“Κοιτάξατε γύρω σας; Τι πέφτει πρώτο στο μάτι; Η αδικία. Κατόπι; Η ανισότητα. Πώς μπήκαν αυτά τα δυο πράματα στη ζωή μας;…”

 

…Ένα μεσημέρι ήταν έτοιμος να κλείσει. Είχε πάρει κιόλας την κλειδαριά στο χέρι και προχωρούσε κατά την πόρτα. Τότε κάτι ωχρό φάνηκε στην πόρτα. Ένας μαυροντυμένος άνθρωπος με ισκερά μάτια δρασκέλισε προφυλακτικά το κατώφλι.

– Καλημέρα σας…είπε. Η φωνή του ήταν θαμπή – όπως όλη του η ύπαρξη, απ’ το κοστούμι ως το δέρμα του προσώπου του. Κλείνατε; ρώτησε

Τον διαβεβαίωσε ότι αυτό δε σήμαινε κι ότι ήταν διατεθειμένος ν’ αργοπορήσει λίγο για να τον εξυπηρετήσει.

– Θέλετε κάποιο βιβλίο; τον ρώτησε.

Γέλασε. Ήθελε.

– Ευχαρίστως. Ποιο;

– Τι να κάνουμε;

– Ποιοι; ρώτησε ο Μέλιος έκπληκτος κι ετοιμαζόταν να πάρει στάση αμυντική. Φοβήθηκε πως βρισκόταν μπρος σ’ έναν τρελό. Αν και δύσκολα μπορούσε κανείς να φανταστεί τρελό με τόσο σοβαρό ύφος.

Ο άνθρωπος γέλασε λυπημένα και συμπαθητικά.

– Είναι ο τίτλος του βιβλίου…είπε. Το Τι να κάνουμε; του Λένιν

– Λυπούμαι. Δεν άκουσα ποτέ να γίνεται λόγος για ένα τέτοιο βιβλίο. Ούτε και για το συγγραφέα.

– Είναι λιγάκι λυπηρό. Αλλά όχι και απελπιστικό. Η άγνοια γύρω από ορισμένα πράματα δεν είναι σοβαρό παράπτωμα. Τα μόνα ανίατα τραύματα είναι η χοντροκεφαλιά και προπάντων η πεισματική αμάθεια.

Μιλούσε χωρίς να κηρύττει.

– Τα μίζερα, τα τετριμμένα και καθημερινά, μας στένεψαν, μας πνίγουν. Χάσαμε τον ουρανό, ανακαλύψαμε το ταβάνι. Γράφετε;

– Να. Κάτι τετριμμένα και καθημερινά.

– Δεν έχετε δίκιο. Το γράψιμο, αυτό καθ’ εαυτό, δεν είναι κάτι το τετριμμένο. Είναι ήδη ένα σπάσιμο, ένα ανέβασμα, με λίγα λόγια, μια ρήξη με την καθημερινότητα.

Ωραία, πολύ ωραία μιλούσε ο πένθιμος άνθρωπος.
Ο Μέλιος καθόταν και τον άκουε με το κλειδί στο χέρι.

– Θα κλείσετε; ρώτησε ο άνθρωπος.

– Δε με κυνηγάει κανείς.

– Το ωράριο.

– Είναι στο χέρι μου να το αγνοήσω. Ζητήστε μου κάποιο άλλο βιβλίο.

– Λογοτεχνία; Μπούχτισα. Δεν έχει πια για μένα ποικιλία. Ή για τον έρωτα θα μιλάει ή για το θάνατο. Εγώ τον έρωτα τον έχασα, τον θάνατο τον εξασφάλισα. Για να ξέρετε, όλα τα μυθιστορήματα που γράφηκαν από τότε που ανακαλύφθηκε το μυθιστόρημα , όλα είναι ένα μυθιστόρημα που γράφεται και ξαναγράφεται. Η μόνη ποικιλία του είναι ότι γράφεται από διαφορετικούς συγγραφείς. Οι πόλοι όμως είναι πάντα οι ίδιοι. Έρωτας – θάνατος. Και στο μεταξύ αφήνουν τη ζωή να τους φεύγει. Οι εξαιρέσεις είναι πάρα πολύ λίγες. Ο Βαλζάκ, ο Δοστογιέφσκι, ο Τολστόι.

– Με συγχωρείτε…Τι δουλειά κάνετε;

– Επιπλοποιός. Η Ασφάλεια με λέει ” ταραχοποιό “.

– Ποια…Ασφάλεια;

– Όχι κατά των Ατυχημάτων. Η Ασφάλεια είναι μια μηχανή που εξασφαλίζει ίσα ίσα στον άνθρωπο το ατύχημά του. Που το σιγουρεύει από ανθρωπιστικές επιδράσεις. Μ’ άλλα λόγια. Μ’ άλλα λόγια, η Ασφάλεια είναι εκείνη που δίνει τη δύναμη στο κράτος να κάνει ό,τι θέλει – εκτός απ’ το καλό.

Μα…τι άνθρωπος ήταν αυτός; Ο Μέλιος καθόταν και τον παρακολουθούσε Κι έπεφτε από απορία σ’ απορία. ” Επιπλοποιός;” ρώτησε μόνος του. Αλλά το είπε, ως φαίνεται, δυνατά γιατί ο άλλος του απάντησε:

– Ναι. Δηλαδή ” φερετροποιός ” στην πραγματικότητα. Φερετροποιός μιας κοινωνίας που από καιρό χρειάζεται θάψιμο. Σας τα λέω κάπως με εικόνες για να τα καταλάβετε. Εσάς σας αρέσει η κοινωνία έτσι όπως είναι κουρντισμένη;

– Καθόλου. Αλλά τι να την κάνουμε; Δεν πέφτει.

– Μόνη της; Δε θα πέσει ποτέ. Χρειάζεται γκρέμισμα.

– Από ποιους;

– Από κείνους που γκρεμίζουν και που χτίζουν.

– Τους εργάτες;

– Ναι, αυτούς.

Το’ πε με πίστη. Αλλά το βλέμμα του ήταν πάντα λυπημένο. Τι γινόταν στα κατάβαθα της συνείδησής του;

– Διαβάσατε ποτέ επαναστατική φιλολογία; έκοψε τη σιωπή.

– (Τι ήταν αυτό;) Όχι.

– Έχετε δίκιο. Δεν αφήνουν. Την καίνε. Αυτό δεν είναι τόσο τρομερό.

– Δεν είναι;

– Άλλοτε καίγανε ανθρώπους. Αυτούς που λέγανε τις αλήθειες. Τώρα καίνε τις ίδιες τις αλήθειες.

– Μα…καίγονται οι αλήθειες;

– Πώς όχι…Αλλά ξαναφυτρώνουν ζωντανότερες. Οι επαναστατικοί συγγραφείς, κύριε…αυτοί είναι οι μόνοι απόστολοι που εκπληρώσανε το χρέος τους απέναντι στην ιστορία. Είναι αληθινοί σποριάδες. Τι είπε ο Φεραίος πεθαίνοντας; ” Εγώ αρκετόν σπόρον έσπειρα. Το έθνος μου θα θερίσει τους καρπούς του”. Κείνος έπεσε, οι ιδέες του όμως έδωσαν καρπό. Το έθνος απελευθερώθηκε. Μα…απελευθερώθηκε;

– Τι λέτε εσείς;

– Φίλε μου. Πίσω από κάθε Λευτεριά που γεννιέται έρχεται και η αλυσίδα που θα τη δέσει. Το έθνος ελευθερώθηκε, αλλά το έθνος δεν είναι ελεύθερο. Μα θα μου πεις, δεν ήταν οι Τούρκοι που βασάνιζαν κι αλυσόδεναν το λαό; Χρειάστηκε να φύγουν οι Τούρκοι για ν’ ανακαλύψουμε μια μεγάλη αλήθεια. Ότι οι Τούρκοι μάς έδεναν σαν Έλληνες. Σαν ανθρώπους μας δένουν άλλοι.

– Ποιοι;

– Διαβάστε το Κεφάλαιο του Μαρξ να το μάθετε. Το διαβάσατε;

– Όχι.

– Κρίμα. Αν το διαβάζατε, δε θα με ρωτούσατε. Δύσκολα είναι να κάνεις το δάσκαλο, όταν ο δάσκαλός σου υπήρξε τόσο μεγάλος. Κοιτάξατε γύρω σας; Τι πέφτει πρώτο στο μάτι; Η αδικία. Κατόπι; Η ανισότητα. Πώς μπήκαν αυτά τα δυο πράματα στη ζωή μας; Φύτρωσαν μόνα τους όπως οι αγκινάρες; Εδώ γίνεται μια κούρσα άγρια. Όποιος νικήσει δε στεφανώνεται. Τρώει τον νικημένο. Η Λαιμαργία, με λάμδα κεφαλαίο, είναι η θρησκεία των νικητών. Κι αν δεν τη δεχτούμε με χαρά, υπάρχει η Ασφάλεια για να μας πείσει. Είστε συνδικαλισμένος;

Νέα σύγχυση. Νέο πελάγωμα. Τι ήταν πάλι αυτό; ” Συνδικαλισμένος;” Μήπως ήθελε να πει ” σκανδαλισμένος, συνεπαρμένος” απ’ όλα όσα άκουσε, απ’ τ’ αληθινά και τα πρωτάκουστα; Μα, φυσικά, και βέβαια. Είναι και παραείναι μάλιστα.

– Παράξενο, είπε ο άνθρωπος. Δεν σας έκαναν ποτέ λόγο εκεί για τη στρουχτούρα του εκμεταλλευτικού συστήματος της σημερινής κοινωνίας; Τίποτα για υπεραξία;

Εδώ πια έφτασε σε τέλειο μπέρδεμα. Τότε ο Μέλιος αποφάσισε να σταματήσει το ” κρυφτούλι “.

– Σας παρακαλώ , του λέει, να με συγχωρήσετε. Δεν κατάλαβα τίποτα απ’ όλα όσα μου λέτε.

– Αυτό είναι…είπε ο άνθρωπος μελαγχολώντας βαριά. Ο δρόμος ενός ανθρώπου είναι ναρκοθετημένος από ειδών ειδών αυταπάτες και “ταμπού”. Η παλιά κοινωνία δεν παραδίνει φρουρά.

– Και τι θα την κάνουμε;

– Θα τη λιώσουμε στα πόδια, ώσπου να παραδοθεί. Αλλιώς θα την ανατρέψουμε. Μη με ρωτήσετε όμως ” με τι”, γιατί θα με φέρετε πάλι σε δύσκολη θέση. Είναι μερικοί δικοί μας που λένε ” με τη γροθιά μας “. Άλλοι πάλι ” με τον αριθμό μας “. Αυτές οι συνταγές στην εποχή των επαναληπτικών όπλων είναι αστείες. Κύριε…Ζούμε σ’ ένα καθεστώς που, φυσικά, παλιώνει, σβήνει και πεθαίνει, αλλά μ’ ένα ρυθμό απελπιστικά αργό. Οι επερχόμενες γενεές μόνο δυο δρόμους έχουν να διαλέξουν. Ή να το αφήσουν να πεθάνει φυσιολογικά – οπότε ( στο διάστημα αυτό ) θα πεθαίνουν συνέχεια οι ίδιες – ή να το σκοτώσουν. Αλλά…το είπαμε και πριν. Τουφέκια δεν έχουμε. Κι οι γροθιές δε σκοτώνουν. Τότε;…Τι θα κάνουμε; Θα τ’ αφήσουμε να ζήσει; Αυτό μπορούμε να το κάνουμε. Αλλά η ανθρωπότητα θα συνεχίσει να γεύεται παραπέρα τις στερήσεις , την αδικία και την εκμετάλλευση. Ένας άνθρωπος όμως μ’ αφυπνισμένη συνείδηση μπορεί να το ανεχτεί αυτό; Ε, όχι! Και γι’ αυτό γίνεται κοινωνικός επαναστάτης. Ποιο είναι το έργο του; Ν’ αφυπνίσει τις συνειδήσεις και των άλλων, ώσπου να γίνουν στρατιά. Και τότε ν’ αρχίσουν τη δολιοφθορά. Δηλαδή…να ρίχνουν άμμο στη μηχανή της κοινωνίας, να μπλέκουν βέργες στις ρόδες της, ώσπου να πάθει εμπλοκή. Και ,τότε, να την καταλάβουν με έφοδο. Θα με ρωτήσετε: μα θα πάψει αυτόματα η κοινωνία να είναι οπλισμένη; Κάθε άλλο. Αλλά κείνοι που είναι εντεταλμένοι για να διατάξουν ” πυρ ” θα’ χουν πάθει πανικό, κι ώσπου να συνέλθουν το καθεστώς τους θα’ χει πέσει.

Ο Μέλιος τον άκουσε θαμπωμένος. Ίσαμε τότε νόμιζε ότι κανένας δεν είχε τη διάθεση να τα βάλει με την κοινωνία. Ότι οι θυμωμένοι, βέβαια, ήταν πολλοί. Αλλά ότι ήταν θυμωμένοι ο καθένας χώρια. Κι ότι ο καθένας τρωγόταν μόνος του, με τα ρούχα του. Και τώρα…
Ήρθε αυτός, αυτός ο χλομός απόστολος με τα ανυπότακτα κηρύγματα και τι του λέει; Ότι η αδικία δεν είναι πέτρινος νόμος. Ότι δεν είναι ιερή υποχρέωση μας να σεβαστούμε τα πράματα όπως τα βρήκαμε. Και ότι – κι αυτό ήταν το θαυμαστό – ήταν στο χέρι των ιδίων των αδικημένων να καταργήσουν την αδικία ….( απόσπασμα)

Μενέλαος Λουντέμης , Κάτω απ’ τα κάστρα της ελπίδας, Ελληνικά Γράμματα, 2000

tassos1

Πηγή: Ofisofi

kastrat

Profuso

Ω, πύλες του παραδείσου!

Leave a Reply