Ο Πάμπλο Πικάσσο μένει πάντα εδώ

 

Σαν σήμερα, στις 25 Οκτώβρη του 1881, γεννήθηκε ο Ισπανός κομμουνιστής ζωγράφος Πάμπλο Πικάσο, δημιουργός της «Γκουέρνικα» και άλλων έργων (όπως το περίφημο σκίτσο του Νίκου Μπελογιάννη). Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος τον βρίσκει στο Παρίσι, όπου εντάσσεται στη Γαλλική Αντίσταση. Το 1944 γίνεται μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος της Γαλλίας, στο οποίο θα παραμείνει μέχρι το τέλος της ζωής του. «Πήγα στο Κομμουνιστικό Κόμμα όπως πάει κανείς στην πηγή. Θα είμαι πια με τους δύστυχους ανθρώπους, στο δρόμο», έλεγε ο Πικάσο, απαντώντας σε όσους ενοχλούνταν ή ενοχλούνται για την ένταξή του.

——————

Ένα όνειρο είχε ο μακαρίτης ο πατέρας μου: Να συναντήσει τον Πάμπλο Πικάσο. Δε θυμάμαι πώς, αλλά κάποτε μια παρέα ζωγράφων, που ζούσε τότε στο Παρίσι, κατάφερε να κλείσει το πολυπόθητο ραντεβού. Ανάμεσα στους τυχερούς, ήταν κι ο πατέρας μου. Θυμάμαι πώς ετοιμαζόταν για το ραντεβού και πώς συνόδευσα την ταραχή του ως την πόρτα. Μετά από μια ώρα περίπου, βγαίνοντας από το σπίτι, είδα τον πατέρα μου να στέκεται στο πεζοδρόμιο ακίνητος και μαγεμένος. «Εχεις αργήσει, του φώναξα, έπρεπε να ήσουν ήδη εκεί!» «Δεν πρόκειται να πάω, μου απάντησε, δεν αντέχω τόση ομορφιά…».
Αυτήν την ιστορία θυμόμουν πριν από μέρες, όταν, βαδίζοντας στην οδό Σταδίου, σ’ ένα καφέ, είδα …τον Πάμπλο Πικάσο! Φόρεσα κι εγώ το καλύτερο θράσος μου και τον πλησίασα – για τι άλλο; – για απαντήσεις, που μόνον εκείνος μπορούσε να δώσει.

Γ. Κ. Παρόλο που ήσασταν κατ’ εξοχήν επαναστάτης των χρωμάτων, γιατί νιώσατε την ανάγκη να προσχωρήσετε στο Κομμουνιστικό Κόμμα;

Π. Π. Ναι, γνωρίζω πως πάντα αγωνίστηκα, με τη ζωγραφική μου, σαν αληθινός επαναστάτης. Τούτα τα χρόνια της τρομερής καταπίεσης μού έδειξαν πως πρέπει ν’ αγωνιστώ, όχι μόνο με την τέχνη μου, αλλά και με όλο μου το είναι… Για τούτο προσχώρησα στο Κομμουνιστικό Κόμμα χωρίς τον παραμικρό δισταγμό, γιατί μέσα μου ήμουν πάντα μαζί του. Ο Αραγκόν, ο Ελυάρ, ο Κασού, ο Φουζερόν, όλοι οι φίλοι μου, το ξέρουν καλά. Αν δεν είχα προσχωρήσει ακόμα επίσημα ήταν, με κάποιον τρόπο, από «αφέλεια», επειδή πίστευα πως το έργο μου και η συναισθηματική μου συμμετοχή αρκούσαν, αλλά στην ουσία ήταν ήδη και δικό μου κόμμα. Μήπως αυτό δεν είναι που δούλεψε περισσότερο για να γνωρίσει και να φτιάξει τον κόσμο, για να δώσει μεγαλύτερη γνώση στους ανθρώπους του σήμερα και του χτες, να τους κάνει πιο ελεύθερους, πιο ευτυχισμένους;

Γ. Κ. Τι είναι ο καλλιτέχνης;

Π. Π. Τι θαρρείτε πως είναι ο καλλιτέχνης; Ενας ηλίθιος, που έχει μονάχα μάτια αν είναι ζωγράφος, αυτιά αν είναι μουσικός, και μια λύρα σ’ όλα τα πατώματα της καρδιάς αν είναι ποιητής, ή, αν είναι πυγμάχος, μονάχα ρούσκουλα; Αντίθετα, είναι ταυτόχρονα πολιτικός άνθρωπος, αγρυπνεί αδιάκοπα μπροστά στα θλιβερά, φλέγοντα ή ευχάριστα γεγονότα όλου του κόσμου, και σχηματίζει ολοκληρωμένα την εικόνα του. Πώς θα ‘ταν δυνατό ν’ αδιαφορεί για τους άλλους ανθρώπους και, εν ονόματι αυτής της αριστοκρατικής αδιαφορίας, να αποσπάται από τη ζωή που δημιουργούν οι άλλοι με τόσους κόπους; Οχι, η ζωγραφική δεν έγινε για να διακοσμεί διαμερίσματα. Είναι όπλο στον αμυντικό και επιθετικό πόλεμο ενάντια στον εχθρό.

Γ. Κ. Γιατί υπάρχει τόση αγριότητα στον πίνακά σας Σφαγή στην Κορέα;

Π. Π. Για να φτιάξω το πρόσωπο του πολέμου, δε σκέφτηκα καμιά ιδιαίτερη ιδιότητα, εκτός από την κτηνωδία. Πολύ λιγότερο το κράνος ή τη στολή του Αμερικανού στρατιώτη ή όποιου άλλου. Δεν έχω τίποτα με τους Αμερικανούς. Είμαι με το μέρος των ανθρώπων, όλων των ανθρώπων. Γι’ αυτό δεν μπορούσα να φανταστώ το πρόσωπο του πολέμου ξέχωρα από το πρόσωπο της ειρήνης. Κι η ειρήνη δε μου ήρθε στη σκέψη με άλλο χαρακτηριστικό, πέρα από την απόλυτη εκπλήρωση των ανθρώπινων αναγκών και της απεριόριστης ελευθερίας των ανθρώπων πάνω στη γη. Η τέχνη πρέπει να δίνει μια εναλλακτική λύση. Ηθελα το έργο μου να βοηθήσει τους ανθρώπους να διαλέξουν, αφού πρώτα τους αναγκάσει ν’ αναγνωρίσουν τον εαυτό τους, σύμφωνα με την πραγματική τους κλίση, σε μια από τις εικόνες μου. Τόσο το χειρότερο για εκείνον, που, όντας αναγκασμένος ν’ αναγνωρίσει τον εαυτό του στο τέρας του πολέμου, θα είναι και πάλι τόσο αδύναμος που να μην μπορεί ν αλλάξει δρόμο.

Γιώργος Κακουλίδης
(Ριζοσπάστης, 26/1/2003)

Πηγή: Οικοδόμος

Profuso

Ω, πύλες του παραδείσου!

Be first to comment