Μερικές σκέψεις για την μέχρι τώρα διαχείριση της κρίσης της πανδημίας από την κυβέρνηση Μητσοτάκη

Το ‘πλάνο’ της κυβέρνησης για την διαχείριση της πανδημίας είναι ένας συνδυασμός του ‘ο θεός μαζί σας’ με το ‘βρήκαμε παπά να θάψουμε πεντ-έξι’. Η διαχείριση της πανδημίας ουδεμία σχέση έχει με την πανδημία εν γένει, αλλά με την εκτέλεση συμβολαίων θανάτου από την κυβέρνηση έναντι στόχων που έχουν ξεμείνει από τα μνημόνια και δεν πρόλαβαν να ξεκάνουν οι προηγούμενες κυβερνήσεις. Για όσους δεν θυμούνται όταν ήρθε η τρόικα πριν μια δεκαετία στην χώρα, έθεσε μια σειρά στόχων που θα μας έκαναν πιο ‘ανταγωνιστικούς’. Μεταξύ αυτών των στόχων, όπως περιγράφεται και στην έκθεση Πισσαρίδη, ήταν η συμπίεση των μισθών και η πτώση τους στα επίπεδα των όμορων Βαλκανικών κρατών, η αλλαγή της δομής της Ελληνικής οικονομίας που βασίζεται σε μεγάλο βαθμό σε μικρές και μεσαίες οικογενειακές επιχειρήσεις, και η δραματική συρρίκνωση της ιδιοκατοίκησης προς όφελος της συγκέντρωσης πλούτου και ακινήτων στα χέρια μονοπωλιακών ομίλων.

Ο πρώτος στόχος εν μέρει επετεύχθη, οι άλλοι δυο στόχοι για διάφορους λόγους έμειναν στην μέση. Το πλάνο της κυβέρνησης λοιπόν έρχεται για να προχωρήσει στην ολοκληρωτική επίτευξη αυτών των στόχων με δυο τρόπους. Ο πρώτος είναι με τα εκτρωματικά νομοσχέδια για τα εργασιακά και την απώλεια προστασίας της πρώτης κατοικίας και ο δεύτερος με τα μέτρα που παίρνει και υποτίθεται “βάζουν την ανθρώπινη ζωή πάνω από την οικονομία”. Έχουν γραφτεί πολλάκις ποια θα ήταν πραγματικά αυτά τα μέτρα (ενίσχυση των συστημάτων υγείας, πραγματική υποστήριξη εργαζομένων, δωρεάν τεστ για όλο τον πληθυσμό κλπ) και υπάρχουν χώρες που τα εφάρμοσαν με επιτυχία. Αντ’αυτού στην Ελλάδα αντί να βλέπουμε ενίσχυση του ΕΣΥ, αντί να βλέπουμε αποσυμφόρηση των ΜΜΜ, αντί να βλέπουμε ουσιαστικά μέτρα προστασίας στους χώρους εργασίας και στα σχολεία, βλέπουμε μια σειρά αλλοπρόσαλλων μέτρων τα οποία δημιουργούν σύγχυση και ενισχύουν τις θεωρίες συνωμοσίας. Τα οποία αυτά μέτρα έχουν ξεκάθαρη οικονομική στόχευση. Το κλείσιμο των περιπτέρων μετά τις 12 πχ δεν έχει να κάνει με την προστασία του πληθυσμού, αλλά με την οικονομική εξόντωση των περιπτεριούχων και την μελλοντική αντικατάσταση τους από μονοπωλιακούς ομίλους τύπου Seven-Eleven. Το λουκέτο στην εστίαση δεν έχει να κάνει με τους παραβάτες, που στην τελική βρες τους και τιμώρησε τους, αλλά με την δομική αλλαγή του τομέα της εστίασης στην Ελλάδα από τις μικρές οικογενειακές επιχειρήσεις που τον αποτελούν τώρα σε μεγάλες αλυσίδες τύπου Va Pianoκαι ούτω καθεξής.

Ο παλιός μας γνώριμος Κάρολος Μάρξ εξήγησε 200 χρόνια πριν πως τα μικροαστικά στρώματα είναι τα πρώτα που απειλούνται με προλεταριοποίηση στην προσπάθεια κεφαλαιακής συσσώρευσης και ανάπτυξης του καπιταλισμού, αλλά κάποιοι επιμένουν να πιστεύουν στην δυνατότητα που τους δίνει ο καπιταλισμός να έχουν ιδιοκτησία, στον ανύπαρκτο όρο ‘μεσαία τάξη’, σε μονόκερους και άλλα μυθικά πλάσματα. Αυτές οι ψευδαισθήσεις συντηρήθηκαν με δανεικό χρήμα σε όλο τον κόσμο μετά την πετρελαϊκή κρίση της δεκαετίας του 1970, αλλά πλέον οι αντιφάσεις του καπιταλισμού είναι τόσο έντονες που ουδεμία λύση μπορεί να προσφέρει αυτό το σύστημα ακόμα και στα πιο απλά ζητήματα. Για να το πω απλά, το σύστημα αυτό σάπισε από τις ίδιες τις αντιφάσεις του και από εδώ και πέρα μπορεί να παράξει μόνο μιζέρια, κρίση, και εν τέλει πόλεμο. Και όχι αυτό δεν είναι Ελληνικό φαινόμενο, αλλά παγκόσμιο γιατί η κρίση για την οποία προειδοποίησε το ΔΝΤ από πέρυσι ότι έρχεται και φάνηκε με την ύφεση της Γερμανικής οικονομίας πριν καν βήξει ο πρώτος ασθενής του κορονοϊού δεν είναι απότοκο της πανδημίας, όσο και αν προσπαθούν να το φορτώσουν εκεί. Και φαίνεται αυτό στην αποτυχία εν συνόλω της ΕΕ να αντιμετωπίσει την πανδημία, καθώς εάν δεν ξοδέψεις σε επίπεδο κρατών δεν μπορείς να την αντιμετωπίσεις. Αντί να βλέπουμε αυτό, βλέπουμε να συνεχίζονται οι πολιτικές κεφαλαιακής συσσώρευσης προς τα πάνω, όχι γιατί είναι κακοί άνθρωποι οι πολιτικοί ή χαζοί, αλλά γιατί αυτοί είναι οι κανόνες του παιχνιδιού που ονομάζεται καπιταλισμός. Η κερδοφορία των μονοπωλίων έχει πληγεί με τις κρίσεις των 70s, την κρίση του 2008, και την κρίση που ξεκινήσαμε να βιώνουμε τώρα και αυτό σημαίνει άγρια ταξική επίθεση εναντίον των εργαζομένων για να στύψουμε την πέτρα’ μέχρι να επαναφέρουμε την κερδοφορία στα επιθυμητά επίπεδα. Που δεν θα γίνει, εξ’αιτίας των προαναφερθέντων αντιφάσεων του συστήματος, επομένως θα ζούμε μια κατάσταση μόνιμης κρίσης, υπαρξιακής και υλικής εξαθλίωσης.

Η πολιτική της κυβέρνησης βέβαια δεν έχει μόνο οικονομική στόχευση, αλλά και την αγαπημένη της επικοινωνιακή στόχευση. Εκεί που πεθαίνει η πολιτική, ανθίζουν τα επικοινωνιακά τερτίπια. Τα μέτρα που παίρνονται εξασφαλίζουν το «plausible deniability» των κυβερνώντων, καθώς είναι μέτρα ‘ατομικής ευθύνης’. Επομένως όταν αποτύχουν, η φοβερή κυβέρνηση μπορεί να συνεχίζει να μας κοροϊδεύει ότι δεν έχει αποτύχει πουθενά και να φορτώνει την αποτυχία των μέτρων σε αυτούς που δεν τα ακολουθούν. Για να προλάβω διαμαρτυρίες σχετικά με την ατομική ευθύνη, προφανώς και είμαστε υπεύθυνοι και εμείς. Τα βλέπουμε και τα ζούμε καθημερινά τέτοια φαινόμενα, αλλά υπάρχει πλέον και μια λογική κούραση του κόσμου που οδηγεί σε χαλάρωση. Υπάρχει και καχυποψία από τις παλινωδίες. Από εκεί και πέρα η δουλειά της κυβέρνησης δεν είναι να μετακυλήσει τις ευθύνες στον λαό και να καλλιεργήσει τον κοινωνικό αυτοματισμό αλλά να δώσει λύσεις. Ούτε να καλλιεργεί ψευτοδιλήμματα μεταξύ λοκντάουν και ατομικής ευθύνης όταν δεν κάνει ούτε τα βασικά για να στηρίξει την κοινωνία. Φυσικά λύσεις δεν θέλουν, ούτε μπορούν να δώσουν γιατί η δουλειά τους είναι να εξασφαλίσουν την κερδοφορία των ομίλων.

Για να το πούμε ευγενικά, δεν είναι προτεραιότητα της κυβέρνησης η υγεία μας, αρκεί να μην φαίνεται αυτό. Και εκεί είναι και η μεγάλη σύγκρουση των υπόλοιπων πολιτικών με ακροδεξιά πολιτικά φαινόμενα όπως ο Ντ.Τραμπ. Δεν τον ενδιαφέρει ποσώς για την υγεία των πολιτών αλλά το λέει ξεκάθαρα: θα θυσιαστείτε για την οικονομία. Αυτό είναι η πιο ωμή παραδοχή του συστήματος, έκαστος για τον εαυτό του. Οι υπόλοιποι θέλουν να διατηρήσουν το προσωπείο του ‘όλοι μαζί μπορούμε’. Η κρίση του κορονοϊού είναι εικόνα από το εγγύς μέλλον. Δεν είναι παραδοξότητα και παρένθεση στην κανονικότητα αλλά η νέα κανονικότητα. Ακόμη και αν ξεπεραστεί σύντομα η πανδημία έρχονται στον ορίζοντα πολύ πιο δύσκολα και απειλητικά θέματα. Το ότι κυκλοφορούμε με κοντομάνικα αρχές Νοεμβρίου μπορεί σήμερα να είναι σύμμαχος (κατά κάποιο τρόπο) ενάντια στην πανδημία, αλλά είναι σημάδι της κλιματικής αλλαγής που σε σύντομο χρονικό διάστημα θα ερημοποιήσει μεγάλα τμήματα του πλανήτη δημιουργώντας εκατομμύρια κλιματικών προσφύγων. Το πετρέλαιο για το οποίο γίνεται τόσο θόρυβος αυτές τις μέρες λόγω των Ελληνοτουρκικών είναι λίγο πολύ ξεπερασμένο σαν resource. Πλέον μπροστά μας έχουμε συγκρούσεις για βασικούς πόρους όπως το νερό. Το «securitisation» των συνόρων και η αναγωγή της προσφυγικής κρίσης με όρους πολεμικής σύρραξης δεν αφορά τις μικρές και διαχειρίσιμες σε επίπεδο ΕΕ, ροές αλλά τις μελλοντικές εικόνες εκατομμυρίων ανθρώπων που απλά δεν θα μπορούν να επιβιώσουν στις χώρες τους. Η δραματική αύξηση των εξοπλιστικών budget παγκοσμίως και η όξυνση των ιμπεριαλιστικών αντιθέσεων και συγκρούσεων σε έναν πλανήτη με πεπερασμένα resources οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια σε μεγαλύτερες ή ακόμα και γενικευμένες συρράξεις. Και αυτό έχει απόλυτη συνάφεια με την κρίση κερδοφορίας που αναφέρω πιο πάνω. Αλλά είπαμε, ο καπιταλισμός πλέον δεν μπορεί να δέσει τα κορδόνια του, πόσο μάλλον να δώσει λύσεις σε τέτοιου είδους προβλήματα. Ο καπιταλισμός δημιουργεί αυτά τα προβλήματα καθώς οι τεχνολογικές δυνατότητες που έχουμε σήμερα, η αυτοματοποίηση της παραγωγής κλπ μπορούν να δημιουργήσουν τον παράδεισο εδώ και τώρα αντί για το δυστοπικό μέλλον που απλώνεται μπροστά μας.

Κάτι για τον επιστημονικό κλάδο του οποίου θεωρητικά είμαι κομμάτι του. Οι επιστήμονες δεν είναι θεοί και αυτά που λένε δεν είναι θέσφατο, καθώς επίσης ένας λαμπρός επιστήμονας δεν σημαίνει ότι μπορεί να δώσει και σωστές πολιτικές λύσεις σε προβλήματα. Υπάρχει τρομερά κακή κατανόηση από πλευράς κοινού για το τι είναι η επιστήμη, πως γίνεται η επιστημονική έρευνα, γιατί υπάρχουν διαφορετικές επιστημονικές απόψεις επί ενός θέματος κλπ. Αυτό δεν είναι πρόβλημα του κοινού, αλλά είναι πρόβλημα της παρεχόμενης από τον καπιταλισμό ‘παιδείας’. Ο στόχος της παιδείας πρέπει ακριβώς να είναι αυτή η απόκτηση γενικών γνώσεων και η κατανόηση του ‘πως λειτουργούν τα πράγματα’ και όχι η απόκτηση δεξιοτήτων που χρειάζονται οι καπιταλιστές αυτή την στιγμή με στόχο την στελέχωση της αγοράς εργασίας. Επομένως στόχος δεν είναι να κακίσω το κοινό που αντιμετωπίζει αυτά που λένε οι ειδικοί με καχυποψία, καθώς θεωρώ ότι πρέπει με υπομονή και επιμονή να εξηγούμε τα πάντα στον κόσμο. Η μεγάλη αναζωπύρωση θεωριών συνομωσίας, αν θέλετε μπορεί να θεωρηθεί και ως ενστικτώδες «διάβασμα της κατάστασης» ότι κάτι δεν πάει καλά, αλλά από την άλλη σαφέστατη αδυναμία κατανόησης της πραγματικότητας. Πόσο μάλλον όταν αυτά που κάνει μια κυβέρνηση είναι εντελώς αλλοπρόσαλλα και ρίχνουν λάδι στην φωτιά της καχυποψίας αυτής. Το να λες ‘να αφήσουμε τους επιστήμονες έξω από κάθε αντιπαράθεση’ είναι μια προσπάθεια «τεχνοκρατικοποίησης» μιας πολιτικής διαχείρισης. Το έχουμε ξαναζήσει βέβαια με τους ‘τεχνοκράτες’ οικονομολόγους που έπρεπε να αναλάβουν να λύσουν το ζήτημα της οικονομικής κρίσης λες και η οικονομία είναι μαθηματικά και δεν ενέχει στοιχεία πολιτικής. Στην προκειμένη περίπτωση ωστόσο έχουμε ένα ζήτημα δημόσιας υγείας. Το οποίο σημαίνει ότι πέρα από τους λοιμωξιολόγους, επιδημιολόγους και λοιπούς επιστήμονες της Ιατρικής, λόγο έχουν και πρέπει να έχουν και επιστήμονες άλλων κλάδων για να βρεθούν λύσεις, από στατιστικολόγους, μέχρι συγκοινωνιολόγους, επικοινωνιολόγους, κοινωνιολόγους (φτου φτου κακό κάνουνε τα παιδιά μας κομμουνιστάς), ψυχολόγους κλπ. Από αυτά που γνωρίζω η κυβέρνηση δεν έχει συστήσει τέτοια επιτροπή που αν μη τι άλλο θα έπρεπε να την ακούσουμε με προσοχή. Αντιθέτως όταν βάζεις επιστήμονες να δικαιολογήσουν τάξεις με 25 μαθητές με αστεία και αντι-επιστημονικά σχεδιαγράμματα και να πουν ότι ‘δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι για τα λεωφορεία’ λες και είναι υπουργοί οικονομίας, τότε εσύ τους εκθέτεις ανεπανόρθωτα και φυσικά οι ίδιοι υπονομεύουν το κύρος τους ως επιστήμονες. Και ναι σε τέτοια φαινόμενα όχι επιτρέπεται αλλά επιβάλλεται η αντιπαράθεση.

Οπότε που καταλήγουμε. Στα γνωστά. Είναι ζήτημα επιβίωσης πλέον η ανατροπή αυτού του συστήματος. Όχι απλά μιας κυβέρνησης, αυτοί τόσοι είναι και τους ξέραμε, αλλά χτίσιμο δύναμής που θα τους πάρει όλους μαζί.

Μείνετε ασφαλείς όσο μπορείτε και καλή δύναμη για τους αγώνες που έρχονται…

Be first to comment