Η κληρονομιά του ’40 για το μετέπειτα αντάρτικο

Η κληρονομιά του ’40 για το μετέπειτα αντάρτικο

Ο Ελληνικός λαός που κλήθηκε να πολεμήσει τον φασιστικό Ιταλικό εισβολέα πήρε πολύτιμα μαθήματα από αυτή την περίοδο, που αποτέλεσαν σημαντική βάση για τον αγώνα που θα ακολουθούσε μες την κατοχή. Η στρατιωτική υποδομή που άφησε το μεταξικό καθεστώς (ιδιαίτερα όσον αφορά τις μεταφορές) ήταν ανεπαρκής, αλλά η μορφή που πήραν οι μάχες πάνω στα βουνά αναπλήρωσαν τις τεράστιες ελλείψεις οδηγώντας σε νίκες κατά του υπέρτερου Ιταλικού στρατού.

Η διάρθρωση του στρατού, επιλογές τις οποίες επέβαλε κυρίως ο χώρος,  συγκροτούσε έναν επιπλέον χώρο ανάδειξης του συλλογικού. Η εμβάπτιση τους στην σκληρή, συλογική πολεμική περιπέτεια έφτιαχνε δεσμούς με σημαντικό αντίκτυπο. Ήταν ένα πολύμορφο εργαστήριο, προπαρασκευαστικό για την συνέχεια. Προπολεμικοί δεσμοί, ιεραρχίες, ανάγκες, προτεραιότητες έσπασαν μέσα σε αυτό το όλο και πιο επικίνδυνο περιβάλλον. <<Από αυτούς τους πολεμικούς μήνες άρχιζε να κτίζεται η διαθεσιμότητα των πολλών για συμμετοχή στο ιστορικό γίγνεσθαι>> αναφέρει ο Γ. Μαργαρίτης. <<Αν θέλαμε να συνοψίσουμε, θα λέγαμε χωρίς δισταγμό ότι το πιο σημαντικό μάθημα αυτού του σχολείου των εμπειριών θα μπορούσε να ονομαστεί ο θάνατος, το τέλος του καθημερινού, του προβλέψιμου, του επαναλαμβανόμενου στην κλίμακα της ανθρώπινης ζωής.>> Στα βουνά της Ηπείρου και της Αλβανίας βάθαιναν αυτές οι διεργασίες. Οι λεκάνες, οι στενές κοιλάδες που σχηματίζονται ανάμεσα στους θεόρατους ορεινούς όγκους αποτελούσαν μικρογραφίες κόσμων ολόκληρων. Η μορφολογία του εδάφους κατακερμάτιζε τον στρατό, δεν επέτρεπε μαζικές συγκεντρώσεις στρατιωτών αλλά μικρές, στενά δεμένες, μονάδες που επειχειρούσαν με ένα βαθμό πρωτοβουλίας και εφευρετικότητας.  Εκεί που ολόκληρος στρατός πολεμούσε, τα δικαιώματα του στενού ανθρώπινου κύκλου, στα όρια της παρέας, της συντροφιάς, αναδεικνύονταν με τον πιο ισχυρό τρόπο.

Ο πόλεμος της Αλβανίας ήταν πόλεμος των μικρών μονάδων, των διμοιριών, των λόχων, σπανιότερα των ταγμάτων. Ο χώρος ευνοούσε τις σε τοπική κλίμακα συγκρούσεις, έκανε απαγορευτικές τις γενικές στρατηγικές κινήσεις αφήνοντας έκθετη την Ιταλική στρατιωτική λογική. Το πυροβόλο σκαρφάλωνε σε ουλαμούς των δύο πυροβόλων, σπάνια μια πυροβολοαρχία συγκεντρωμένη. Οι στρατιώτες μάθαιναν τον πόλεμο στην μικρή διάσταση. Κάθε τάγμα, κάθε λόχος ή διμοιρία μπορούσαν να δώσουν την δική τους αυτόνομη μάχη. Για τον εαμικό-ελασικό αγώνα που θα ακολουθούσε αυτά είχαν σημαντική αξία. Ήταν η πεποίθηση των στρατιωτών ότι μπορούσαν να κινηθούν σχετικά ανεξάρτητοι και αυτόνομοι στις πιο αντίξοες συνθήκες, να επιλύσουν στον μικρό τους κύκλο περίπλοκα προβλήματα, έμαθαν να παίρνουν πρωτοβουλίες, να αυτοσχεδιάζουν, να ενεργούν. Διακρίθηκαν στην τακτική διείσδυση στην ανατροπή των εχθρικών θέσεων με τολμηρές κινήσεις στα αδύνατα σημεία. Αυτές οι συνθήκες και η αποτελεσματικότητα στην λεπτομέρεια γέννησαν και τον μύθο και το ιδεολόγημα του ΄Έλληνα στρατιώτη” με το ”ανώτερο μαχητικό πνεύμα”.

Μέσα από αυτή την νίκη, σημαντική παρακαταθήκη ήταν η περιφρόνηση που γέννησε για τον εχθρό, του αυριανού κατοχικού δυνάστη. Σημαντική πτυχή επίσης ήταν η περιφρόνηση προς την υψηλή ηγεσία του έθνους και του στρατού: οι απλοί στρατιωτές και οι κατώτεροι αξιωματικοί ένιωθαν την εγκατάλειψη από τους εθνοπατέρες σε πολλα ζητήματα του πολέμου. Άισθημα που βγήκε και μελλοντικά σωστό μιας και με το ξεκίνημα της κατοχής μεγάλο μέρος της αστικής τάξης και τη στρατιωτικής ηγεσίας εγκατέλειψε την χώρα.  Υπήρχε η πεποίθηση ότι η ηγεσία δεν ήθελε καν να κερδίσει αυτό τον πόλεμο. Οι ”πάνω μας πρόδωσαν” ήταν το μήνυμα που το μέτωπο έστελνε στην κοινωνία, οι ”πάνω” σε αντίθεση με τους ”κάτω”, τον λαό, που έκανε το καθήκον του. Βρισκόμαστε στο επόμενο κεφάλαιο της νεοελληνικής ιστορίας.

Ο ΕΛΑΣ (το στρατιωτικό τμήμα του ΕΑΜ), στην τακτική-επιχειρισιακή του διάσταση, ήταν σε τελευταία ανάλυση αντίγραφο του στρατού που οι συνθήκες στην Αλβανία διαμόρφωσαν. Η πολεμικά συντριπτική ανωτερότητα του ΕΛΑΣ απέναντι στα τάγματα ασφαλείας οφειλόταν σε παρόμοιους λόγους με την διαμόρφωση του Ελληνο-Ιταλικού πολέμου. Ενώ τα Τάγματα παρέτασσαν μια δύναμη κρούσης χωρίς υποδομή, ο ΕΛΑΣ απαντούσε με μικρότερη παρατακτή δύναμη αλλά με ασύγκριτα μεγαλύτερο βάρος , μηχανισμών στήριξης. Πετύχαινε έτσι νίκες δυσεξήγητες αριθμητικά.

Αμέσως μετά την έναρξη της Κατοχής, με πρωτοβουλία του ΚΚΕ, δημιουργήθηκαν το Εργατικό Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο (ΕΕΑΜ) στις 16 Αυγούστου 1941 και το ΕΑΜ στις 27 Σεπτέμβρη 1941. Στο ΕΑΜ και στις οργανώσεις του (ΕΛΑΣ, ΕΠΟΝ, Εθνική Αλληλεγγύη, ΕΤΑ, ΟΠΛΑ, ΕΛΑΝ) συσπειρώθηκε η μεγάλη πλειοψηφία της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων.

Το ΕΑΜ έσωσε το λαό από την πείνα. Δημιούργησε φύτρα εξουσίας στις απελευθερωμένες περιοχές (Αυτοδιοίκηση, Λαϊκή Δικαιοσύνη). Τροφοδότησε τη λαϊκή πολιτιστική ανάταση. Στις 10 Μάρτη 1944 ορκίστηκε η Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης (ΠΕΕΑ), το κεντρικό πολιτικό όργανο διοίκησης των απελευθερωμένων περιοχών.

 

Πηγές:

α) Από την ήττα στην εξέγερση, Γιώργος Μαργαρίτης, Εκδόσεις: Ο πολίτης

β) Ριζοσπάστης

Profuso

Ω, πύλες του παραδείσου!

1 Comment

  • Reply October 29, 2016

    Red News | Protestation

    […] Η κληρονομιά του ’40 για το μετέπειτα αντάρτικο […]

Leave a Reply