Η παραγωγή πολιτισμού και η αρχαιολογική φρενίτιδα

 

Γράφει: Ο Πυγμάχος

 

Καταναλωτικός πολιτισμός

Ο όρος «πολιτιστική βιομηχανία», για τους Adorno και Horkheimer αναφέρεται στην διαδικασία του καπιταλιστικού μοντερνισμού που μαζικοποιεί και εμπορευματικοποιεί τον πολιτισμό και τα πολιτισμικά προοιόντα, ο οποίος πλέον πολιτισμός (κουλτούρα) μετασχηματίζεται ως ένας καινούργιος τύπος κοινωνικού ελέγχου μέσα από τον οποίο επιτυγχάνεται ομαλότερα η ενστάλαξη των νέων μορφών χειραγώγησης. Ο όρος αυτός πήρε στη συνέχεια ένα πληθυντικό χαρακτήρα, δηλαδή πολιτιστικές βιομηχανίες, διαμέσου του οποίου εξετάζεται η επέμβαση των επιχειρηματικών κύκλων και των οικονομικών μονοπωλίων αναφορικά με την κατασκευή ενός φαινομενικού κοινωνικού νοήματος (1). Με άλλα λόγια, η εμπλοκή της διαδικασίας της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης στο πεδίο του πολιτισμού, βοήθησε τους ομίλους κερδοφορίας στη προσπάθεια τους να αυξήσουν τα κέρδη και την επιρροή τους βάση της ανάγκης των ατόμων να συμμετάσχουν σε διάφορα πολιτιστικά γεγονότα.

Συνοπτικά, οι πολιτιστικές βιομηχανίες αναφέρονται στη σύμπλευση όλων των δραστηριοτήτων που ασχολούνται, δημιουργούν και νοηματοδοτούν τα πολιτιστικά αγαθά, των οποίων η οικονομική αξία προκύπτει από την αντίστοιχη πολιτισμική αξία που προσλαμβάνουν σε μια δεδομένη περίοδο. Το συνεπακόλουθο της εισόδου του καπιταλισμού στο πεδίο του πολιτισμού, έγκειται στην αντικατάσταση της έννοιας της ιστορίας με την έννοια της πολιτιστικής κληρονομίας, όπου η δεύτερη αποτελεί εννοιολογική επινόηση του κυρίαρχου καπιταλιστικού μηχανισμού αναπαραγωγής ιδεολογίας. Ως εκ τούτου, η παραγωγή είτε αφηγήσεων είτε υλικών προϊόντων που εξαίρουν τη σημαντικότητα του πολιτισμού στο σύγχρονο κόσμο, εδράζεται στη συνειδητή προσπάθεια των πολιτιστικών βιομηχανιών να μετασχηματίσουν την ιδέα που έχουν οι άνθρωποι για τον κόσμο, έτσι ώστε λειτουργίες όπως η κοινωνική συνείδηση, ο ψυχικός κόσμος, οι φαντασίες κλπ να περιορίζονται εντός των συγκεκριμένων περιθωρίων που επιβάλλει η κυρίαρχη ιδεολογία (1).

Η προώθηση των πολιτιστικών προϊόντων στη βάση των επιδιώξεων των κερδοφόρων ομίλων συνιστά μια αλλοτριωμένη μορφή πολιτισμού μέσα από την οποία εντοπίζονται και αναδεικνύονται οι κοινωνικές διαφορές μεταξύ των ταξικών ομάδων. Η αγορά πολιτιστικών αγαθών αποτελεί μια μορφή επιδεικτικής κατανάλωσης αφού ««η κατανάλωση τέχνης και πολιτισμού προορίζονται συνειδητά και εσκεμμένα για να ικανοποιήσουν μια κοινωνική λειτουργία, τη καθιέρωση κοινωνικών διαφορών» (1) ένεκα της ανισοϋψούς κατάστασης που χαρακτηρίζει τις κοινωνικές τάξεις. Ως εκ τούτου, η οικονομική άνεση που χαρακτηρίζει τις ευημερείς τάξεις αποτελεί και το κύριο σημείο διαμεσολάβησης αυτών των τάξεων με τα διακινούμενα πολιτιστικά αγαθά. Συγκεκριμένο τοπικό παράδειγμα πως επηρεάζουν οι κοινωνικές διαφορές, την πολιτισμικές απολαύσεις είναι το καλοκαιρινό φεστιβάλ ‘Φέγγαρος’, όπου η τιμή της εισόδου για ένα τριήμερο στο φεστιβάλ ανήρχετο στα 25 ευρώ, ενώ για μια μεμονωμένη μέρα το κόστος ήταν 15 ευρώ. Σε μια ενδεχόμενη επισήμανση ότι τα 25 ευρώ είναι μια πολύ καλή τιμή για ένα τριήμερο στο φεστιβάλ, φαίνεται να λησμονούνται οι παράγοντες των καυσίμων, του φαγητού και της διαμονής που αναπόφευκτα πολλαπλασιάζουν το κονδύλι τέρψης των επινοημένων πολιτισμικών αναγκών. Δηλαδή, ενώ δεν πρόκειται για πολιτισμικά γεγονότα που θεωρούνται ότι προσελκύουν ανώτερες τάξεις (π.χ. όπερα) αλλά για θεωρητικά πιο προσιτά, η ανισουψής κατάσταση των κοινωνικών τάξεων και η σχετιζόμενη απεύθυνση των πολιτισμικών αγαθών παραμένουν.

To εργαλείο της αρχαιολογίας στην εθνοκεντρική αφήγηση

Ένα από τα πιο ενδεικτικά πολιτιστικά προϊόντα στα οποία εντυπώνεται το ανάλογο ιδεολογικό περιεχόμενο από τις πολιτιστικές βιομηχανίες στο πλαίσιο της κατανάλωσης πολιτισμού, είναι τα αρχαιολογικά ευρήματα. Αγγεία, πήλινοι αμφορείς, εργαλεία παλιότερων εποχών, όπλα και γενικά αντικείμενα με πολιτισμική αξία, αποσπούνται από τους νόμιμους κατόχους τους και μετασχηματίζονται σε επιδεκτικά εκθέματα που κοσμούν τα σαλόνια των μεγαλοαστών του κόσμου. Το έδαφος πάνω στο οποίο βάσισε την πολιτισμική του κερδοφορία ο ελληνικός και κατά προέκταση ο ντόπιος καπιταλισμός ήταν ήδη προλειασμένο, εξαιτίας τόσο της καθολικής εσώτερης ανάγκης του ανθρώπου να εξετάσει πιο διεξοδικά το παρελθόν του, όπως επίσης και της ελληνικής εθνοκεντρικής αφήγησης υπό το πρίσμα της οποίας συνεχίζουν να ερμηνεύονται τα διάφορα αρχαιολογικά αντικείμενα ιδιαίτερης αξίας που ανευρίσκονται κατά περιόδους. Σαφώς, για να εντυπωθεί στα αρχαιολογικά ευρήματα μια εθνοκεντρική ερμηνεία με πειστικό περιεχόμενο, προϋποτίθεται μια στέρεα θεωρητική βάση που αντανακλά τη σημαντικότητα της οντότητας του ελληνικού έθνους, ως τη μάνα-γη που στα σπλάχνα της κρύβει αυτά τα τόσο σημαντικά αρχαιολογικά ευρήματα. Έτσι, οι περισπούδαστες θεωρητικές προσπάθειες που έγιναν και γίνονται, αποβλέπουν στην ‘τεκμηρίωση’ μιας συνεχούς και αδιάλειπτης ιστορικής ύπαρξης με χαρακτηριστικά γνωρίσματα τα οποία υποτίθεται ότι συνεχίζουν να υφίστανται αναλλοίωτα από γενιά σε γενιά. Η ύπαρξη του έθνους, παροντικά και μελλοντικά, νοείται μόνο στο βαθμό που μπορεί να τεκμηριωθεί-επίπλαστα και μη- η αέναη και ανεξάλειπτη ιστορική παρουσία του, δηλαδή το παρελθόν του (2).

Στην περίπτωση της Ελλάδας, η αρχική προσπάθεια των θεωρητικών πονημάτων πολλών συγγραφέων του 20ου αιώνα επικεντρώθηκε στη μετάβαση από το ιδανικό του ταπεινού έθνους στο φαντασιακό όραμα ενός υπερβατικού τόπου που θα συνένωνε τοπογραφικά την πρωτεύουσα της δυτικοποιημένης Ελλάδας, την Αθήνα, με την αντίστοιχη Ανατολική Μητρόπολη, την Κωνσταντινούπολη. Εντούτοις, η αποτυχία υλοποίησης της Μεγάλης Ιδέας, οδήγησε τους θεωρητικούς σε άλλα κανάλια απόδειξης της αδιάλειπτης συνέχειας του ελληνικού έθνους (3). Για τον λόγο αυτό, το ναυάγιο αναφορικά με την επεκτατική πολιτική της Ελλάδας ανάγκασε τους συγγραφείς της τότε εποχής να διαδώσουν την υπεροχή του ελληνισμού ως του θεματοφύλακα των πολιτιστικών αξιών της δύσης ένεκα του λαμπρού πολιτισμού που άφησαν παρακαταθήκη χιλιάδες χρόνια πριν κάποιοι άνθρωποι που έζησαν περίπου στο ίδιο γεωγραφικό σημείο με αυτούς.

Εντός αυτής της εθνοκεντρικής συλλογιστικής, τα αρχαιολογικά μνημεία και ευρήματα σημαντικής αξίας απετέλεσαν ένα πειστικό μεθοδολογικό εργαλείο περί της πιστοποίησης της ελληνικής ταυτότητας ήδη από την έλευση του βασιλιά Όθωνα στη χώρα (4). Η διαχρονικότητα αυτής της μανίας με την οποία η εξουσία περιεργάζεται και ενδιαφέρεται για καθετί ‘αρχαιολογικό’, η προώθηση του οποίου θα ενδυναμώσει ακόμα περισσότερο την έννοια της εθνικής ταυτότητας καταδεικνύεται ενδεικτικότατα με το παράδειγμα του τάφου της Αμφίπολης. Η εικόνα του απερχόμενου πρωθυπουργού που περιγράφει με τεχνικούς όρους και με ύφος ‘χιλίων αρχαιολόγων’ το ανασκαφέν εύρημα με σκοπό την έξαρση της εθνικής ομοψυχίας, μπορεί κάλλιστα να αντιστοιχιστεί με την φωτογραφία του Μουσολίνι ο οποίος το 1932 με ένα κασμά επιχειρεί να κατεδαφίσει ένα σπίτι στη Ρώμη στη προσπάθεια του να ανασύρει από τα ερείπια την φαντασιακή απόδειξη περί της αδιάλειπτης συνέχειας της αρχαίας Ρώμης, πάνω στην οποία επιχείρησε να εδραιώσει τη δική του φασιστική αυτοκρατορία (5).

Παράλληλα, η πίστη στις προγονικές αξίες περιπλέκεται με τη θησαυροθηρική μανία που έχει κυριεύσει την ελληνική εξουσία, η οποία μέσα από τον συναισθηματικό λόγο της εξυμνεί την αντοχή ενός ολόκληρου λαού που καρτερικά προσμένει τη λύτρωση. Οι κόποι των ελλήνων αρχαιολόγων που χάρη σε αυτούς ανακαλύπτονται οι θησαυροί που βρίσκονται καλά κρυμμένοι στην ελληνική γη, μπορούν με νοητό τρόπο να αντιστοιχηθούν με τις προσπάθειες του μέσου εργαζόμενου ο οποίος δύναται να ανακαλύψει, αναλόγως της προσωπικής του εργασιακής εγκαρτέρησης, τους ‘θησαυρούς’ των δικών του κόπων. «Στην οικονομία των αγορών και της χρηματιστηριακής κρίσης, αντιπαραβάλλεται μια εναλλακτική αποκαλυψιακή οικονομία, μια ονειρική – ηθική οικονομία που ανταμείβει τους εθνικά σκεπτόμενους και δρώντες» (5).Σε αυτό το πλαίσιο, οι αρχαιότητες και το παρελθόν λειτουργούν ως μια μορφή συμβολικού κεφαλαίου, το οποίο αναλόγως των επικυριαρχικών βλέψεων, μετασχηματίζεται σε οικονομικό ή και εθνικό κεφάλαιο (6).

Σημειώσεις:

1) Μπούνια, Α., «Τα μουσεία ως πολιτιστικές βιομηχανίες: μια προκαταρκτική συζήτηση», στο Βερνίκος, Ν., Δασκαλοπούλου, Σ., Μπαντιμαρούδης, Φ., Μπουμπάρης, Ν., Παπαγεωργίου Δ., (επιμ.), Πολιτιστικές βιομηχανίες. Διαδικασίες, υπηρεσίες και αγαθά, Κριτική, Αθήνα 2005.
2) Ροτζώκος, Ν., «Η νεοελληνική εθνική ιδεολογία και η εθνική ιστοριογραφία» στο Μαργαρίτης, Γ., κ.ά. (επιμ.), Ελληνική Ιστορία. Νεότερη και Σύγχρονη Ελληνική Ιστορία, ΕΑΠ, Πάτρα 1999, σσ. 215-246
3) Λεοντή, Α., Τοπογραφίες ελληνισμού. Χαρτογραφώντας την πατρίδα, μτφρ. Π.Στογιάννος, Scripta, Αθήνα 1998, σσ. 123-170
4) Βούρη, Σ., «Μουσείο και συγκρότηση εθνικής ταυτότητας», στο Κόκκινος Γ., Αλεξάκη Ε. (επιμ.), Διεπιστημονικές προσεγγίσεις στη μουσειακή αγωγή, Μεταίχμιο, Αθήνα 2002
5) Εθνική θησαυροθυρία ή κριτική αρχαιολογία
6)Antiquities_as_symbolic_capital_in_modern_Greek_society

Profuso

Ω, πύλες του παραδείσου!

Be first to comment