Να το λύσουμε εμείς!

Ενάντια σε οποιαδήποτε προσπάθεια κατευνασμού των λεγόμενων φίλων της λύσης και στον εθνικιστικό παροξυσμό της μη λύσης, υπάρχει ένας δρόμος που όχι μόνον δεν είναι ουτοπικός, αλλά τουναντίον είναι ο μόνος εφικτός για εμάς.

Η λύση του Κυπριακού δεν είναι πανάκεια, και τέτοια δεν την θεωρεί ούτε το κόμμα της αριστεράς, το ΑΚΕΛ. Από την άλλη οι φιλελεύθεροι πιέζουν για συλλογικό αυτομαστίγωμα των δύο κοινοτήτων, προσπαθώντας να προωθήσουν τα συμφέροντα των αστικών τάξεων της περιοχής ως τα συμφέροντα όλου του λαού. Σύμφωνα με τους φιλελεύθερους, εάν κάποιος δεν ασπάζεται την λύση του κεφαλαίου, είναι με τους εθνικιστές. Από την άλλη πλευρά, για τους εθνικιστές, οι κομμουνιστές και σοσιαλιστές της Κύπρου είναι προδότες.

Εμείς λέμε ότι το ζήτημα δεν είναι λύση-μη λύση, όπως το ζήτημα δεν είναι ανάπτυξη-μη ανάπτυξη. Το ζήτημα είναι ποια λύση θα βοηθήσει τον κόσμο της εργασίας και όλο τον λαό και ποια όχι. Δεν υπάρχει κανένα λεγόμενο εθνικό ζήτημα το οποίο μπορεί σήμερα να επιλύσει η αστική τάξη οποιασδήποτε χώρας. Σε περιόδους οικονομικής κρίσης και μοιράσματος της πίτας των αγορών, εκμεταλλεύονται τους μύθους τους οποίους οι ίδιοι έχουν καλλιεργήσει για να διχάσουν και να σύρουν σε πόλεμο τα λαϊκά στρώματα, πηδώντας πότε στην κοσμοπολίτικη πλευρά, πότε στην εθνικιστική. Πότε σε μνημόσυνα του Γρίβα και πότε σε εκδηλώσεις επαναπροσέγγισης.

Σε πείσμα ενάντια στις ορέξεις της αστικής τάξης που πότε αρχίζει τις διαδικασίες και πότε τις σταματά, σύμφωνα με τα συμφέροντα που κυμαίνονται, η εργατική τάξη έχει σταθερό συμφέρον προς την επίλυση. Επομένως δεν χρειάζεται να περιμένει κάθε φορά τις διαπραγματεύσεις ή και να απογοητεύεται κάθε φορά που οι αστοί δεν τα βρίσκουν μεταξύ τους.

Τι θα μπορούσε να κάνει η κομμουνιστική αριστερά σήμερα για την προώθηση μιας λύσης που θα έφερνε το εργατικό κίνημα σε πλεονεκτικότερη θέση απ’ ότι πριν;

1) Ένωση των εργατικών συνδικάτων και κοινοί αγώνες, για κοινή πατρίδα όχι μόνο την Πρωτομαγιά αλλά σε τακτική βάση. Το νότιο με το βόρειο τμήμα της Κύπρου είναι ουσιαστικά αποκομμένο και η συντονισμένη δράση μαζί με την περαιτέρω ενδυνάμωση του εργατικού κινήματος, θα επιφέρει αποδιοργάνωση στις τάξεις των αστικών τάξεων του τόπου, που μάχονται και η μια ενάντια στην άλλη αλλά έχουν και μεταξύ τους εσωτερικές υποδιαιρέσεις και αντίθετα συμφέροντα. Κοντεύουμε σε ένωση των δύο ποδοσφαιρικών ομοσπονδιών, γιατί μια συνδικαλιστική, έστω στενή συνεργασία, να είναι ανέφικτη; Πολιτικά πιο προκλητική, ναι, θα είναι.

2) Ο αγώνας του Κυπριακού να περάσει από την αγώνα για ριζική αλλαγή του πολιτικού και οικονομικού συστήματος. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ” δεν κάνουμε τίποτα γιατί η λύση θα έρθει όταν έρθει ο σοσιαλισμός”. Το αντίθετο, με τον ίδιο τρόπο που η διεκδίκηση για καλύτερες εργασιακές συνθήκες και κοινωνικό κράτος συνήθως κερδίζονταν όταν εντάσσονταν σε πιο ριζοσπαστικά αιτήματα και σε μεγαλύτερο πολιτικό πλαίσιο, έτσι και το Κυπριακό δεν πρέπει να αποσυνδέεται από το γενικότερο του κοινωνικο-οικονομικό πλαίσιο. Γιατί τότε δεν γίνεται κατανοητό ούτε το διακύβευμα. Η φιλελεύθερη αριστερά, διατείνεται πως ο αγώνας για σοσιαλισμό θα πρέπει να περιοριστεί στις μικρές διεκδικήσεις για κάποιες ανάσες αλλά και να υιοθετήσει την ατζέντα του κεφαλαίου για λύση “υψηλής πολιτικής”.

Αυτή η πρακτική όμως όχι μόνο θα διαθέσει το ήδη υπό υποχώρηση εργατικό κίνημα σε χειροκροτητή του κεφαλαίου, αλλά θα το καταστήσει πρακτικά άνευ ουσίας ύπαρξης. Ιστορικά, η τακτική της αριστεράς να αποκόψει το Κυπριακό από την γενικότερη πολιτική πάλη αποξένωσε τους Τουρκοκύπριους και οδήγησε τον λαό σε αδιέξοδα. Την μια φορά κατά την αποικιοκρατία όπου η απόφαση να χειριστεί το κυπριακό σαν σε μεγάλο βαθμό ξεχωριστό ζήτημα οδήγησε στην ένταξη του αγώνα αυτού κάτω από τις σημαίες της αστικής τάξης και της ”ένωσης” με τα γνωστά αποτελέσματα, και την δεύτερη μετά την εισβολή.

Γι’ αυτό χρειαζόμαστε ένα εργατικό κίνημα το οποίο θα αφουγκραστεί και θα απορροφήσει και τα προβλήματα των μικροαστών (και όχι το αντίθετο) σε μια ταξική πάλη ενάντια στην αστική τάξη της χώρας αλλά και ενάντια στα ιμπεριαλιστικά σχέδια των ξένων δυνάμεων. Το ένα χωρίς το άλλο καταλήγει να φέρνει το εργατικό κίνημα στην καλύτερη σε απολογητή της αστικής τάξης, στην χειρότερη μπορεί να γιγαντώσει τον φασισμό που προωθεί την ταξική συνεργασία και “εθνική ομοψυχία”.

3) Χτίσιμο δυαδικής εξουσίας.Ο μετασχηματισμός που διαφαίνεται στα ζητήματα δομών και την αλλαγή πολιτικού σκηνικού στην Τ/Κ κοινότητα δεν πρέπει να τύχει παθητικού χαιρετισμού. Η εργατική απάντηση στα τερτίπια των εθνικιστών όπως για παράδειγμα στο ζήτημα του ποδοσφαίρου/αθλητισμού ή και άλλων οργανισμών, δεν είναι η απλή ενσωμάτωση μέσα στο αστικό κράτος, αλλά κυρίως το χτίσιμο δεσμών αλληλεγγύης, συνεργασίας σε άλλα επίπεδα με το χτίσιμο προλεταριακών θεσμών. Για παράδειγμα, μιας και σύντομα με την πιθανή ένταξη της Τ/κ ομοσπονδίας στην ΚΟΠ δεν θα υπάρχουν ούτε νομικά κωλύματα, η θέσπιση ενός ανεξάρτητου τουρνουά από τα σωματεία τις εργατικής τάξης των δύο κοινοτήτων επιβάλλεται σαν απαραίτητο χτίσιμο δεσμών σε διάφορες σφαίρες της κοινωνικής ζωής, αλλά και σαν απάντηση στους εθνικιστές.

Αυτό απαιτεί και την εντονότερη πολιτικοποίηση των αθλητικών σωματείων, την αμεσότερη σύνδεση τους με το εργατικό κίνημα και ανάδειξη του ιστορικού ρόλου που είχαν κάποτε. Με αυτό τον τρόπο το εργατικό κίνημα δεν αναγκάζεται να προσπαθεί να ενταχθεί στην σαπίλα και τα στενά πλέον όρια του αστικού κράτους που και να θέλει δεν μπορεί, αλλά να βάλει πλώρη και να δημιουργήσει θεσμούς που θα ελέγχονται από ένα αναδυόμενο εργατικό κίνημα.

Αυτό που κυρίως όμως χρειάζεται είναι ακριβώς η ανάδειξη του Κυπριακού προβλήματος σαν ένα ταξικό ζήτημα και η ανάδειξη του ζητήματος της επαναπροσέγγισης σαν ένα ζήτημα που οφείλει να αγγίξει όλα τα επίπεδα της κοινωνικής ζωής, αλλά χωρίς να χάσει την πολιτική και ταξική του αιχμή. Κατανόηση από μέρους των λαικών στρωμάτων ποιο είναι το πραγματικό διακύβευμα τόσο στο εσωτερικό αλλά και της σύνδεσης του με την διεθνή πολιτική σκακιέρα και το γεωπολιτικό πλαίσιο. Να μπουν προβληματισμοί για την φύση των συμβιβασμών που θα γίνουν αλλά ταυτόχρονα και μια αρκετά ριζοσπαστική πολιτική που το αστικό κράτος θα είναι σε αδυναμία να προσφέρει.

Καιρός για χάσιμο δεν υπάρχει άλλος, άλλωστε και η προσφερόμενη λύση του Κυπριακού μέσω των ιμπεριαλιστικών σχεδιασμών εμπεριέχει πολλούς κινδύνους. Η παραδοσιακή σκέψη που αρχίζει και σταματάει στον ενθουσιασμό και την απογοήτευση πρέπει να αντικατασταθεί από επαγρύπνηση και ταξική αγωνιστική πολιτική. Άλλωστε οι κινήσεις και οι τυχοδιωκτισμοί της εγχώριας αστικής τάξης δεν εγγυώνται ότι στο μέλλον δεν θα ανησυχήσουμε ακόμη και για νέα πολεμικά επεισόδια.

Weapons of Class Destruction (WCD)

WCD - (όπλα για την καταστροφή των τάξεων) παραδοσιακοί και κανούργοι τρόποι αποδόμησης του κόσμου του κεφαλαίου και των μορφών εκμεταλλευσης και εξουσίας που δημιουργά και αναπαράγει

2 Comments

  • Reply April 9, 2015

    Woofis

    Κατ’αρχήν μια ένσταση: όταν μιλούμεν για τες εν εξελίξει προσπάθειες στο κυπριακόν, ουσιαστικά ΔΕΝ είναι για “λύσην” που μιλούμεν αλλά για “επίτευξη συμφωνίας”. Η πραγματική “λύση” του προβλήματος δεν θα έρτει την επομένην της επίτευξης συμφωνίας αλλά μέσα που την καθημερινότηταν που θα ακολουθήσει, η οποία θα κάμει χρόνια να διαμορφωθεί.
    Εν θα διαφωνήσω ότι κάθε “τάξη” βλέπει ενδεχομένως την “συμφωνίαν” μέσα που το δικόν της “ταξικόν πρίσμαν”. Το πραγματικόν μας ζήτημαν δαμέ είναι έναν: ο χρόνος. Δεν υπάρχει η πολυτέλεια της αναμονής για “ριζοσπαστικοποίηση” του κυπριακού, που μιαν διαμάχην εθνοτικού χαρακτήρα σε μιαν ταξικής ταυτότητας. Οι πραγματικά άμεσοι παθόντες της εισβολής τζιαι κατοχής, δηλαδή οι πρόσφυγες με στοιχειώδη βιώματα που τα κατεχόμενα πεθανίσκουν κάθε μέρα. Παράλληλα, στα κατεχόμενα ο έποικος του 2004 εν πλέον έφηβος τζιαι καθαρά “κύπριος” πλέον. Κάθε μέρα που περνά παγιώννει τον εθνοτικόν διαχωρισμόν, ο οποίος φυσικά ποσώς διευκολύνει την κατάλυσην των στερεοτύπων της φυλής τζιαι της θρησκείας ώστε ο εργαζόμενος να δει τον “τούρκον” ως συναγωνιστήν ενάντια στο “κεφάλαιον” που τον προαιώνιον εχθρόν που είναι σήμερα.
    Άρα, μπροστά στο δίλημμαν “συμπόρευση” ή “εναντίωση” με τους “λεγόμενους φίλους της λύσης”, το κριτήριον δεν είναι τα “κίνητρα” ενός εκάστου, αλλά το επιδιωκόμενον αποτέλεσμαν, που είναι η επίτευξη μιας συμφωνίας το συντομότερον, ώστε να απελευθερωθούν οι δυνάμεις που εν καιρώ εννά φέρουν την πραγματικήν λύσην. Η εναντίωση στην εν εξελίξει διαδικασίαν, παρά τα ενδεχομένως ευγενή κίνητρα, λυπούμαι να παρατηρήσω ότι φέρνει το ίδιον αποτέλεσμαν: συμπόρευση με τες αντιλήψεις τζιείνες που επωφελούνται της διαιώνισης του στάτους κβο. Είδαμεν το εξάλλου τζιαι το 2004. Ας μεν το επαναλάβουμεν 11 χρόνια μετά, αν τζιαι εφόσον έρτει η ευκαιρία.

    • Reply April 9, 2015

      Profuso

      Τούτο που θέτεις εν όντως περίπλοκο και ευαίσθητο θέμα. Ένα μικρό σχόλιο για αρχή: Η συμφωνία που θα επιτευχθεί δεν εξαρτάται που μας ούτε το αν ούτε το με ποιο τρόπο, γιατί δεν είμαστε εμείς μέσα στις αίθουσες τζιαι συζητούμε (για να μην μιλήσουμε καν για τους εξωτερικούς παράγοντες). Αν, όπως λες, η λύση είναι τζίνο που θα διαμορφώσουμε τζιαι εμείς στην καθημερινότητα, τότε το χτίσιμο τούτης της διαμόρφωσης πρέπει να ξεκινήσει που τα τωρά, τζιαι για να είναι ”λύση” σοβαρή τζιαι όπως λέμεν βιώσιμη, πρέπει το χτίσιμο (που τη δική μας πλευρά) να βασίζεται στο γενικότερο κοινωνικο-πολιτικό πλαίσιο τζιαι με τρόπους που ενώνουν το ζήτημα των δύο κοινωτήτων με τα γενικότερα πολιτικά-κοινωνικά ζητήματα και θέματα πάλης.Με τρόπους όπως αυτούς που περιγράφουμε στο κείμενο. Αλλιώς δεν θα πετύχει, εκτιμούμε. Και αυτό πρέπει να γίνει από τώρα, και όχι να περιμένουμε την όποια επίτευξη συμφωνίας, για να δούμε τι θα κάμουμε την επόμενη μέρα. Υπάρχουν δηλαδή τρόποι και δίαυλοι να συνεργαστούμε με τον τουρκοκυπριακό λαό σε δια΄φορα ζητήματα κοινωνικο-πολιτικά από τω΄ρα, σαν να ήταν ήδη λυμένο.

Leave a Reply