέρια μιας μοναδικής, με ενιαία διεύθυνση εταιρίας με κεφάλαια 120 εκατομμύρια μάρκα.

Στα τραστ ο ελεύθερος συναγωνισμός μετατρέπεται σε μονοπώλιο, και η ασχεδίαστη παραγωγή της κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας συνθηκολογεί μπροστά στη σχεδιασμένη παραγωγή της επερχόμενης σοσιαλιστικής κοινωνίας. Αυτό γίνεται βέβαια στην αρχή για να ωφεληθούν και να κερδίζουν oι κεφαλαιοκράτες. Εδώ όμως η εκμετάλλευση γίνεται τόσο χειροπιαστή, που πρέπει να καταρρεύσει. Κανένας λαός δεν θα δεχόταν για πολύν καιρό μια παραγωγή που τη διευθύνουν τα τραστ, δε θα δεχόταν μια τόσο απροκάλυπτη εκμετάλλευση του συνόλου της κοινωνίας από μια μικρή σπείρα που ζει από το κόψιμο κουπονιών.

Ετσι ή αλλιώς, με τραστ ή χωρίς τραστ, το κράτος σαν επίσημος εκπρόσωπος της κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας, θα υποχρεωθεί τελικά να αναλάβει τη διεύθυνση της παραγωγής 5.

Αυτή η ανάγκη της μετατροπής σε κρατική ιδιοκτησία προβάλλει πρώτα στα μεγάλα μέσα επικοινωνίας: στα ταχυδρομεία, στον τηλέγραφο, στους σιδηροδρόμους.

Αν οι κρίσεις αποκάλυψαν την ανικανότητα της κεφαλαιοκρατίας να διευθύνει παραπέρα τις σύγχρονες παραγωγικές δυνάμεις, η μετατροπή των μεγάλων παραγωγικών επιχειρήσεων και μέσων επικοινωνίας σε μετοχικές εταιρίες, σε τραστ και κρατική ιδιοκτησία, δείχνει ότι είναι περιττή η αστική τάξη γι’ αυτόν το σκοπό. Ολες οι κοινωνικές λειτουργίες του κεφαλαιοκράτη γίνονται τώρα από έμμισθους υπαλλήλους. Ο κεφαλαιοκράτης δεν έχει πια καμιά άλλη κοινωνική δράση, εκτός από το να τσεπώνει τα εισοδήματα, να κόβει τα κουπόνια και να παίζει στο χρηματιστήριο, όπου οι διάφοροι κεφαλαιοκράτες αφαιρούν ο ένας από τον άλλο τα κεφάλαιά τους. Αν ο κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής ξετόπιζε πρώτα τους εργάτες, τώρα ξετοπίζει και τους κεφαλαιοκράτες και τους στέλνει, ακριβώς όπως και τους εργάτες, στον πλεονάζοντα πληθυσμό, έστω κι αν δεν τους στέλνει μια και εξαρχής στο βιομηχανικό εφεδρικό στρατό.

Μα την κεφαλαιοκρατική ιδιότητα των παραγωγικών δυνάμεων δεν την καταργεί ούτε η μετατροπή τους σε μετοχικές εταιρίες και τραστ, ούτε η μετατροπή τους σε κρατική ιδιοκτησία. Για τις μετοχικές εταιρίες και τα τραστ αυτό είναι ολοφάνερο. Και το σύγχρονο κράτος πάλι είναι απλώς η οργάνωση που δημιουργεί η αστική κοινωνία για να διατηρήσει τους γενικούς εξωτερικούς όρους του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής από τις επιβουλές τόσο των εργατών όσο και των ξεχωριστών κεφαλαιοκρατών. Οποιαδήποτε κι αν είναι η μορφή του, το σύγχρονο κράτος αποτελεί ουσιαστικά μια κεφαλαιοκρατική μηχανή, ένα κράτος των κεφαλαιοκρατών, τον ιδεώδη συνολικό κεφαλαιοκράτη. Οσο περισσότερες παραγωγικές δυνάμεις θα παίρνει στην ιδιοκτησία του, τόσο περισσότερο θα γίνεται πραγματικός συνολικός κεφαλαιοκράτης, τόσο περισσοτέρους πολίτες θα εκμεταλλεύεται. Οι εργάτες παραμένουν μισθωτοί εργάτες, προλετάριοι. Οι κεφαλαιοκρατικές σχέσεις δεν καταργούνται, αλλά αντίθετα οξύνονται στα έσχατα, στο κατακόρυφο. Στο κατακόρυφο όμως, μετατρέπονται. Η κρατική ιδιοκτησία στις παραγωγικές δυνάμεις δε σημαίνει λύση της σύγκρουσης, κρύβει όμως μέσα της το καθαυτό μέσο, τη δυνατότητα της λύσης.

Η λύση αυτή μπορεί να είναι μονάχα μια, ότι θ’ αναγνωριστεί στην πράξη η κοινωνική φύση των σύγχρονων παραγωγικών δυνάμεων, ότι δηλαδή οι τρόποι παραγωγής, ιδιοποίησης και ανταλλαγής θα εναρμονιστούν με τον κοινωνικό χαρακτήρα των μέσων παραγωγής. Κι αυτό μπορεί να γίνει μονάχα με το γεγονός ότι η κοινωνία θα πάρει ανοιχτά και άμεσα στην κατοχή της τις παραγωγικές δυνάμεις που αναπτύχθηκαν τόσο, ώστε δεν ανέχονται άλλη διεύθυνση εκτός από τη διεύθυνση της κοινωνίας. Ετσι ο κοινωνικός χαρακτήρας των μέσων παραγωγής και των προϊόντων, που στρέφεται σήμερα ενάντια στους ίδιους τους παραγωγούς, κλονίζει περιοδικά τον τρόπο παραγωγής και ανταλλαγής και επιβάλλεται μόνο σαν φυσικός νόμος, που δρα τυφλά, βίαια και με καταστροφές – αυτός ο κοινωνικός χαρακτήρας θα χρησιμοποιηθεί ολότελα συνειδητά από τους παραγωγούς και θα μετατραπεί από αίτιο αναταραχής και περιοδικών καταρρεύσεων στον πιο ισχυρό μοχλό της ίδιας της παραγωγής.

Οι κοινωνικές δυνάμεις, όσο δεν τις γνωρίζουμε και δεν τις υπολογίζουμε, ενεργούν ακριβώς όπως και οι φυσικές δυνάμεις: τυφλά, βίαια, με καταστροφές. Οταν όμως τις έχουμε πια γνωρίσει, όταν έχουμε κατανοήσει τη δράση τους, τις κατευθύνσεις τους, τα αποτελέσματά τους, τότε εξαρτάται μονάχα από μας να τις υποτάσσουμε όλο και περισσότερο στη θέλησή μας και να πετυχαίνουμε με τη βοήθειά τους τους σκοπούς μας. Κι αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τις σημερινές τεράστιες παραγωγικές δυνάμεις. Οσο αρνιόμαστε επίμονα να κατανοήσουμε τη φύση και το χαρακτήρα τους – και ο κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής και οι υπερασπιστές του αντιστέκονται σ’ αυτή την κατανόηση – τόσο οι δυνάμεις αυτές ενεργούν παρά τη θέλησή μας, ενάντια σε μας, τόσο μας εξουσιάζουν, όπως το περιγράψαμε αναλυτικά. Μόλις όμως κατανοηθεί η φύση τους, μπορούν στα χέρια των συνασπισμένων παραγωγών να μετατραπούν από δαιμονικοί κυρίαρχοι σε υπάκουους υπηρέτες. Είναι όπως η διαφορά ανάμεσα στην καταστροφική δύναμη του ηλεκτρισμού με τη μορφή του κεραυνού την ώρα της καταιγίδας και στο δεσμευμένο ηλεκτρισμό του τηλεγράφου και του φωτεινού τόξου. Οπως η διαφορά ανάμεσα στην πυρκαϊά και στη φωτιά που εξυπηρετεί τον άνθρωπο. Οταν τις σημερινές παραγωγικές δυνάμεις τις μεταχειριστούμε σύμφωνα με τη φύση τους που την έχουμε επιτέλους γνωρίσει, τη θέση της κοινωνικής αναρχίας στην παραγωγή την παίρνει η κοινωνικά σχεδιασμένη ρύθμιση της παραγωγής σύμφωνα με τις ανάγκες τόσο ολόκληρης της κοινωνίας όσο και του κάθε μέλους της. Ετσι ο κεφαλαιοκρατικός τρόπος ιδιοποίησης, όπου το προϊόν υποδουλώνει πρώτα τον παραγωγό έπειτα όμως και τον ίδιο τον σφετεριστή του, θ’ αντικατασταθεί με τον τρόπο εκείνο ιδιοποίησης των προϊόντων που στηρίζεται στην ίδια τη φύση των σύγχρονων μέσων παραγωγής: από τη μια μεριά στην άμεση κοινωνική ιδιοποίηση σαν μέσο διατήρησης και διεύρυνσης της παραγωγής, και από την άλλη στην άμεση ατομική ιδιοποίηση σαν μέσο ζωής και απόλαυσης.

Ο καπιταλισμός δημιουργεί το «νεκροθάφτη» του

Ο κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής, μετατρέποντας όλο και περισσότερο τη μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού σε προλετάριους, δημιουργεί τη δύναμη εκείνη που υποχρεώνεται να κάνει αυτή την ανατροπή αν δεν θέλει να αφανιστεί. Ο καπιταλισμός πιέζοντας όλο και περισσότερο προς τη μετατροπή των μεγάλων κοινωνικοποιημένων μέσων παραγωγής σε κρατική ιδιοκτησία, δείχνει μόνος του το δρόμο για την πραγμάτωση της ανατροπής. Το προλεταριάτο παίρνει την κρατική εξουσία και μετατρέπει τα μέσα παραγωγής πρώτα σε κρατική ιδιοκτησία. Ετσι όμως καταργεί τον ίδιο τον εαυτό του σαν προλεταριάτο, έτσι καταργεί όλες τις ταξικές διαφορές και αντιθέσεις και μαζί τους και το κράτος σαν κράτος. Η ως τα τώρα κοινωνία που κινείται μέσα σε ταξικές αντιθέσεις χρειαζόταν το κράτος, δηλ. μιαν οργάνωση της κάθε φορά εκμεταλλευτικής τάξης για τη διατήρηση των εξωτερικών της όρων παραγωγής, επομένως κυρίως για τη βίαιη συγκράτηση της εκμεταλλευόμενης τάξης μέσα στους όρους καταπίεσης που καθορίζονται από το δοσμένο τρόπο παραγωγής (δουλεία, δουλοπαροικία ή φεουδαρχία, μισθωτή εργασία). Το κράτος ήταν ο επίσημος εκπρόσωπος όλης της κοινωνίας, η συνένωσή της σ’ ένα ορατό σώμα, ήταν όμως τέτοιο εφόσον ήταν κράτος της τάξης εκείνης, που για την εποχή της εκπροσωπούσε όλη την κοινωνία: στην αρχαιότητα κράτος των δουλοκτητών πολιτών, στο μεσαίωνα των φεουδαρχών αρχόντων, στην εποχή μας της αστικής τάξης. Οταν επιτέλους το κράτος γίνεται πραγματικά εκπρόσωπος όλης της κοινωνίας, τότε μόνο του κάνει τον εαυτό του περιττό. Από τη στιγμή που δε θα υπάρχουν πια κοινωνικές τάξεις που να χρειάζεται να τις κρατάς σε καταπίεση, από τη στιγμή που μαζί με την ταξική κυριαρχία και τον αγώνα για την ύπαρξη που στηρίζεται στην ως τα τώρα αναρχία της παραγωγής θα παραμεριστούν και οι συγκρούσεις και τα έκτροπα που πηγάζουν απ’ αυτό τον αγώνα, από τη στιγμή αυτή δε θα υπάρχει τι να καταπιέζεται, πράγμα που έκανε αναγκαία μιαν ιδιαίτερη δύναμη καταπίεσης, το κράτος. Η πρώτη πράξη, που το κράτος προβάλλει πραγματικά σαν εκπρόσωπος ολάκερης της κοινωνίας – η πράξη που παίρνει στην κατοχή του τα μέσα παραγωγής στ’ όνομα της κοινωνίας – είναι ταυτόχρονα και η τελευταία αυτοτελής πράξη του σαν κράτος. Η επέμβαση μιας κρατικής εξουσίας στις κοινωνικές σχέσεις θα γίνεται περιττή στον ένα τομέα ύστερα από τον άλλο και από μόνη της τότε αποκοιμιέται. Στη θέση της διακυβέρνησης προσώπων μπαίνει η διαχείριση πραγμάτων και η διεύθυνση παραγωγικών λειτουργιών. Το κράτος δεν «καταργείται», απονεκρώνεται. Με βάση αυτά πρέπει να εκτιμηθεί η φράση για το «ελεύθερο λαϊκό κράτος», δηλαδή τόσο από την άποψη της προσωρινής προπαγανδιστικής δικαιολόγησής της, όσο και από την άποψη της οριστικής επιστημονικής της ανεπάρκειας. Με βάση αυτά πρέπει να εκτιμήσουμε το αίτημα των λεγόμενων αναρχικών ότι το κράτος πρέπει να καταργηθεί από τη μια μέρα στην άλλη.

Αναπόφευκτος ο σοσιαλισμός

Από τότε που εμφανίστηκε στην ιστορική σκηνή ο κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής, μονωμένα πρόσωπα ή και ολόκληρες αιρέσεις συχνά φαντάζονταν λίγο-πολύ θολά σαν μελλοντικό ιδεώδες το πέρασμα στην κατοχή της κοινωνίας όλων των μέσων παραγωγής. Όμως αυτό θα γίνει μπορετό, θα γίνει ιστορική ανάγκη μοναχά όταν θα υπάρχουν οι πραγματικοί όροι της πραγμάτωσης του. Το πέρασμα αυτό, όπως και κάθε άλλη κοινωνική πρόοδος, μπορεί να γίνει όχι με την κατανόηση ότι η ύπαρξη των τάξεων αντιφάσκει στη δικαιοσύνη, την ισότητα κτλ., όχι με την απλή επιθυμία της κατάργησης των τάξεων, αλλά με ορισμένους νέους οικονομικούς όρους.

Η διάσπαση της κοινωνίας σε μια εκμεταλλευτική και μια εκμεταλλευόμενη τάξη, σε μια κυρίαρχη και σε μια καταπιεζόμενη τάξη ήταν η απαραίτητη συνέπεια της προηγούμενης χαμηλής ανάπτυξης της παραγωγής. Οσο η συνολική κοινωνική εργασία αποδίδει μονάχα ένα έσοδο, που μόλις ξεπερνά ό,τι είναι απαραίτητο για την πενιχρή ύπαρξη όλων, όσο λοιπόν η εργασία απασχολεί όλον ή σχεδόν όλον τον καιρό της μεγάλης πλειοψηφίας των μελών της κοινωνίας, τόσο η κοινωνία αυτή χωρίζεται αναγκαστικά σε τάξεις. Πλάι στη μεγάλη πλειοψηφία, που είναι αποκλειστικά αγγαρευμένη στη δουλειά, σχηματίζεται μια τάξη απαλλαγμένη από την άμεση παραγωγική εργασία, που φροντίζει για τις κοινές υποθέσεις της κοινωνίας: διεύθυνση της εργασίας, κρατικές υποθέσεις, δικαιοσύνη, επιστήμες, τέχνες κτλ. Στη βάση λοιπόν του ταξικού χωρισμού βρίσκεται ο νόμος του καταμερισμού της εργασίας. Το γεγονός αυτό όμως δεν εμποδίζει καθόλου ο χωρισμός σε τάξεις να επιβάλλεται με τη βία και τη ληστεία, με την κατεργαριά και την απάτη και δεν εμπόδισε καθόλου τις κυρίαρχες τάξεις, όταν μια φορά βρέθηκαν στην εξουσία, να στερεώσουν την κυριαρχία τους σε βάρος της εργαζόμενης τάξης και να μετατρέψουν τη διεύθυνση της κοινωνίας σε αυξημένη εκμετάλλευση των μαζών.

Αν όμως γι’ αυτό δικαιολογείται κάπως ιστορικά ο χωρισμός σε τάξεις, δικαιολογείται ωστόσο μονάχα για ορισμένο χρονικό διάστημα, για ορισμένες κοινωνικές συνθήκες. Στηριζόταν στην ανεπάρκεια της παραγωγής και θα σαρωθεί με το ολοκληρωτικό ξετύλιγμα των σύγχρονων παραγωγικών δυνάμεων. Και πραγματικά, η κατάργηση των κοινωνικών τάξεων προϋποθέτει μιαν ιστορική βαθμίδα ανάπτυξης όπου θάχει γίνει αναχρονισμός, θάχει ξεπεραστεί όχι μονάχα η ύπαρξη αυτής ή εκείνης της καθορισμένης κυρίαρχης τάξης, μα της κυρίαρχης τάξης γενικά, δηλαδή του ίδιου του χωρισμού σε τάξεις. Η κατάργηση λοιπόν των τάξεων προϋποθέτει ένα τέτοιο ψηλό επίπεδο της παραγωγής, όπου η ιδιοποίηση των μέσων παραγωγής και των προϊόντων και μαζί τους της πολιτικής εξουσίας, του μονοπωλίου της μόρφωσης και της πνευματικής διεύθυνσης από μια ιδιαίτερη κοινωνική τάξη δε θάχει γίνει μονάχα περιττή, αλλά θάχει γίνει και οικονομικό, πολιτικό και πνευματικό εμπόδιο της εξέλιξης. Το σημείο αυτό τόχουμε φτάσει. Αν η πολιτική και η πνευματική χρεωκοπία της αστικής τάξης δεν αποτελεί μυστικό ούτε και γι’ αυτή την ίδια, η οικονομική της χρεωκοπία επαναλαμβάνεται κανονικά κάθε δέκα χρόνια. Σε κάθε κρίση η κοινωνία πνίγεται κάτω από το βάρος των δικών της παραγωγικών δυνάμεων και προϊόντων που δε μπορεί να τα χρησιμοποιήσει και στέκεται ανήμπορη μπρος στην παράλογη αντίφαση, ότι οι παραγωγοί δεν μπορούν να καταναλώσουν γιατί δεν υπάρχουν αρκετοί καταναλωτές. Η δύναμη επέκτασης των μέσων παραγωγής σπάει τα δεσμά που της έβαλε ο κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής. Η απελευθέρωση των μέσων παραγωγής από τα δεσμά αυτά αποτελεί τη μόνη προϋπόθεση για μιαν αδιάκοπη όλο και επιταχυνόμενη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, και επομένως για μιαν πρακτικά απεριόριστη αύξηση της ίδιας της παραγωγής. Αυτό όμως δε φτάνει. Η κοινωνική ιδιοποίηση των μέσων παραγωγής δεν παραμερίζει μονάχα τα σημερινά τεχνητά εμπόδια της παραγωγής, αλλά και την άμεση σπατάλη και καταστροφή των παραγωγικών δυνάμεων και των προϊόντων που αναπόφευγα συνοδεύει σήμερα την παραγωγή και φτάνει στο αποκορύφωμά της στις κρίσεις. Ακόμα η κοινωνική ιδιοποίηση απελευθερώνει και βάζει στη διάθεση της ολότητας ολόκληρη μάζα από μέσα παραγωγής και προϊόντα, με την κατάργηση της παράλογης σπατάλης σε είδη πολυτελείας από τη σημερινή κυρίαρχη τάξη και τους πολιτικούς εκπροσώπους της. Η δυνατότητα να εξασφαλιστούν με την κοινωνική παραγωγή σ’ όλα τα μέλη της κοινωνίας όχι μόνο πέρα για πέρα αρκετοί ολικοί όροι ζωής, που θα γίνονται από μέρα σε μέρα πλουσιότεροι, μα επίσης και η πλέρια ελεύθερη ανάπτυξη και άσκηση των σωματικών και πνευματικών τους ικανοτήτων, η δυνατότητα αυτή υπάρχει τώρα για πρώτη φορά, υπάρχει όμως6.

Μόλις η κοινωνία πάρει στην κατοχή της τα μέσα παραγωγής καταργείται η εμπορευματική παραγωγή και μαζί της και η κυριαρχία του προϊόντος πάνω στον παραγωγό. Η αναρχία μέσα στην κοινωνική παραγωγή αντικαθίσταται από τη σχεδιασμένη συνειδητή οργάνωση. Ο αγώνας για την ύπαρξη του ατόμου σταματάει. Ετσι μόλις τώρα ο άνθρωπος ξεχωρίζει, από μιαν ορισμένη έννοια, οριστικά από το ζωικό βασίλειο, βγαίνει από τις ζωώδεις συνθήκες ύπαρξης και περνά σε ανθρώπινες. Οι συνθήκες ζωής που περιβάλλουν τους ανθρώπους, και που κυριαρχούσαν ως τώρα πάνω τους, μπαίνουν τώρα κάτω από την κυριαρχία και τον έλεγχο των ανθρώπων, που για πρώτη φορά γίνονται συνειδητοί και πραγματικοί κύριοι της φύσης, γιατί και επειδή γίνονται κύριοι της ίδιας της κοινωνικοποιημένης ζωής τους. Οι νόμοι της δικής τους κοινωνικής δράσης, που ορθώνονταν ως τώρα απέναντί τους σαν ξένοι φυσικοί νόμοι που τους εξουσίαζαν, θα χρησιμοποιούνται πια από τους ανθρώπους με πλήρη γνώση της υπόθεσης και γι’ αυτό θα υποταχθούν στην κυριαρχία τους. Η ίδια η κοινωνική ζωή των ανθρώπων που ορθωνόταν απέναντί τους σαν κάτι που τους επιβλήθηκε από τη φύση και την ιστορία, γίνεται τώρα το ελεύθερο έργο τους. Οι αντικειμενικές, ξένες δυνάμεις, που εξουσίαζαν ως τώρα την ιστορία, μπαίνουν κάτω από τον έλεγχο του ίδιου του ανθρώπου. Μόνον από δω και μπρος θα δημιουργούν oι ίδιοι οι άνθρωποι με πλέρια συνείδηση την ιστορία του, μόνον από δω και μπρος οι κοινωνικές αιτίες που θα μπαίνουν σε κίνηση απ’ αυτούς θα έχουν κυρίως και σε διαρκώς αυξανόμενο βαθμό και τα αποτελέσματα που επιδίωκαν. Είναι το πήδημα της ανθρωπότητας από το βασίλειο της ανάγκης στο βασίλειο της ελευθερίας.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Λόγια του Μεφιστοφελή στον «Φάουστ» του Γκαίτε (Σημ. Σύντ.)
2. Δεν χρειάζεται εδώ να αναλυθεί ότι μ’ όλο που η μορφή της ιδιοποίησης παραμένει η ίδια, το προτσές που περιγράψαμε πιο πάνω επαναστατικοποιεί το χαρακτήρα της ιδιοποίησης όχι λιγότερο από ό,τι την ίδια την παραγωγή. Αν ιδιοποιούμαι εγώ τo δικό μου προϊόν ή το προϊόν άλλων, πρόκειται φυσικά για δυο πολύ διαφορετικά είδη ιδιοποίησης. Ας σημειωθεί παροδικά: η μισθωτή εργασία, στην οποία κρύβεται κιόλας σαν σπέρμα όλος ο κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής, είναι πολύ παλιά. Μονωμένη και σκόρπια υπήρχε αιώνες ολόκληρους πλάι στη δουλεία. Το σπέρμα όμως μπόρεσε να εξελιχθεί σε κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής μόνον όταν δημιουργήθηκαν οι απαραίτητες ιστορικές προϋποθέσεις. (Σημείωση του Ενγκελς).
3. Βλ. το παράρτημα στο τέλος. (Σημείωση του Ενγκελς). Ο Ενγκελς παραπέμπει εδώ στην πραγματεία του «Η Μαρκ» («Die Mark»), που δεν περιλαβαίνεται στην έκδοσή μας. (Σημ. Σύντ.)
4. «Η κατάσταση της εργαζόμενης τάξης στην Αγγλία», σελ. 109. (Σημείωση του Ενγκελς).
5. Λέγω θα υποχρεωθεί, γιατί μονάχα στην περίπτωση που τα μέσα παραγωγής και επικοινωνίας με την ανάπτυξή τους θα ξεπεράσουν πραγματικά τη δυνατότητα να διευθύνονται από μετοχικές εταιρίες, όταν δηλαδή θα γίνει οικονομικά αναπότρεπτη η κρατικοποίησή τους, μονάχα τότε η κρατικοποίηση αυτή θα είναι μια οικονομική πρόοδος, ένα ακόμα βήμα στο δρόμο για να πάρει η ίδια η κοινωνία στην κατοχή της όλες τις παραγωγικές δυνάμεις, ακόμα κι αν την κρατικοποίηση αυτή την κάνει το σημερινό κράτος. Τελευταία όμως, από τότε που ο Βίσμαρκ άρχισε τις κρατικοποιήσεις, εμφανίστηκε ένας ψευτοσοσιαλισμός που εδώ και εκεί μάλιστα εκφυλίστηκε σε θεληματικό λακεδισμό και που ανακηρύσσει ούτε λίγο ούτε πολύ σαν σοσιαλιστική κάθε κρατικοποίηση, ακόμα και την κρατικοποίηση που κάνει ο Βίσμαρκ. Αν η κρατικοποίηση του καπνού ήταν σοσιαλιστική, τότε και ο Ναπολέοντας και ο Μέτιρνιχ θα καταλογίζονταν αναμφίβολα στους ιδρυτές του σοσιαλισμού. Αν το βελγικό κράτος για ολότελα συνηθισμένους πολιτικούς και δημοσιονομικούς λόγους κατασκεύασε το ίδιο τις κύριες σιδηροδρομικές του γραμμές, αν ο Βίσμαρκ κρατικοποίησε χωρίς καμιά οικονομική ανάγκη τις κύριες σιδηροδρομικές γραμμές της Πρωσίας, μόνο και μόνο για να μπορεί να τις οργανώσει και να τις χρησιμοποιεί καλύτερα σε περίπτωση πολέμου, για να κάνει τους σιδηροδρομικούς κοπάδια ψηφοφόρων για την κυβέρνηση και κυρίως για να δημιουργήσει μια καινούργια πηγή εσόδων ανεξάρτητα από τις αποφάσεις του κοινοβουλίου – όλα αυτά δεν αποτελούν σε καμιά περίπτωση άμεσα ή έμμεσα, συνειδητά ή ασυνείδητα βήματα προς το σοσιαλισμό. Αν ήταν έτσι τότε θάταν σοσιαλιστικοί θεσμοί και η βασιλική εταιρία του θαλάσσιου εμπορίου, η βασιλική μανιφακτούρα πορσελάνης και ακόμα το ραφείο του λόχου στο στρατό, ή ακόμα και η κρατικοποίηση των οίκων ανοχής, που την είχε προτείνει μ’ όλη τη σοβαρότητα κάποιος κατεργάρης στα 1830-1840, τον καιρό της βασιλείας του Φρειδερίκου – Γουλιέλμου III. (Σημείωση του Ενγκελς).
6. Mερικοί αριθμοί θα μας δόσουν μια κατά προσέγγιση εικόνα της απίστευτης δύναμης επέκτασης των σύγχρονων μέσων παραγωγής, ακόμα και κάτω από τον καπιταλιστικό ζυγό. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του Γκίφεν ο συνολικός πλούτος της Μεγάλης Βρετανίας και της Ιρλανδίας ήταν σε στρογγυλούς αριθμούς:
το 1814… 2.200 εκατομμύρια λίρες στερλίνες=44 δισεκατομμύρια μάρκα
το 1865… 6.100 εκατομμύρια λίρες στερλίνες=122 δισεκατομμύρια μάρκα
το 1875… 8.500 εκατομμύρια λίρες στερλίνες=170 δισεκατομμύρια μάρκα
Οσο για την καταστροφή μέσων παραγωγής και προϊόντων στις κρίσεις, στο II συνέδριο των Γερμανών βιομηχάνων που έγινε στο Βερολίνο στις 21 του Φλεβάρη 1878, υπολογίστηκαν οι συνολικές απώλειες μονάχα για τη γερμανική σιδηροβιομηχανία στην τελευταία κρίση σε 455 εκατομμύρια μάρκα. (Σημείωση του Ενγκελς).

Πηγή: Ριζοσπάστης

Be first to comment