Κρισιμα, πολυ κρισιμα ερωτηματα!

 

<<Η φτώχεια και η δυστυχία είναι μια «φυσική» κατάσταση, απ’ την οποία

 η ανθρωπότητα δεν θα απαλλαγεί ποτέ;

Αν δεν είναι φυσική αλλά κοινωνική κατάσταση, ποια είναι τα συγκεκριμένα αίτια που κάνουν έναν άνθρωπο φτωχό κι έναν άλλο πλούσιο; Μπορούμε να αποδώσουμε αυτές τις ιδιότητες στην προσωπική ικανότητα και την προσωπική ανικανότητα; Αν μπορούμε, πώς συμβαίνει η ηλιθιότητα κι ο πλούτος να κάνουν συχνά καλή παρέα;

 

Αφού υπάρχουν άνθρωποι έξυπνοι και δραστήριοι, που παραμένουν σ’ όλη τους τη ζωή φτωχοί και, εν πάση περιπτώσει, λιγότερο πλούσιοι από κάποιους άλλους, που είναι λιγότερο έξυπνοι και δραστήριοι, θα ήταν δυνατό να αποδώσουμε την ύπαρξη πλούτου αποκλειστικά στην εξυπνάδα και τη δραστηριότητα;

 

Και τι θα γίνει, π.χ., με τους έξυπνους που προτιμούν, ας πούμε, τη μελέτη και την έρευνα απ’ το εμπόριο και το λαθρεμπόριο; Αυτούς ποιος θα τους ταΐσει; Είναι λογικό και έντιμο, οι σοφοί αυτού του κόσμου να πεθαίνουν κατά κανόνα στην ψάθα;

 

Γιατί υπάρχουν πλούσια κράτη και φτωχά κράτη; Μήπως υπάρχει μια κρυφή σχέση ανάμεσα στον πλούτο των εθνών και το φανερό ή λανθάνοντα πόλεμο ανάμεσα στα έθνη;

 

Γιατί υπάρχουν κόμματα ανταγωνιστικά; Γιατί υπάρχουν κόμματα συγγενικά; Ανάμεσα στα κόμματα υπάρχει συγγένεια πρώτου, δεύτερου και τρίτου βαθμού όπως στους ανθρώπους; Κι αν υπάρχει, γιατί υπάρχει;

 

Πώς συμβαίνει το χρήμα να γεννάει χρήμα, αφού είναι άψυχο και κανένα άψυχο δεν μπορεί να πολλαπλασιαστεί από μόνο του;

 

Γιατί τα χρήματά μου θα πολλαπλασιαστούν αν τα βάλω στην τράπεζα και δεν θα πολλαπλασιαστούν αν τα βάλω στο χρηματοκιβώτιο που έχω σπίτι μου; Από πού παίρνει ο τραπεζίτης το χρήμα που μου δίνει σαν τόκο;

 

Ποιος αποφασίζει πως ο μισθός μου πρέπει να είναι Α και όχι Β δραχμές; Γιατί ο δικός μου μισθός είναι μεγαλύτερος απ’ το δικό σου; Πρόκειται για αδικία; Αν πρόκειται για αδικία, ποιος μας αδικεί και γιατί; θα διορθωθεί η κατάσταση αν όλα τ’ αφεντικά γίνουν καλοί χριστιανοί; Και τι γίνεται μέχρι να γίνουν καλοί χριστιανοί όλα τ’ αφεντικά μετά τη Δευτέρα Παρουσία; Κι αν το αφεντικό μου σήμερα τυχαίνει να μην είναι και τόσο καλός χριστιανός; Κι αν ο καλός χριστιανός και ο καλός απατεώνας κάνουν καλό ζευγάρι, όπως συχνά συμβαίνει; Κι αν τυχαίνει να είναι μεν καλός χριστιανός τ’ αφεντικό και να θέλει ν’αγιάσει διά της φιλανθρωπίας, αλλά δεν του το επιτρέπει ο ανταγωνιστής του;

 

Γιατί η φιλανθρωπία, που υπάρχει από υπάρξεως φιλάνθρωπου ανθρώπου, δεν έλυσε το πρόβλημα της φτώχειας;

 

Πώς καθορίζονται οι τιμές των προϊόντων που αγοράζουμε; Γιατί ανεβοκατεβαίνουν οι τιμές Γιατί η αξία ενός προϊόντος αποτιμάται σε χρήμα κι όχι, ας πούμε, σε βοτσαλάκια του γιαλού, που είναι και όμορφα;

 

Ποιος αποφασίζει πως αυτό το προϊόν πρέπει να πουλιέται τόσο και το άλλο τόσο;

 

Αν ο χρόνος είναι χρήμα, κι αν το χρήμα είναι το ιδανικό εμπόρευμα, αυτό που θα μπορούσα να το ανταλλάξω μ’ οποιοδήποτε άλλο εμπόρευμα, δεν πρέπει να υπάρχει μια στενή σχέση ανάμεσα στο χρόνο και στο χρήμα, που δεν είναι μόνο σχήμα λόγου και αγγλοσαξονική παροιμία πασίγνωστη;

 

Κι αν υπάρχει όντως σχέση ανάμεσα στο χρόνο και το χρήμα, γιατί εγώ που αφιερώνω πολύ χρόνο στη δουλειά που κάνω, κερδίζω λιγότερα απ’ τον αργόσχολο που ξύνεται όλη μέρα κι αφήνει την καλή του τύχη να δουλεύει για λογαριασμό του;

 

Μπας και δεν δουλεύει για λογαριασμό του η καλή του τύχη, αλλά οι κακότυχοι εργάτες και γενικότερα οι εργαζόμενοι καθ’ οιονδήποτε τρόπο;

 

Μπας κι ο χαραμοφάης, που κληρονόμησε τα χρήματα που τρώει μ’ όλη του την άνεση απ’ τον πατέρα του, που δεν ήταν χαραμοφάης, τελικά τρώει απ’ αυτά που «χάρισαν» στον πατέρα του κάποιοι που δούλευαν για λογαριασμό του;

 

Αν δουλέψεις ολομόναχος, όντας εργατικός, ικανός και έξυπνος, υπάρχει περίπτωση να γίνεις πλούσιος; Γιατί χρειάζεσαι και άλλους ανθρώπους γύρω σου, χωρίς τους οποίους αποκλείεται να γίνεις πλούσιος; Εφόσον χρειάζονται και άλλοι άνθρωποι για να γίνεις πλούσιος, μπας και χρωστάς τελικά τον πλούτο σου σ’ αυτούς κι όχι στην εργατικότητά σου, την ικανότητά σου, την εξυπνάδα σου;

 

Γιατί ο Προυντόν είχε δίκιο όταν έλεγε εκείνο το περίφημο «αν ο πλούτος ήταν προϊόν εργασίας, τότε οι πλουσιότεροι άνθρωποι θα έπρεπε να είναι οι εργάτες»; Και αν ο πλούτος δεν είναι προϊόν εργασίας, τι είναι; Μπας και είναι προϊόν εκμετάλλευσης;

 

Και τι πάει να πει εκμετάλλευση όταν ο εργοδότης μού δίνει μεγάλο μισθό; Και γιατί να μου δίνει μεγάλο μισθό; Κορόιδο είναι; Αφού δεν είναι κορόιδο, κι αφού είναι κερδισμένος από μένα παρά το μεγάλο μισθό που μου δίνει, από πού βγάζει το κέρδος που έχει από μένα;

 

Όταν διαπραγματεύομαι το μισθό μου με τον εργοδότη, δεν είναι σαν να διαπραγματεύομαι την πώληση ή την ενοικίαση ενός προϊόντος που παρήγαγα;

 

Γιατί κοντά σ’ όλες τις άλλες υπάρχει και μια «αγορά εργασίας»; Σ’ αυτή την τρομερή αγορά, ποιος πουλάει και ποιος αγοράζει; ΤΙ πράγμα πουλάει και τι αγοράζει, αφού αυτή η αγορά δεν έχει πράγματα;

 

Και σε ποια τιμή πρέπει να πουλώ ή να νοικιάζω, και σε ποια τιμή πρέπει να πληρώνουν ή να νοικιάζουν την εργατική μου δύναμη ή την ικανότητά μου για εργασία αυτοί που τη χρειάζονται;

 

Και ποιος αποφασίζει για την τιμή της εργατικής μου δύναμης ή της ικανότητάς μου για παραγωγή ενός συγκεκριμένου έργου; Και αν στην «αγορά εργασίας» με κλέψουν στο ζύγι οι απατεώνες που υπάρχουν κι εδώ όπως και σε κάθε άλλη αγορά;

 

Και αν η αγορά εργασίας είναι κορεσμένη και μείνω άνεργος, όχι γιατί το θέλω αλλά γιατί δεν με θέλει η αγορά, που πρέπει πάντα να έχει περίσσευμα, ώστε οι τιμές να κρατούνται χαμηλές;

 

Δεν είμαι σκλάβος, είμαι ελεύθερος άνθρωπος. Και σαν τέτοιος, αν θέλω δουλεύω, αν θέλω δεν δουλεύω. Ας μη δουλέψω, όμως, και θα δω τι έχω να πάθω.

 

Αφού θέλω δεν θέλω θα δουλέψω, αν θέλω κι εγώ να φάω και τα παιδιά μου να ταΐσω, θα ψάξω για δουλειά. Κι αν τη βρω, πράγμα που γίνεται περισσότερο δύσκολο όχι από χρόνο σε χρόνο τώρα πλέον αλλά από μέρα σε μέρα, ενδέχεται να δω το αφεντικό μου σαν σωτήρα, οπότε την πάτησα ‘Οχι μόνο γιατί τον έβαλα στη θέση του Σωτήρα, πράγμα για το οποίο η παραθρησκευτική οργάνωση «Σωτήρ» δεν θα είχε καμιά αντίρρηση, αλλά κυρίως διότι ενδέχεται να γίνω όργανό του, άμεσα η έμμεσα, προκειμένου να μη με απολύσει, ή για να μου δώσει αύξηση, ή για να με κάνει προϊστάμενο, δηλαδή αφέντη στη θέση του αφέντη, δηλαδή καθίκι. Θα βρεις εργοδότες αποστάτες της τάξης τους, αλλά προϊστάμενο αποστάτη της τάξης του αφεντικού του, εντός της οποίος παρασιτεί ο γυμνοσάλιαγκας, δεν θα βρεις.

 

Βέβαια, υπάρχει και ο συνδικαλισμός. Αν, όμως, τους συνδικαλισμένους εργαζόμενους τους εκβιάσουν οι ομοίως συνδικαλισμένοι εργοδότες κατά την υπογραφή της περίφημης «συλλογικής σύμβασης εργασίας», πράγμα πάρα πολύ πιθανό, πιο σωστά, πράγμα που γίνεται πάντα;

 

Και πόσα πρέπει να μου δώσει το αφεντικό για να είμαι καλά πληρωμένος;

 

Πολλά; Πόσα είναι τα «πολλά»; Και πόσα τα «λίγα»; Και ποιος αποφασίζει αν είναι πολλά ή λίγα; Μπας και υπάρχει κάποιος συγκεκριμένος τρόπος μέτρησης της αξίας αυτού του δύσκολου εμπορεύματος που λέγεται «εργατική δύναμη», που την έβγαλα για πούλημα στην «αγορά εργασίας»;

 

Αν όντως υπάρχει, μήπως πρέπει με τον ίδιο τρόπο που μετρώ τη αξία της δικής μου εργατικής δύναμης να μετρήσω και την αξία της εργατικής δύναμης του εργοδότη, αφού κι αυτός είναι αναμφισβήτητα ένας σκληρά εργαζόμενος άνθρωπος όπως κι εγώ; Ο εργοδότης, όμως, θα καθίσει να τον μετρήσω με το ίδιο μέτρο, ή θα μου δώσει καμιά φάπα, στην περίπτωση που δεν μου πασάρει ένα εντελώς διαφορετικό μέτρο, φτιαγμένο σπέσιαλ γι’ αυτόν,

 

Κι αφού υπάρχει ένα Διεθνές Γραφείο Μέτρων και Σταθμών, γιατί να μην υπάρχει και ένα διεθνές γραφείο μέτρησης της εργατικής δύναμης, που δεν πρέπει, βέβαια, να συγχέεται με τη μυϊκή δύναμη;

 

Αν το μετρικό σύστημα CGS (εκατοστό, γραμμάριο, δευτερόλεπτο) είναι έγκυρο για τις φυσικές ποσότητες, γιατί να μην υπάρχει κι ένα άλλο μετρικό σύστημα το ίδιο έγκυρο για ποσότητες που δεν είναι φυσικές, αλλά κοινωνικές όπως η εργασία;

 

Κι αφού η εργασία δεν είναι φυσική ποσότητα, γιατί συνεχίζουν να τη μετρούν σαν να ήταν φυσική, βάζοντάς με να δουλέψω τόσες ώρες για να παραγάγω τόσο έργο; Και αν οι φυσικές μου δυνατότητες δεν μου επιτρέπουν να πιάσω τη νόρμα (το κανονισμένο), τι χαμπάρια μάστορα;

 

Κι αφού η δουλειά είναι δουλεία, όπως δηλώνει η ευφυέστατη ελληνική γλώσσα, που για να διαφοροποιήσει ελαφρώς τα νοήματα των δύο λέξεων μεταθέτει τον τόνο απ’ την παραλήγουσα στη λήγουσα, ποιος κερατάς έβγαλε το σύνθημα «χαρά και εργασία»; Δηλαδή, πρέπει ν’ αρχίσω να τραγουδάω μόλις ακούσω να χτυπάει το πρωί το ξυπνητήρι για να μου πει με το φρικτό του τρόπο πως άρχισε για μένα η χαρούμενη εργάσιμη μέρα;

 

Βρε, απατεώνες, γιατί δεν λέτε στον κόσμο πως άλλο πράγμα είναι η εργασία που είναι δημιουργία και συνεπώς χαρά κι άλλο αυτή που κάνει κανείς για το ψωμί του, ακόμα και για το παντεσπάνι του;

 

Τι ακριβώς εννοούσε ο Φιντέλ Κάστρο όταν έλεγε πως κομουνισμός είναι το σύστημα εκείνο στο οποίο ο έρωτας γίνεται αγάπη και η δουλειά χαρά; θα συμβεί ποτέ αυτό το ποιητικό θαύμα;

 

Σ’ αυτά τα ερωτήματα και σε χιλιάδες άλλα ανάλογα, ο μαρξισμός προσπαθεί να δώσει απάντηση. Όμως, είναι φανερό πως απαντήσεις λογικές δεν μπορείς να έχεις, αν δεν βάλεις σωστά τα ερωτήματα. Διάολε, τουλάχιστον τα ερωτήματα πρέπει να ξέρουμε να τα βάζουμε. Οι απαντήσεις κοστίζουν, τα ερωτήματα δεν κοστίζουν τίποτα Χρειάζεται μόνο να έχεις απορίες. Απορία στην πάντα σοφή ελληνική γλώσσα, σημαίνει αδιέξοδο, έλλειψη πόρου, περάσματος.

 

Ρωτάτε, λοιπόν, ρωτάτε όσο το δυνατόν συχνότερα για όσο το δυνατόν περισσότερα, ρωτάτε για τη φύση της δουλειάς και του πλούτου, για την καταγωγή της φτώχειας, για τη διαφορά ανάμεσα στη φιλανθρωπία και τον ανθρωπισμό.

 

Το προφανές είναι καλά κρυμμένο. Ρωτάτε κυρίως για τα προφανή, για πράγματα που φαίνονται αυτονόητα γιατί «έτσι τα βρήκαμε». Σε ποιους τα βρήκαμε έτσι που τα βρήκαμε; Σε κάποιους που κι αυτοί έτσι τα βρήκαν. Που κι εκείνοι έτσι τα βρήκαν εκεί που τα βρήκαν. Και πάει λέγοντας μέχρι τον καιρό του Αδάμ και της Εύας, τότε που ο θεός είπε πως οι απόγονοί τους θα βγάζουν το ψωμί τους με τον ιδρώτα του προσώπου τους. Εντάξει, αλλά επειδή ο Αδάμ και η Εύα έφαγαν τον απαγορευμένο καρπό και τιμωρήθηκαν πρέπει να τιμωρούμαι κι εγώ που θέλω να φάω τον επιτρεπόμενο καρπό και μου το απαγορεύουν τ’ αφεντικά;

 

Καταλαβαίνετε, τώρα, τι κρύβει η συμβουλή της μαμάς που λέει να μη ρωτάμε πολλά; Όποιος ρωτάει πολλά είναι ανάγωγος, λέει η μαμά. Οχι μόνο ανάγωγος, λέει ο θεοσεβούμενος, αλλά και αμαρτωλός. Η φτώχεια βγήκε απ’ την κόλαση, όπως το ξύλο βγήκε απ’ τον παράδεισο. Τέρμα. Για περισσότερες πληροφορίες, στον Αρχιεπίσκοπο.>>

Από το βιβλίο του Βασίλη Ραφαηλίδη ”Η μεγάλη περιπέτεια του Μαρξισμού”

 

 

Profuso

Ω, πύλες του παραδείσου!

Be first to comment