Μια εκτίμηση του εκλογικού αποτελέσματος

 

Τα εκλογικά αποτελέσματα είναι δείκτης κατάστασης και τάσεων, καθώς και του βαθμού απήχησης των κομματικών στρατηγικών/τακτικών. Το βασικό μήνυμα που μεταδίδουν τα επίσημα και εναλλακτικά ΜΜΕ είναι πως ο λαός είναι απηυδησμένος και επιζητεί κάθαρση. Αυτό δεν απέχει από την πραγματικότητα αλλά αποκρύπτει το πως τα ίδια αυτά ΜΜΕ καλλιέργησαν αυτό τον στρεβλό τρόπο αντίληψης της πολιτικής.

Η γενικότερη εμπειρία δείχνει μια νεολαία που σε μεγάλο βαθμό ενδιαφέρεται ατομικά μόνο για τον εαυτό της, στρώματα που θέλουν το διαφορετικό χωρίς να χρειαστεί να αλλάξει τίποτα και μια εργατική τάξη που είναι κατακερματισμένη σε διάσπαρτους μικρούς αγώνες, με την ελάχιστη αντίθεση που θα μπορούσε να υπάρχει στην κυβέρνηση από την αντιπολίτευση. Είναι προφανές ότι κανένα κόμμα δεν έχει να προβάλει πειστικά μια διαφορετική πολιτική και οι παράγοντες ψήφου παραμένουν κυρίως είτε για τον βαθμό εντασης των μνημονιακών μέτρων, είτε ιστορικές, είτε επί σπεκουλαρίσματος στο κυπριακό.Έχουμε μια ελαφριά αναδιοργάνωση του πολιτικού συστήματος όχι από τη διάλυση των μεγάλων, αλλά από την εμφάνιση μικρών κομμάτων χωρίς ουσιαστικές διαφορές πέραν των κάποιων συμφερόντων που εκπροσωπούν.

Το κυβερνών κόμμα ΔΗΣΥ κατάφερε να συγκρατήσει τα ποσοστά του με μικρή πτώση (περίπου 22% σε ονομαστικές ψήφους), εάν λάβουμε υπόψη και την δημιουργία του κόμματος Αλληλεγγύης από την δική τους Θεοχάρους. Είναι δυστυχώς αλήθεια η αποτίμηση που έκανε ο Αβέρωφ Νεοφύτου ότι το κόμμα του είναι ”η μοναδική κυβερνώσα παράταξη στην Ευρώπη, που εφάρμοσε ένα από τα πιο σκληρά μνημόνια και παραμένει η πρώτη πολιτική δύναμη, με σημαντικές διαφορές από τα υπόλοιπα κόμματα”. Αυτό το γεγονός μπορεί να μας πει περισσότερα για την πολιτική των υπόλοιπων κομμάτων, παρά για το ίδιο το ΔΗΣΥ. Το κόμμα παραμένει μια επιλογή μη-ρίσκου για την αστική τάξη, καθώς και μεγάλο κομμάτι της μισθωτής μεσαίας τάξης αλλά και για κόσμο από λαικά στρώματα που διατηρούν πελατειακούς και ιστορικούς δεσμούς με το ΔΗΣΥ.

Η σοβαρή μείωση του ΑΚΕΛ (πάνω από 30% σε ονομαστικές ψήφους) είναι ενδεικτική της κρίσης στην οποία βρίσκεται το κόμμα της αριστεράς στην Κύπρο. Η αλήθεια είναι πως η επιφανειακή αντιμνημονιακή ρητορεία του ΑΚΕΛ δεν έχει πείσει σε μεγάλο βαθμό, αφού ακόμα και το ίδιο το κόμμα δεν έχει προβάλει πειστικά μια διαφορετική οικονομική-πολιτική πρόταση, που να εξηγεί ταυτόχρονα και την προβληματική διακυβέρνηση του. Το βάρος δόθηκε στην ανάδειξη σκανδάλων, με σκοπό να εκθέσει τον ΔΗΣΥ κυρίως στα θέματα διαφθοράς, παρά στο κτίσιμο και την κοινώνηση μιας πολιτικής πρότασης. Η Ειρήνη Χαραλαμπίδου που η δουλειά της ουσιαστικά ήταν η ανάδειξη σκανδάλων έχει έρθει πρώτη σε σταυρούς προτίμησης ανά το Παγκύπριο, κάτι που καταδεικνύει πως αυτό που ενδιαφέρει πολλούς είναι η τιμωρία και η κάθαρση υπευθύνων παρά ο αγώνας για μια εναλλακτική. Είναι επίσης δείγμα προβληματικής συνειδητοποίησης για τα αίτια της καπιταλιστικής κρίσης και την αντικειμενική λειτουργία του καπιταλιστικού συστήματος. Η σοβαρή έλλειψη ταξικής διαπαιδαγώγησης από το κόμμα αντανακλάται διαλεκτικά στην σχέση βάσης-κόμματος. Αυτή η τακτική κυνηγιού σκανδάλων είναι μεν σεβαστή και χρησιμότατη, αλλά δεν μπορεί να αντικαταστήσει τον υπομονετικό ταξικό αγώνα που οφείλει να διεξάγει ένα λαικό κόμμα. Η χρόνια πάθηση της χρησιμοποίησης των άμεσων ανταλλαγμάτων ως αντιστάθμισμα σε μια άλλη πολιτική, έχει φέρει το ΑΚΕΛ σε μια αδιέξοδη κατάσταση, στην οποία οι φιλελεύθεροι το βαφτίζουν ως σοβαρό κόμμα που πρέπει να φουγκραστεί τον κεντρο-αριστερό χώρο, οι σοσιαλδημοκράτες αριστεροί να θέλουν να αδράξουν την ευκαιρία να το απαλλάξουν από το “σοβιετικό” παρελθόν του, και τους παραδοσιακούς του ψηφοφόρους και λαική βάση να νιώθουν περισσότερο αποκομμένοι από ποτέ. Το κόμμα φαίνεται να βρίσκεται σε ακινησία σε ένα ιστορικό σταυροδρόμι. Επειδή όμως η πολιτική κινητικότητα μπορεί κάλλιστα να είναι και προς δεξιά και όχι μόνο προς αριστερά, για να ξεβαλτώσει είτε θα αποτινάξει πλήρως το ”κομμουνιστικό στίγμα” για να πλεύσει σε κατεύθυνση μεταμοντέρνας ευρωπαικής αριστεράς τύπου Συριζα (η κατάληξη του οποίου είναι πλέον εμφανής), είτε θα στραφεί στις λαικές, κομμουνιστικές του ρίζες. Η ακροβασία μεταξύ των δύο αντίθετων κατευθύνσεων προκαλεί και την πολιτική στασιμότητα.

Αναμφίβολα ένας από τους νικητές των τελευταίων εκλογών είναι το κόμμα των παραδοσικακών τζακιών, ΔΗΚΟ. Η πίεση πάνω στον Νικόλα Παπαδόπουλο να παρουσιάσει ένα σύνολο υποψηφίων που θα ξανασυσπείρωναν τον κόσμο του, φαίνεται να ανάγκασαν τους ψηφοφόρους του κόμματος να πάνε να ψηφίσουν καθοδηγούμενοι από το ένστικτο της πολιτικής επιβίωσης. Μπορεί να έχασε περίπου 20% των ψήφων σε σχέση με τις προηγούμενες εκλογές αλλά έδειξε να σταθεροποιείται ως κόμμα που ταλαιπωρήθηκε με τις διάφορες εσωτερικές κόντρες.

Η ΕΔΕΚ που παραδοσιακά έχει θεωρητικά κεντρο-αριστερή πολιτική, με την επίσημη απόρριψη της ΔΔΟ στο Κυπριακό, έχει απωλέσει τον προοδευτικό κόσμο που ήταν πιο δεξιά από το ΑΚΕΛ. Κυρίως όμως η είσοδος Λιλλήκα και Συμμαχίας πολιτών με παρόμοια αντζέντα έχει καταστήσει την ΕΔΕΚ ως ένα κόμμα χωρίς ουσιαστικό λόγο ύπαρξης πέραν των κομματικών δεσμών και της ιστορίας. Προσπάθησε με τον τακτικισμό της χρησιμοποίησης πολλών νέων να πάρει ψήφους κυρίως από τη νεολαία για ανανέωση της εκλογικής της πελατείας, αλλά απέτυχε ουσιαστικά και βρίσκεται σε υπαρξιακή κρίση αυτή την πενταετίααφού έχασε περίπου το 40% των ψηφοφόρων της. Η Συμμαχία πολιτών του Λιλλήκα, ένα κόμμα αρχηγικό που δεν πήρε τα ποσοστά που υπολόγιζε, θα έχει ρόλο ρυθμιστή μαζί με τα άλλα κόμματα του λεγόμενου κέντρου. Αναμένεται να κινηθεί πολιτικά και θα ψηφίζει ανάλογα με όρους αύξησης της πολιτικής του επιρροής σε μικροαστικά στρώματα που συμπιέζονται προς τα κάτω, ενώ θέλει να κεφαλαιοποιήσει επίσης το αίσθημα πολλών που φλερτάρουν με τον εθνικισμό και είναι σκεπτικοί στις εξελίξεις στο Κυπριακό. Οι Οικολόγοι έχουν κάνει θεαματική άνοδο (σχεδόν διπλάσιες ψήφοι σε σχέση με την προηγούμενη εκλογική αναμέτρηση του 2011), κυρίως με την εισδοχή του Χαράλαμπου Θεοπέμπτου στην βουλή, ενός προοδευτικού σοσιαλδημοκράτη. Με σχετική επιφύλαξη θα μπορούσαμε να πούμε πως οι οικολόγοι έχουν χρησιμοποιήσει τις δράσεις των τελευταίων ετών για να μεγαλώσουν πολιτικά, δείχνοντας πως πολλές φορές σε μικρές χώρες όπως η Κύπρος το προσωπικό γίνεται και πολιτικό. Η μοναδικότητα του Κυπριακού ”κεντρώου” χώρου, της Μακαριακής δεξιάς, ένα μείγμα μεταξύ εθνικισμού και σοσιαδημοκρατίας που εκπροσωπούν κυρίως μικροαστικά στρώματα και δημόσιοι υπαλλήλοι, δείχνει πως η νέα βουλή θα είναι πολύ ρευστή τόσο στο Κυπριακό όσο και στην οικονομική αντζέντα.

Η εκλογή του φασιστικού-νεοναζιστικού (και όχι far right όπως το παρουσιάζουν) ΕΛΑΜ δεν είναι μόνο συμβολικής σημασίας και ούτε αδιάφορη επειδή υπήρχαν κι άλλοι παρόμοιων ιδεών στη βουλή. Με την εκλογή (σχεδόν τετραπλασίασαν τις ψήφους) οι φασίστες αποκτούν αυτόματα δεκαπλάσια δημοσιότητα σε όλα τα ΜΜΕ και σημαντική κρατική χορηγία και έτσι ενισχύονται στην πράξη υλικά πέρνοντας μια ώθηση που δεν έχουν ξαναπάρει. Ήδη είχαμε “καλοσώρισμα” των ναζιστών στην βουλή από τον Χαμπουλλά του ΔΗΣΥ, αλλά και την εκτίμηση Τσουρούλλη πως οι ναζιστές έχουν ρίξει τους τόνους όσον αφορά την ένταση της φωνής, κάτι που ίσως σηματοδοτεί “πολιτική ωρίμανση” (θυμάστε στην Ελλάδα τις φωνές που μιλούσαν για σοβαρή Χρυσή Αυγή), ενώ από την πλευρά του ο Γιάννος Χαραλαμπίδης του Σίγμα (συνεργάτης της Θεοχάρους) έχει αναφερθεί πως προτιμάει τους ναζιστές στην βουλή για να ενσωματωθούν στις δημοκρατικές διαδικασίες. Η συμμετοχή τους στον κοινοβουλευτικό ανταγωνισμό με άλλους πιο ”μαλακούς” ομοιδεάτες (Αλληλεγγύη, τμήματα του ΔΗΣΥ) θα ανεβάσει αντικειμενικά τον πήχυ του εθνικιστικού-ρατσιστικού λόγου σε πιο ψηλά επίπεδα σε όλους αυτούς, στην προσπάθεια να μην χάσουν την πελατεία και να πείσουν ότι όχι οι άλλοι αλλά αυτοί είναι οι ”γνήσιοι πατριώτες”.  Το ΕΛΑΜ αντλεί την δύναμη του, προς το παρών, κυρίως από πρώην ψηφοφόρους του ΔΗΣΥ με μακρά παράδοση ακραίου εθνικισμού συνδεδεμένου με τον Γρίβα και την ΕΟΚΑ Β’ αλλά και Α’. Η εκλογική του βάση φαίνεται να είναι κυρίως παραδοσιακά μεσαία στρώματα (μεσαία και μικρή ιδιοκτησία, μεσαίοι αγρότες) και κατώτερα στρώματα από τον εθνικιστικό χώρο του ΔΗΣΥ που δεν κατάφεραν να ενταχθούν ή να παραμείνουν στις πελατειακές σχέσεις του κόμματος και έχασαν υλικό συμφέρον από την στήριξη του ΔΗΣΥ. Η ποδοσφαιρικές κερκίδες έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην προσέλκυση νεολαίας.

Η μεγάλη αποχή κίνησε και την συζήτηση γύρω από την χρησιμότητα της. Είναι αποτέλεσμα του γενικότερου αδιεξόδου μπροστά στο σύστημα. Η υπέρβαση του αδιεξόδου όμως δεν είναι αδύνατη: Το κοινοβούλιο δεν είναι ένας ναός της δημοκρατίας. Είναι ένα αστικό κοινοβούλιο που λειτουργεί μέσα στο πλαίσιο, και με τους τεράστιους περιορισμούς, ενός καπιταλιστικού κράτους. Ακρίβως επειδή δεν φετιχοποιούμε το κοινοβούλιο σαν μια καθαρή, αφηρημένη δημοκρατική οντότητα, το αντιλαμβανόμαστε σαν ένα εργαλείο το οποίο οφείλει να χρησιμοποιηθεί στο μέτρο των δυνατοτήτων για σκοπούς δημόσιας και νομοθετικής αντιπολίτευσης, καταγγελίας του αντιπάλου, την δημόσια προβολή, το ξεσκέπασμα της αστικής προπαγάνδας και των πολιτικών της κ.ο.κ. Η δράση μέσα στο κοινοβούλιο δεν πρέπει να είναι αυτοσκοπός ούτε το βασικό μέσο για την επίτευξη των σκοπών, αλλά να υποτάσσεται στους σκοπούς και τις δράσεις του αγώνα που (οφείλει να) διεξάγεται έξω από το κοινοβούλιο. Από την άλλη, η απόλυτη λόγω αρχών και όχι συγκυριακής τακτικής (ανάλογα με την κατάσταση μπορεί να κριθεί σωστή τακτική η έξοδος από το κοινοβούλιο ή η αποχή) άρνηση της συμμετοχής στις εκλογές και στην κοινοβουλευτική δράση, είναι αντίληψη που φετιχοποιεί τον ”ναό της δημοκρατίας” στον ίδιο βαθμό με την φιλελεύθερη ιδεολογία, ακριβώς σαν ναό στον οποίο ένας πιστός μιας άλλης θρησκείας θα μολυνθεί με αμάρτημα αν αγγίξει.

Τέλος, σε ένα νησί με εκλογική βάση λίγο πάνω από μισό εκατομμύριο και αποχή περίπου το ένα τρίτο αυτού, είναι ενδεικτικό της αναμόρφωσης του πολιτικού συστήματος και των κραδασμών από την κρίση το γεγονός πως έχουμε 8 κόμματα στην βουλή. Η νέα βουλή αναμένεται να έχει ενδιαφέρον και εντάσεις, αλλά όχι ουσιαστικές διαφορές στην πολιτική από την προηγούμενη. Η έγνοια των περισσότερων κομμάτων είναι η στρατηγική αρπαγής ψήφων και συμπάθειας από τα μικροαστικά στρώματα που συμπιέζονται, γεγονός που αποτυπώθηκε και στην πολύμορφη παρουσίαση των προβλημάτων της καπιταλιστικής κρίσης και του εθνικού ως πρόβλημα διαφάνειας, διαφθοράς, ηλικιακά μεγάλων ατόμων του κατεστημένου. Το μόνο σίγουρο είναι πως αυτά τα στρώματα δεν σκέφτονται με όρους πολιτικής αλλά περισσότερο συναισθηματικά και ενστικτωδώς, που όσο περνάει ο καιρός γίνεται συγκεκριμένα οργή και αγανάκτηση. Οργή και εθνικισμός είναι σίγουρα ένα εκρηκτικό μείγμα για το μέλλον.

Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, το εκλογικό αποτέλεσμα οφείλει να είναι επίσης υπενθύμιση ότι η δράση μέσα στο κοινοβούλιο όσο απαραίτητη είναι, άλλο τόσο δεν πρέπει να είναι αυτοσκοπός ούτε το βασικό μέσο για την επίτευξη των σκοπών, αλλά να υποτάσσεται στους σκοπούς και τις δράσεις του αγώνα που (οφείλει να) διεξάγεται έξω από το κοινοβούλιο. Τότε κάθε ποσοστιαία μονάδα θα έχει την τριπλάσια σημασία και υλική ισχύ που έχει σήμερα.

Profuso

Ω, πύλες του παραδείσου!

Be first to comment