Ο Μαρξ και το 3ο μνημόνιο

 

Και όπως στην ιδιωτική ζωή κάνουμε διάκριση ανάμεσα σε εκείνο που ένας άνθρωπος λέει ή σκέπτεται για τον εαυτό του και σε εκείνο που πραγματικά είναι και κάνει, έτσι ακόμα πιο πολύ πρέπει στους ιστορικούς αγώνες να κάνουμε διάκριση ανάμεσα στα λόγια και τις δοξασίες των κομμάτων και στον πραγματικό τους οργανισμό και τα πραγματικά τους συμφέροντα, ανάμεσα σε εκείνο που φαντάζονται και σε εκείνο που πραγματικά είναι.

[…] Ενάντια στο συνασπισμό της αστικής τάξης συγκροτήθηκε ένας συνασπισμός από μικροαστούς και εργάτες, το λεγόμενο σοσιαλδημοκρατικό κόμμα. Οι μικροαστοί έβλεπαν πως δεν είχαν αμειφθεί καλά ύστερα από τις μέρες του Ιούνη 1848, έβλεπαν ότι κινδύνευαν τα υλικά τους συμφέροντα και έβλεπαν να διαμφισβητούνται από την αντεπανάσταση οι δημοκρατικές εγγυήσεις που θα τους εξασφάλιζαν την επιβολή αυτών των συμφερόντων τους. Γι’ αυτό πλησιάσανε τους εργάτες. […] Από τις κοινωνικές διεκδικήσεις του προλεταριάτου αφαίρεσαν την επαναστατική τους αιχμή και τις έδωσαν μια δημοκρατική τροπή, από τις δημοκρατικές διεκδικήσεις της μικροαστικής τάξης αφαίρεσαν την καθαρά πολιτική μορφή τους και έκαναν να ξεπροβάλει η σοσιαλιστική τους αιχμή. Έτσι γεννήθηκε η σοσιαλδημοκρατία.

Οι νέοι ορεινοί, το αποτέλεσμα αυτού του συνδυασμού, εκτός από μερικούς κομπάρσους που προέρχονται από την εργατική τάξη και από μερικούς αιρετικούς σοσιαλιστές, περιλάβαιναν τα ίδια στοιχεία των παλιών ορεινών, αλλά σε μεγαλύτερο αριθμό. Στην πορεία όμως της εξέλιξης είχαν αλλάξει μαζί με την τάξη που αντιπροσώπευαν. Ο ιδιόμορφος χαρακτήρας της σοσιαλδημοκρατίας συνοψιζόταν γι’ αυτό στο γεγονός ότι τους δημοκρατικούς – ρεπουμπλικάνικους θεσμούς δεν τους ζητούσαν σαν μέσα για να καταργήσουν τα δυο αντίθετα άκρα, το κεφάλαιο και τη μισθωτή εργασία, αλλά για να χαλαρώσουν την αντίθεσή τους και για να τη μετατρέψουν σε αρμονία. Όσο διαφορετικά μέτρα και αν προτείνονται για την πραγματοποίηση αυτού του σκοπού, με όσο περισσότερο ή λιγότερο επαναστατικές έννοιες και αν τον στολίσουν, το περιεχόμενο μένει το ίδιο. Το περιεχόμενο αυτό είναι ο μετασχηματισμός της κοινωνίας με δημοκρατικό τρόπο, αλλά ένας μετασχηματισμός μέσα στα μικροαστικά πλαίσια.

Δεν πρέπει όμως να κάνει κανείς τη στενοκέφαλη σκέψη ότι η μικροαστική τάξη θα ήθελε κατ’ αρχήν να επιβάλει ένα εγωιστικό ταξικό συμφέρον. Αντίθετα, πιστεύει ότι οι ειδικοί όροι της απελευθέρωσής της είναι οι γενικοί όροι, που κάτω από αυτούς μόνο είναι δυνατό να σωθεί η σύγχρονη κοινωνία και να αποφευχθεί η πάλη των τάξεων. Το ίδιο, δεν πρέπει κανένας να φαντάζεται ότι οι δημοκρατικοί αντιπρόσωποι είναι όλοι τους μαγαζάτορες, ή ότι λαχταρούν να γίνουν μαγαζάτορες. Μπορεί εξαιτίας της μόρφωσής τους και της ατομικής θέσης τους, να απέχουν απ’ αυτούς όσο απέχει ο ουρανός από τη γη. Εκείνο που τους κάνει εκπρόσωπους των μικροαστών είναι ότι το μυαλό τους δε μπορεί να ξεπεράσει τα όρια που οι ίδιοι οι μικροαστοί δεν ξεπερνάνε στη ζωή και ότι, συνεπώς, σπρώχνονται θεωρητικά προς τα ίδια προβλήματα και τις ίδιες λύσεις, όπου το υλικό συμφέρον και η κοινωνική τους θέση σπρώχνει πρακτικά τους μικροαστούς. Αυτή είναι γενικά η σχέση που υπάρχει ανάμεσα στους πολιτικούς και φιλολογικούς εκπροσώπους μιας τάξης προς την τάξη που εκπροσωπούν.

[…] Ένα είναι βέβαιο: οι δημοκράτες πιστεύουν στις σάλπιγγες που με τον ήχο τους γκρέμισαν τα τείχη της Ιεριχούς. Και κάθε φορά που βρίσκονται αντιμέτωποι με τα οχυρά του δεσποτισμού, προσπαθούν να επαναλάβουν το θαύμα. Αν οι ορεινοί ήθελαν να νικήσουν μέσα στο κοινοβούλιο, δεν έπρεπε να καλέσουν στα όπλα. Αν καλούσαν στα όπλα μέσα στο κοινοβούλιο, δεν έπρεπε να συμπεριφερθούν με κοινοβουλευτικό τρόπο στους δρόμους. Αν σκέφτονταν στα σοβαρά για ειρηνική διαδήλωση, ήταν ηλίθιο να μην προβλέψουν πως θα τους γίνονταν υποδοχή με τα όπλα. Αν πάλι αντιμετώπιζαν μια πραγματική μάχη, ήταν παράδοξο να καταθέσουν τα όπλα, που μ’ αυτά θα έπρεπε να δώσουν τη μάχη. Μα οι επαναστατικές απειλές των μικροαστών και δημοκρατικών αντιπροσώπων είναι απλές απόπειρες εκφοβισμού του αντιπάλου. Και όταν πια έχουν χωθεί μέσα στο αδιέξοδο, όταν έχουν εκτεθεί τόσο πολύ που είναι αναγκασμένοι να πραγματοποιήσουν τις απειλές τους, τότε αυτό το κάνουν με διφορούμενο τρόπο, με τέτοιο τρόπο που περισσότερο απ’ όλα αποφεύγει τα μέσα για την πραγματοποίηση του σκοπού και ψάχνει να βρει προσχήματα για να υποταχτεί. Το εισαγωγικό σάλπισμα που προαναγγέλλει τη μάχη, σβήνει σ’ ένα λιγόψυχο μουρμουρητό μόλις έρθει η ώρα ν’ αρχίσει η μάχη. Οι ηθοποιοί παύουν να παίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους και η δράση του έργου ατονεί ολότελα, σαν ένα φουσκωμένο μπαλόνι που το τσιμπούν με βελόνι.

 

Από το ”Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη”, Καρλ Μαρξ, 1852

Profuso

Ω, πύλες του παραδείσου!

Be first to comment