Καλλιτέχνης και κόσμος: Η περίπτωση του χαράκτη Α. Τάσσου

Γράφει: Ο Πυγμάχος

 

«Κανένας πίνακας δε δημιουργήθηκε για να διακοσμεί σπίτια. Είναι ένα εργαλείο πολέμου για επίθεση αλλά και για άμυνα εναντίον του εχθρού». Πικάσο

 

Είναι η χιλιοπαιγμένη σκηνή όπου ο παρευρισκόμενος πλησιάζει τον καλλιτέχνη. Με φωνή που αρμόζει στο χώρο όπου εκτίθενται τα έργα του τελευταίου τον συγχαίρει για τις δημιουργίες του. Οι πιο τολμηροί, συνάδελφοι και μη, ενδεχομένως να κριτικάρουν με τεχνικούς όρους και στα πλαίσια συγκεκριμένων τεχνοτροπιών τις επιλογές και το ύφος του καλλιτέχνη. Όμως, τόσο η διαφωνία όσο και η συμφωνία για τις καλλιτεχνικές επιλογές, αποτελούν για τα συναλλασσόμενα μέρη δυο όψεις του ίδιου νομίσματος – ότι δηλαδή η τέχνη εξημερώνει, γαληνεύει, και αποτραβά τον θεατή – και κατά κύριο λόγο τον καλλιτέχνη – από τα κοινά τα οποία ομολογουμένως δεν φημίζονται για τις καλλιτεχνικές τους ευαισθησίες και αντιλήψεις. Καλλιτέχνης και θεατής μετατοπίζονται με εναλλασσόμενο τέμπο από την υφιστάμενη κοινωνία, η οποία πάραυτα αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για έμπνευση ή/και κατανόηση του έργου τέχνης, προς μια άλλου τύπου κοινωνία την οποία θέλει να αναδείξει ο καλλιτέχνης και την οποία ο θεατής οραματίζεται καθ’ όλη τη διάρκεια παρουσίας του στον εκθεματικό χώρο.

Είναι όμως η τέχνη μια συμβολική διαδικασία λήθης με την οποία ο θεατής διανοίγει, έστω και αποσπασματικά, μια απολυτρωτική διάσταση στην ζοφερή πραγματικότητα με την οποία απολαμβάνει την αισθητική ευτυχία που δεν μπορεί να του προσφέρει το παρόν; Ή ακόμα, η τέχνη αποτελεί μια επινόηση του ανθρώπου για να μη καταστραφεί από την αλήθεια του τώρα, βιώνοντας την ως μια συναισθηματική κατάσταση η οποία χαρακτηρίζεται από την μέθη, όπως υποστήριξε ο Νίτσε; Πιο απλά, η τέχνη επιδρά στον άνθρωπο όπως μια αλκοολική συνεύρεση μεταξύ φίλων που παραμερίζουν για λίγο το φορτίο της καθημερινότητας για να το δεχτούν ξανά στη συνέχεια αδιαμαρτύρητα και χωρίς καμιά διάθεση επαναξιολόγησης του;

Τέχνη από ποιους και για ποιους;

Με τη χρήση χρωματικών προσμίξεων, την εφαρμογή χαρακτηριστικών στυλ και πρωτότυπων δημιουργιών που εντάσσονται σε διάφορα πλαίσια αποκομμένα από τους υφιστάμενους πολιτικοκοινωνικούς συσχετισμούς, ο σύγχρονος καλλιτέχνης προσδοκεί να μεταδώσει την άποψη του για τον κόσμο, προς τον κόσμο. Τι προσπαθεί όμως να μας μεταδώσει; Ως φορέας της τέχνης, αυτός που περιεργάζεται κάθε μέρα με τα υλικά και τη σκέψη του την πραγματικότητα, ποιον ρόλο διαδραματίζει εντός της κοινωνίας; Εάν ο ρόλος του είναι παιδαγωγικός, δηλαδή να επιμορφώσει, γιατί ο δάσκαλος να μην θεωρείται καλλιτέχνης; Ή ακόμα, εάν η τέχνη επενεργεί ως ψυχαγωγική λειτουργία, γιατί να μην θεωρηθούν ως τέχνη τα ηλεκτρονικά βιντεοπαιχνίδια, αφού και αυτά σκοπό έχουν να ψυχαγωγήσουν και να ερεθίσουν το θυμικό των χρηστών τους;

Δε μπορεί απλά να θεωρηθεί ότι η βαθύτερη επιδίωξη της τέχνης εδράζεται στην μετάδοση μιας αισθητικής διέγερσης, αφού η καλλιτεχνική δημιουργία καθίσταται θεμελιωδέστερη και διεισδυτικότερη όταν εκλογικευτεί βάση της γνώσης της υπάρχουσας πραγματικότητας. Επιπρόσθετα, το έργο τέχνης δεν συνιστά απλά μια καλαίσθητη απεικόνιση ενός προσώπου, μιας στατικής φύσης ή οποιουδήποτε γεγονότος, καθώς η μετάδοση του αισθητικού αντικειμένου εμπεριέχει τις πεποιθήσεις και την τριβή του καλλιτέχνη με τα πράγματα του κόσμου. Ο καλλιτέχνης, λοιπόν, δεν μπορεί να είναι ωραιοφτιάχτης, όπως ενδεικτικά επεσήμανε ο Βάρναλης, καθώς το έργο του αποτελεί το ουσιαστικότερο εργαλείο στη προσπάθεια του να μεταδώσει στους υπόλοιπους την ορθή θέση για τα πράγματα του κόσμου.

Η τέχνη δεν μπορεί παρά να συνιστά μια μορφή κοινωνικής συνείδησης, μια συγκεκριμένη πρόταση αντανάκλασης της πραγματικότητας από ένα πομπό, τον καλλιτέχνη, προς τον δέκτη, την ανθρωπότητα, που προσμένει το μήνυμα του. Η τέχνη στις πιο υποδηλωτικές εκφάνσεις της αποκαλύπτει νοήματα που έμειναν μέχρι τότε καταχωνιασμένα. Έχει τη δυνατότητα να πει περισσότερα απ’ όσα βλέπει το μάτι ή ακούει τ’ αυτί ή σκέφτεται το μυαλό. Με τη χρήση του συμβόλου, ο καλλιτέχνης δεν επιτελεί μια απλοϊκή σύνδεση ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν, αλλά συνδέει επίσης το παρόν με τις δυνατότητες που εγκυμονεί το μέλλον (1). Όταν ο Μπρεχτ επισημαίνει ότι το δικό μας θέατρο δεν περιορίζεται απλώς στην αναγνώριση της πραγματικότητας, καθώς στόχος της τέχνης πρέπει να είναι τόσο η διέγερση όσο και η οργάνωση για την αλλαγή της, τότε η λειτουργία της τέχνης δεν μπορεί να αναλώνεται σε μια άγονη απεικόνιση της πραγματικότητας αλλά τουναντίον πρέπει να επιδιώκει το μετασχηματισμό της σε εναρμόνιση με τις ανάγκες και τα θέλω του ανθρώπου.

Η επιδίωξη, πολλές φορές συνειδητά, του μεγαλύτερου μέρος του καλλιτεχνικού κόσμου να αποτραβηχτεί από την πολιτική σκηνή και να κατατάξει τα έργα του μακριά από οποιαδήποτε πολιτική θέση, αναπόφευκτα οδηγεί σε μια αποπολιτικοποιημένη τέχνη που αποτινάσσει από πάνω της κάθε ενεργή προσπάθεια ανοικοδόμησης της πραγματικότητας. «Οι στρατευμένοι της αποστράτευσης, εκείνοι που κάνουν απολίτικη τέχνη στην ουσία κάνουν πολιτική, δηλαδή τείνουν να αποφύγουν μια πολιτική θέση και να συμβουλέψουν και τους άλλους να αδρανήσουν», έλεγε ο Ρίτσος. Ίσως η λέξη αδράνεια είναι αρκετά μετριοπαθής για να περιγράψει την λοξοδρόμηση της τέχνης και την μετάδοση αποπολιτικοποιημένων μηνυμάτων και συμβολισμών, καθώς η λέξη θα μπορούσε να ήταν συνενοχή. Συνενοχή απέναντι στη εκμετάλλευση ανθρώπου προς άνθρωπο, συνενοχή στο συνεχές χάσμα που χωρίζει και ταξινομεί τους ανθρώπους σε προνομιούχους και μη.

Αν οι καλλιτέχνες πιστεύουν ότι η κοινωνία δεν βρίσκεται σε παρακμή ή εάν πιστεύουν ότι η τέχνη λειτουργεί σαν ένα είδος κρυφού σχολειού που μπορεί να διαπαιδαγωγήσει τον άνθρωπο με αμόλυντο τρόπο και να τον βοηθήσει να αναρριχηθεί εκτός της μπανάλ πραγματικότητας, τότε μάλλον η τέχνη δεν αφορά τον κόσμο μας, αλλά κάποιον άλλο ιδεατό που βασίζεται σε καλλιτεχνικές φαντασιώσεις άνευ ορθολογικού περιεχομένου. Η αδυναμία αντίληψης των αιτιών που δημιουργούν αυτή την ομολογουμένως ζοφερή πραγματικότητα, περιστέλλει τις καλλιτεχνικές προσπάθειες σε πολύχρωμες καταγγελίες δε επιφανειακές και σκουρόχρωμες δε. Η τέχνη που ερμηνεύει μονοσήμαντα την πραγματικότητα υπό το πρίσμα των συμπτωμάτων της, παρομοιάζεται με τα γιατροσόφια που εφαρμόζει ένας χρόνιος ασθενής χωρίς γνώσεις ανατομίας και φυσιολογίας του σώματος. Η καλλιτεχνική δημιουργία που λησμονεί τα ‘πως’ και τα ‘γιατί’ του κόσμου αυτοπεριορισμένη στα ‘επειδή’, αναπόφευκτα συγκινεί εφήμερα και χωρίς ουσία.

 Τάσσος Αλεβίζος

 Εναρμονισμένος με την ρήση του Πικάσο, ότι δηλαδή η τέχνη δεν συνιστά εφαρμογή ενός «κανόνα ομορφιάς» αλλά μορφή κοινωνικής συνείδησης, ο χαράκτης Τάσσος Αλεβίζος χρησιμοποίησε στο έργο του αρχετυπικές μορφές όπως τη Μάνα, την Αντίσταση, τη Γυναίκα και την Ειρήνη έχοντας ως προσανατολισμό του μια πανανθρώπινη κοινωνία. Το μεγαλειώδες έργο του, κράμα της κομμουνιστικής ιδεολογίας και της ελληνικής παράδοσης, συμπλέκει στοιχεία που προκαλούν τόσο τη θυμική διέγερση του θεατή, όπως το πάθος και την ορμή του καταπιεσμένου ‘Έλληνα, όσο και στοιχεία από την παράδοση και την ιστοριογραφία. Η απεικόνιση του παρόντος για τον Τάσσο δεν παραμένει στατική μα απεναντίας ωθεί τον άνθρωπο στη δράση ενάντια στις αλλότριες δυνάμεις που τον καταπνίγουν. Ως κομμουνιστής καλλιτέχνης δεν περιχαρακώθηκε στα στενά όρια της ελληνικής επικράτειας. Με ορίζοντα του τον καλλιτεχνικό διεθνισμό αποτύπωσε στα έργα του σκηνές καταπίεσης των λαών του κόσμου, όπως τον πόλεμο στο Βιετνάμ και την εισβολή του Τουρκικού στρατού στην Κύπρο. Η ευρύτητα και η δύναμη που του προσέδωσε η κομμουνιστική παιδεία του αποτυπώνονται μέσα από την επιλογή του ιδίου να χαράσσει σε μεγάλες επιφάνειες ώστε να καταστήσει το έργο του απλό, άμεσο μα συνάμα μεγαλοπρεπές και συνυφασμένο με μια καθολική ερμηνεία του κόσμου απαλλαγμένη από κάθε λογής εκμεταλλευτικές και επικυριαρχικές τάσεις. Η συμμετοχή του στην ΕΠΟΝ, στο ΕΑΜ και η προσφορά του στο καλλιτεχνικό μέρος του Ριζοσπάστη δεν έγινε χωρίς τίμημα, αφού η παρουσία του το 1944 στη πανελλήνια έκθεση μαζί με το ΕΑΜ εικαστικών καλλιτεχνών, οδήγησε τους Γερμανούς κατακτητές στην παύση της έκθεσης και τον Τάσσο μαζί με άλλους κομμουνιστές καλλιτέχνες στη φυλακή.

Το έργο του χαράκτη Τάσσου, όπως οποιουδήποτε άλλου καλλιτέχνη, δεν μπορεί να αποτελέσει μια ξεχωριστή μορφή εργασίας εξαιτίας μιας αποπολιτικοποιημένης ιδιαιτερότητας που της εντυπώνει δεκαετίες τώρα η αστική κοινωνία. Η τέχνη που αποστρέφεται τις παθογένειες αλλά εξυμνεί μονοδιάστατα τα κοινωνικά συμπτώματα είναι καταδικασμένη στο να αποκρύπτει τις πληγές αντί να τις θεραπεύει. Ο καλλιτέχνης δεν μπορεί να συνιστά μια αφηρημένη κοινωνική οντότητα, καθώς χρέος του είναι να συστρατευτεί μαζί με άλλους ανθρώπους για να εκριζώσουν και να μουνουχίσουν τις πηγές ανισότητας του κόσμου ετούτου. Σε μια κομμουνιστική οργάνωση της κοινωνίας, πάνω στην οποία εμπνεύστηκε και χάραξε ο Τάσσος, δεν υπάρχει καταμερισμός εργασίας, αφού παράλληλα δεν υπάρχουν συγγραφείς, αγρότες και πιανίστες, αλλά μάλλον άνθρωποι που απλά γράφουν, φυτεύουν και ξέρουν πιάνο. Παρομοίως, σε μια κοινωνία ίσων που σέβεται τις ανάγκες όλων και που για αυτές συνεισφέρουν όλοι, δεν υπάρχουν χαράκτες, αλλά το πολύ άν­θρωποι που, κοντά στ’  άλλα, χαράζουν.

 

Σημειώσεις

1) Lewis Mumford, Τέχνη και τεχνική, Νησίδες, 1997.

 

Πηγές:

Αφιέρωμα στο χαράκτη Τάσσο Αλεβίζο

Η τέχνη στη κομμουνιστική κοινωνία

Η τέχνη ως εργαλείο ανάλυσης, κατανόησης και παρέμβασης στη πραγματικότητα

 

 

 

Be first to comment