Το πλασματικό γενικό συμφέρον

 

H μαρξιστική θεωρία τονίζει ότι το κοινωνικό σύστημα που επικρατεί κατά τους νεότερους χρόνους, δηλαδή ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής, καθιστά τις σχέσεις μεταξύ των μελών της κοινωνίας άκρως ανταγωνιστικές, ‘’όχι με την έννοια του ατομικού ανταγωνισμού’’, που προτάσσει η φιλελεύθερη θεωρία, ‘’αλλά ενός ανταγωνισμού που απορρέει από τις κοινωνικές συνθήκες ύπαρξης του ατόμου΄΄ (Μαρξ 1859 Preface to the Contribution to a critique of political economy). Οι καπιταλιστικές παραγωγικές σχέσεις συγκροτούνται με άξονα όχι μόνο την ιδιωτική ιδιοκτησία αλλά και την εμπορευματική παραγωγή, πράγμα που σημαίνει αφενός ότι τα πάντα καθίστανται εμπορεύματα (συμπεριλαμβανομένης της γης και της εργατικής δύναμης), και αφετέρου ότι οι άνθρωποι εξασφαλίζουν την επιβίωση τους μόνο εφόσον εισέλθουν ως άτομα στην αγορά για να πουλήσουν όποιο εμπόρευμα διαθέτουν. Στο βαθμό που ο τρόπος οργάνωσης και λειτουργίας της καπιταλιστικής αγοράς τους υποχρεώνει να ανταγωνιστούν μεταξύ τους προκειμένου να πετύχουν τις πλέον επικερδείς για το άτομα τους οικονομικές ανταλλαγές, συμφωνίες, συμβάσεις κτλ, ο ανταγωνισμός των ανθρώπων με βάση το ατομικό συμφέρον ή κέρδος καθίσταται φυσικό θεμέλιο της κοινωνίας, φέρνοντας έτσι το άτομο (το κάθε άτομο) σε αντίθεση με την κοινωνία (με το κοινωνικό σύνολο).

[…] Συμφωνα, λοιπόν, με την μαρξιστική θεώρηση, οι ρίζες αυτής της ατομικιστικής συμπεριφοράς και του συνακόλουθου κοινωνικού ανταγωνισμού δεν βρίσκονται στην ‘φυσική κατάσταση’ του ανθρώπου […]. Τουναντίον, τα αίτια του κοινωνικού ανταγωνισμού είναι πρώτιστα κοινωνικά, εντοπίζονται στις κοινωνικές σχέσεις, και ειδικότερα στον καταμερισμό εργασίας και στις σχέσεις ιδιωτικής ιδιοκτησίας, που επιβάλλει η καπιταλιστική κοινωνική οργάνωση, οι οποίες:

<< συνεπάγονται την αντίθεση μεταξύ του συμφέροντος του μεμονωμένου ατόμου ή της ατομικής οικογένειας και του κοινού συμφέροντος όλων των ατόμων που βρίσκονται σε αμοιβαία συναλλαγή μεταξύ τους. Και πράγματι, αυτό το κοινό συμφέρον δεν υπάρχει μόνο στην φαντασία ως το ‘γενικό συμφέρον’, αλά πρώτα απ’όλα στην πραγματικότητα ως κοινή αλληλεξάρτηση των ατόμων μεταξύ των οποίων καταμερίζεται η εργασία>> (Μαρξ Εγκελς, Γερμανική Ιδεολογία)

[…]Αυτές ακριβώς οι κοινωνικές αντιθέσεις που δημιουργεί η καπιταλιστική οργάνωση της κοινωνίας και, όλως ιδιαιτέρος, ο ασυμφιλίωτος χαρακτήρας τους καθιστά αναγκαία την ανάπτυξη και λειτουργία ενός κατασταλτικού κράτους:

<< Το κράτος είναι η ομολογία ότι η κοινωνία…μπλέχτηκε σε μια άλυτη αντίφαση με τον εαυτό της, ότι διασπάστηκε σε ασυμφιλίωτες αντιθέσεις που είναι ανήμπορη να διαλύσει. Όμως, για να μην αναλώσουν αυτές οι αντιθέσεις και οι τάξεις με τα αντιμαχόμενα οικονομικά συμφέροντα τους εαυτούς τους και την κοινωνία σε έναν άκαρπο αγώνα, κατέστη αναγκαία η ύπαρξη μιας δύναμης που φαινομενικά να στέκει πάνω από την κοινωνία, για να μετριάζει τη σύγκρουση και να την κρατά στα όρια της ‘ομαλότητας’. Και η δύναμη αυτή, που προήλθε από την κοινωνία, μα βάζει τον εαυτό της πάνω από αυτήν…είναι το κράτος>> (Έγκελς, Καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους)

Επομένως, η θεσμοποιημένη χρήση φυσικής βίας είναι κοινωνικά επιβεβλημένη όχι, όπως πρεσβέυει η φιλελεύθερη παράδοση, λόγω της ατελούς ‘ανθρώπινης φύσης’, για να χαλιναγωγήσει, δηλαδή, την ιδιοτέλεια και τα πάθη των ατόμων ή την άλογη και παρορμητική συμπεριφορά των μαζών, αλλά για να επιβάλει ως ‘’κοινό συμφέρον’’ ένα ‘’πλασματικό κοινό συμφέρον, δηλαδή τα ιδιαίτερα και ιδιοτελή συμφέροντα μιας μερίδας της κοινωνίας (των ιδιοκτητών των μέσων παραγωγής) στα υπόλοιπα μέλη της. Μέσα στα πλαίσια της σύγχρονης κοινωνίας το πραγματικό κοινό συμφέρον παραβιάζεται ή αναιρείται. Το ‘’γενικό συμφέρον’’ που το κράτος υποτίθεται ότι εκφράζει και προωθεί δεν μπορεί παρά να είναι πλασματικό, διότι ο ασυμφιλίωτος χαρακτήρας των υφιστάμενων κοινωνικών αντιθέσεων καθιστά την έννοια του ‘’κοινού καλού’’ ανέφικτη ή ουτοπική. Σαν αποτέλεσμα, αυτό το πλασματικό ‘γενικό συμφέρον’:

<<…όχι μόνο δεν ενώνει αποτελεσματικά τους ανθρώπους, αλλά στην πραγματικότητα εξαγνίζει και νομιμοποιεί τη διχόνοια τους. Στο όνομα μιας καθολικής αρχής ( της δεσμευτικής όψης του ‘νόμου’ ως έκφραση μιας γενικής ή κοινωνικής βούλησης) καθαγιάζει την ιδιωτική ιδιοκτησία ή το δικαίωμα των ατόμων να επιδιώκουν τα δικά τους αποκλειστικά συμφέροντα ανεξάρτητα από, και ορισμένες φορές εναντίον της ίδιας της κοινωνίας. Το παράδοξο, επομένως, κυβερνά: στο όνομα της γενικής βούλησης απονέμεται απόλυτη αξία στην ατομική ιδιοτροπία, στο όνομα της κοινωνίας καθίστανται ιερά και άυλα τα μη-κοινωνικά συμφέροντα. Υποστηρίζεται η αρχή της ισότητας μεταξύ των ανθρώπων για να αναγνωρισθεί ως θεμελιώδης και απόλυτη η αρχή της ανισότητας μεταξύ τους (ιδιωτική ιδιοκτησία) >> (Κολέττι)

Η μαρξιστική θεωρία τονίζει ότι δεν είναι μόνο τα ταξικά συμφέροντα των υποτελών λαικών μαζών που συγκρούονται με τα γενικά συμφέροντα του κεφαλαίου, όπως αυτά εκφράζονται και περιφρουρούνται από το κράτος. Ο ατομικισμός που διέπει τα μέλη της αστικής κοινωνίας, το γεγονός δηλαδή ότι στις κοινωνικές τους σχέσεις και δραστηριότητες δρουν με γνώμονα τα προσωπικά τους συμφέροντα, σημαίνει ότι τα ίδια τα μέλη της κυρίαρχης τάξης, η κάθε μεμονωμένη κεφαλαιοκρατική επιχείρηση, ο κάθε αστός ιδιώτης, ενεργώντας με στενά ιδιοτελή κριτήρια και ‘κοντόφθαλμα’, δεν είναι πάντα σε θέση να αντιληφθεί και να προωθήσει το πλασματικό ‘κοινό συμφέρον’, δηλαδή τα συμφέροντα του κεφαλαίου γενικά. Δεν μπορούν, με άλλα λόγια, οι κεφαλαιοκράτες πάντα να κατανοήσουν ή να διακρίνουν τις κοινωνικές συνθήκες που προυποθέτει η συγκρότηση τους ως τάξη, πόσο μάλλον να διασφαλίσουν τους κοινωνικούς όρους της μακροχρόνιας αναπαραγωγής τους. Το ρόλο αυτό μπορεί να τον αναλάβει με την απαιτούμενη αποτελεσματικότητα και ευελιξία μόνο ένας θεσμός, ο οποίος βρίσκεται ‘’πάνω από την κοινωνία’’ υπό την έννοια ότι δεν υπόκειται στις οικονομικές πιέσεις και σκοπιμότητες (οικονομικός ανταγωνισμός, κυνήγι του κέρδους κλπ) που διέπουν τις δραστηριότητες της κάθε κεφαλαιοκρατικής επιχείρησης [βλ. κευνσιανισμός μεσοπολέμου, φασισμός]:

<<Ο πρακτικός αγώνας αυτών των μερικών συμφερόντων, που πραγματικά συνεχώς αντιτίθενται στα κοινά και πλασματικά κοινά συμφέροντα, καθιστά αναγκαία την πρακτική παρέμβαση και χαλιναγώγηση τους από το πλασματικό ‘γενικό συμφέρον’ με τη μορφή του κράτους>> (Μαρξ Εγκελς, Γερμανική Ιδεολογία)

Συμπερασματικά, στα πλαίσια της μαρξιστικής θεώρησης το σύγχρονο κράτος γίνεται αντιληπτό ως μια εξωοικονομική δύναμη που προωθεί και επιβάλλει μέτρα που ικανοποιούν το ‘’κοινό συμφέρον’’ όλων των μερίδων ή τμημάτων της αστικής τάξης, εδραιώνοντας έτσι την ταξική κυριαρχία του κεφαλαίου επί του συνόλου της κοινωνίας. Η διασφάλιση της ‘κοινωνικής ομαλότητας’, ‘ευταξίας’ και η αποφυγή της ‘αναρχίας’ μέσω της λειτουργίας του κατασταλτικού μηχανισμού του κράτους σημαίνει πάνω από όλα τη διατήρηση του status quo , δηλαδή της υφιστάμενης καπιταλιστικής οργάνωσης της οικονομίας και, ευρύτερα, της κοινωνίας.

 

Εισαγωγή στην Πολιτική Κοινωνιολογία, Μ. Σεραφετινίδου, σελ. 90-93

 

Profuso

Ω, πύλες του παραδείσου!

Be first to comment