Σύντομη ιστορική αναδρομή στον Αμερικανικό προοδευτικό λαϊκισμό του Μπέρνι Σάντερς

Με αφορμή τις πρόσφατες εξελίξεις στην Αμερική και την άνοδο του φαινομένου Μπέρνι Σαντερς να είναι ανάμεσα σε αναβαθμισμένες ελπίδες για ουσιαστική αλλαγή, θεωρήσαμε ότι το πιο κάτω άρθρο θα μπορούσε να δώσει μια σύντομη μικρή αναδρομή στην ιστορική συνέχεια πάνω στην οποία “πατάνε” τα επιχειρήματα περί Σοσιαλιστή. Ο Μπέρνι Σάντερς για τους έχοντας μια αίσθηση Αμερικανικής ιστορίας δεν αποτελεί έκπληξη. Η Αμερική έχει να επιδείξει παραδείγματα Σοσιαλιστικών τάσεων, από τους Ουτοπιστές μέχρι τους Μαύρους Πάνθηρες, από τα κομμουνιστικά συνδικάτα μέχρι τους 10 του Χόλλυγουντ. Πάνω σε αυτή την ιστορία έχει χτιστεί μια πλατφόρμα ιδεών που περιστρέφονται γύρω από την υποψηφιότητα Σάντερς, που με την πρόταση για “πολιτική επανάσταση” δίνει ουσιαστικά παρόμια επιχειρήματα με αυτά των λαϊκιστών του 1890. Προσπαθεί να συγκεράσει ταξικά συμφέροντα από τα μεσαία και μικρομεσαία στρώματα μέχρι και των Αμερικανών κατασκευαστών και την εργατική τάξη επιτιθέμενος επιλεκτικά στην Wall Street των τραπεζιτών. Είναι μια πρόταση ταξικής συνεργασίας και ενσωμάτωσης της λαϊκής αγανάκτησης στο κλονιζόμενο αστικό πολιτικό σύστημα που χάνει της εκτίμησης όσο συσσωρεύεται η οργή μέσα στο εσωτερικό των ΗΠΑ.

Η προσπάθεια Σάντερς, μπορεί να θεωρηθεί ως μια προσπάθεια εντός των Δημοκρατικών, για επανασύνδεση του κόμματος με την εκλογική του βάση (παρόμοια με την υπόσχεση του Τζέρεμυ Κόρμπιν στην Αγγλία για ενσωμάτωση και διασταύρωση των κινημάτων με θεωρητικές ρίζες από το Μάη του 68′ με την παραδοσιακή σοσιαλδημοκρατία), παρά μια προσπάθεια για ουσιαστική αλλαγή στο σύστημα.

Επανάσταση ή ρεφορμισμός? Ο Μπέρνι Σάντερς και ο Αμερικανικός Σοσιαλισμός

Μετάφραση: Απογοητευμένος Σοσιαλδημοκράτης για την Αγκάρρα
Πηγή: Erstwhile A History blog

Η εκστρατεία του Μπέρνι Σάντερς για το χρίσμα του Δημοκρατικού Κόμματος έχει παράξει μια απίστευτη ποσότητα δημόσιας συζήτησης. Όσο οι δημοσκοπικές του επιδόσεις ανέβαιναν και μετά από τις επιτυχίες του στις πρώτες προκριματικές εκλογές, που προκάλεσαν έκπληξη, η μεγαλύτερη ανησυχία ανάμεσα στους υποστηρικτές των Δημοκρατών είναι το κατά πόσο θα μπορούσε να κερδίσει στις γενικές εκλογές, εάν εξασφαλίσει το χρίσμα. Ο αυτοπροσδιορισμός του Σάντερς ως “δημοκρατικός σοσιαλιστής” έχει δημιουργήσει μεγάλη δυσαρέσκια εντός του κόμματος, ειδικά ανάμεσα στους παλαιότερους υποστηρικτές του κόμματος, όσο και σε αυτούς που ανήκουν στην ελίτ. Απορρίπτουν την δημοφιλία του Σάντερς ανάμεσα στους νεαρότερους ψηφοφόρους, αποδίδοντας την στην αφέλεια ενός τμήματος του εκλογικού σώματους που είναι αρκετά νεαρό για να σεβαστεί το γεγονός ότι ο “σοσιαλισμός” είναι μια κακή λέξη. Παρόλο που οι ανάγκες και οι υπερβολές του Ψυχρού Πολέμου δημιούργησαν κάποιες βολικές αμνησίες, ο σοσιαλισμός στην πραγματικότητα έχει μια μακριά ιστορία στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η ιστορία του σε αυτή την χώρα έχει μέσες άκρες δυο φάσεις: την κοινωτική και την εκλογική.

Ο πρώιμος Αμερικάνικος σοσιαλισμός σε μεγάλο βαθμό υπήρξε στις παρυφές της κοινωνίας και ξεχωριστά από την πολιτική. Οι πρώτες του εκφάνσεις ήταν θρησκευτικές σέκτες, τα μέλη των οποίων προσπαθούσαν να ζήσουν με βάση τις διδαχές του Ιησού στον 18ο και στις αρχές του 19ου αιώνα. Πολλές από αυτές τις σέκτες ιδρύθηκαν από θρησκευτικές ομάδες καταδιωγμένες στην Ευρώπη, ιδιαίτερα στις γερμανικές περιοχές. Τα μέλη τους, όπως οι Πουριτανοί, διέφυγαν στην μεγαλύτερη ανοχή της Αμερικής, όπου θα μπορούσαν να ασκήσουν την πίστη τους χωρίς παρενοχλήσεις. Αυτές οι ομάδες, όπως οι Μοράβιοι και οι Ραπίτες, ζούσαν με διαβαθμίσεις κατανομής του πλούτου, με κάποιες να εξασκούν πλήρως την κοινή ιδιοκτησία.

Ενόσο η Χριστιανική κοινοτικοκρατία συνέχισε κατά την διάρκεια του 19ου και του 20ου αιώνα, οι αναδειώμενες μορφές σοσιαλισμού έγιναν αυξανόμενα κοσμικές στο δεύτερο τέταρτο του 19ου αιώνα. Ο κοσμικός σοσιαλισμός συνέχισε να προσελκύει Χριστιανούς οπαδούς, και ιδιαίτερα στην περίοδο πριν τον Αμερικανικό εμφύλιο, συνέχισε να αρθρώνεται με γνώριμους, ηθικίστικους όρους. Σε αντίθεση με τις σε μεγάλο βαθμό απομονομένες θρησκευτικές κοινότητες, ο κοσμικός σοσιαλισμός προσπάθησε να φέρει την κοινωνική επανάσταση δια μέσου του παραδείγματος. Αυτοί οι σοσιαλιστές πίστευαν ότι οι κοινότητες τους θα έπαιζαν τον ρόλο μοντέλων που θα έπειθαν τους Αμερικανούς για τις ανώτερες κοινωνικές οργανώσεις τους.

Σημαντικά παραδείγματα αυτού του κοσμικού κοινοτικού σοσιαλισμού συμπεριλαμβάνουν δυο από τα τρία κινήματα που ο Φρίντριχ Έγγελς θα ονόμαζε χλευαστικά «ουτοπικό σοσιαλισμό» εξ’αιτίας της μη πρακτικότητας τους. Ο Έγγελς απέριπτε ως ουτοπικό το δόγμα του Βρετανού βιομήχανου και φιλάνθρωπου Ρόμπερτ Όουεν και του Γάλλου διανοητή Σαρλ Φουριέ. Ο Όουεν και ο Φουριέρ οραματίζοταν μικρές και σε μεγάλο βαθμό αυτάρκεις κοινότητες, λιγότερων από 3000 κατοίκων σαν την πιο επαρκή μορφή κοινωνικής οργάνωσης. Όλοι οι κάτοικοι της κοινότητας θα ζούσαν σε ιδιωτικά διαμερίσματα σε ένα μεγάλο κοινοτικό κτήριο με κοινές κουζίνες και τραπεζαρίες. Αυτά τα οράματα προσπαθούσαν να συμβιβάσουν αντικρουόμενα συμφέροντα που αναδύοταν στην εκβιομηχανοποιούμενη Δυτική Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Χτίστηκαν πάνω στην συνεργασία μεταξύ των τάξεων και την ανάμιξη υπαίθριων και βιομηχανικών τρόπων ζωής. Ο Οουενισμός ήταν για λίγο δημοφιλής στα μέσα της δεκαετίας του 1820 στα βορειοανατολικά και στα κεντροδυτικά πριν καταρρεύσει εντυπωσιακά εξ’αιτίας της έλλειψης ηγεσίας στην πειραματική αποικία του Νιου Χάρμονι στην Ιντιάνα. Οι αμερικάνοι ακόλουθοι του Φουριέ κατάφεραν να αποκτήσουν αρκετούς οπαδούς ώστε να σχηματίσουν περίπου τριάντα κοινότητες κατά την διάρκεια της δεκαετίας του 1840, συμπεριλαμβανομένης της μετατροπής της ήδη υπάρχουσας λογοτεχνικής και εκπαιδευτικής κοινότητας του Μπρουκ Φαρμ λίγο έξω από την Βοστώνη.

Στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, η εκβιομηχανοποίηση και η συνεχιζόμενη ενσωμάτωση των αγορών δημιούργησε μεγάλους και περίπλοκους οργανισμούς στην Αμερικανική κοινωνία. Οι σιδηρόδρομοι, οι εταιρίες και η κυβέρνηση ανέπτυξαν γραφειοκρατίες για να διαχειριστούν τις μυριάδες λειτουργίες τους. Σε αυτό το πλαίσιο, ο ουτιπικός συγγραφέας Έντουαρντ Μπέλαμι υπηρέτησε σαν μια σημαντική μεταβατική μορφή μεταξύ του κοινοτικού και του εκλογικού σοσιαλισμού. Στο πολύ επιτυχημένο έργο του Looking Backward (1888), ο Μπέλαμι προσάρμοσε πολλές πτυχές του σοσιαλιστικού οράματος του Φουριέ στις νέες πραγματικότητες της περίπλοκης κοινωνικής οργάνωσης. Όπως είχε υποστηρίξει ο Φουριέ, οι άνθρωποι θα δούλευαν στις παραγωγικές διαδικασίες που θα ήταν πιο ελκυστικές για την προσωπικότητα τους, μετατρέποντας έτσι την εργασία θελκτική. Οι κοινοτικές κουζίνες επίσης θα παρέμεναν. Αλλά στην θέση των αυτόνομων, αυτάρκων κοινοτήτων, η Αμερικανική σοσιαλιστική κοινωνία θα λειτουργούσε σε εθνικό επίπεδο για να επηρρεάσει οικονομίες κλίμακας στην παραγωγή και την αναδιανομή των καταναλωτικών αγαθών. Το όραμα του Μπέλαμι δημιούργησε το «Εθνικιστικό κίνημα», το οποίο μπήκε στο βασίλειο της πολιτικής την δεκαετία του 1890 σαν σύμμαχος των Λαϊκιστών, ένα κινηματικό τρίτο κόμμα το οποίο οδηγούταν σε μεγάλο βαθμό από αποδυναμωμένους αγρότες. Μοιραία επιλέγοντας να συγχωνευτεί με το Δημοκρατικό Κόμμα στις εκλογές του 1896, το κίνημα των Λαϊκιστών εξαφανίστηκε μετά από μια σαρωτική ήττα στο εκλογικό κολλέγιο.

Η λαϊκή δυσαρέσκεια βρήκε μια άλλη έκφραση στις αρχές του 20ου αιώνα μέσω του Σοσιαλιστικού Κόμματος Αμερικής. Απορροφώντας πολλά μέλη του διαλλειμένου Λαϊκιστικού κινήματος, το Σ.Κ.Α. έγινε μια αναπτυσόμενη δύναμη στην εκλογική πολιτική υπό τον εργάτη-ακτιβιστή Γιουτζίν Β. Ντεμπς. Με μια δύναμη 118.000 μελών, το κόμμα συγκέντρωσε περίπου 900.000 ψήφους στην προεδρική εκλογή του 1912 – περίπου έξι τα εκατό της λαϊκής ψήφου. Οι Αμερικάνοι ψηφοφόροι έξελεαν χιλιάδες υποψήφιους του Σοσιαλιστικού Κόμματος, συμπεριλαμβανομένων δύο βουλευτών του Κογγρέσου, δεκάδες πολιτειακούς νομοθέτες, και εκατοντάδες δημάρχους. Η κυβερνητική καταστολή κατά την διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και οι φραξιονιστικές αψιμαχίες στην αυγή της Ρωσικής Επανάστασης τελικά έσβησαν το Σ.Κ.Α. σαν μια σημαντική πολιτική δύναμη.

Τόσο τα κοινοτικά όσο και τα εκλογικά στελέχη του Αμερικανικού σοσιαλισμού συνέχισαν να αναπτύσσονται κατά την διάρκεια του 20ου αιώνα. Και τα δύο εμφανίστηκαν με σημαντική δύναμη στην αντικουλτούρα και στην Νέα Αριστερά του 1960. Ο Μπέρνι Σάντερς είναι σε μεγάλο βαθμό το αποτέλεσμα αυτής της δεκαετίας. Και παρόλα αυτά το πολιτικό του πρόγραμμα προσπαθεί να αναστήσει το πνεύμα του Φράνλιν Ντελάνο Ρούσβελτ και να αναζωογονήσει το New Deal στον 21ο αιώνα περισσότερο από όσο να κοινωνικοποιήσει τα μέσα της παραγωγής. Εάν αυτό είναι ένα θέμα του Σάντερς που προσαρμόζει τις προσωπικές του πεποιθήσεις για να κάνει την πλατφόρμα του πιο εύπεπτη στο Αμερικανικό εκλογικό σώμα, ή ένα θέμα του παράθυρου μετακίνησης του παράθυρου των αποδεκτών πολιτικών τόσο προς τα δεξιά από την δεκαετία του 1980, ώστε κάποιος να συγχέει τον φιλελευθερισμό του New Deal με τον σοσιαλισμό παραμένει μια ανοιχτή ερώτηση.

Ένα σημαντικό στοιχείο της στρατηγικής του Σάντερς είναι η ιδέα του μιας “πολιτικής επανάστασης”. Παρόλο που αυτό ακούγεται τρομακτικό στους μετριοπαθείς και τους συντηρητικούς, ο Σάντερς δεν επαγγέλεται μια βίαιη ανατροπή της πολιτικής τάξης, αλλά την συνεχιζόμενη αφοσίωση του Αμερικανικού εκλογικού σώματος στην πολιτική (σχόλιο Αγκάρρα: είναι δηλαδή τρόπος ενσωμάτωσης της λαϊκής αγανάκτησης, στο αστικό αντιπροσοπευτικό πολιτικό σύστημα που κλονίζεται). Με πολλούς τρόπους, αυτή η πρόσκληση αντηχεί τις επιτυχίες του εκλογικού σοσιαλισμού, οι οποίες δεν υπήρξαν κατά μόνας αλλά χρωστούν πολλά στην πίεση των κοινωνικών κινημάτων. Οργανώσεις από τα τέλη του 19ου αιώνα όπως οι Ιππότες των Εργατών και της Συμμαχίας των Αγροτών, οργάνωσαν τους ψηφοφόρους, εξέφρασαν οράματα πολιτικής οικονομίας, και πάλεωαν για τα δικαιώματα των εργατών, την ίδια στιγμή που τα πολιτικά κόμματα εξυπηρέτησαν σαν οχήματα για αυτά τα οράματα στο εκλογικό γίγνεσθαι. Τα συνδικάτα εξυπηρέτησαν παρόμοιες λειτουργίες κατά την διάρκεια των επιτυχιών του Σ.Κ.Α. στην αρχή του 20ου αιώνα και ήταν ιδιαίτερα σημαντικά στην επιτυχία του λιγότερο ριζοσπαστικού New Deal στην δεκαετία του 1930.

Το όραμα του Σάντερς δεν είναι η καταστροφή του καπιταλισμού, αλλά η βοήθεια προς τους Αμερικάνους ώστε να διεκδικήσουν ξανά το Κράτος σαν ένα εργαλείο του λαού, το οποίο μπορούν να χρησιμοποιήσουν εναντίον της επιρροής των επιχειρήσεαν και αυτού που κατά το 1870-1900 αποκαλούταν «χρηματικά συμφέροντα». Υπό αυτή την σκοπιά, ο Σάντερς βρίσκεται πιο κοντά στην παράδοση των ρεφορμιστών – όπως οι Λαϊκιστές, οι Προοδευτικοί και οι Δημοκράτες του New Deal – που προσπάθησαν να χρησιμοποίησουν την διακυβέρνηση για να περιορίσουν τις υπερβολές του καπιταλισμού και να τον κάνουν πιο δίκαιο για περισσότερους ανθρώπους. Παρόλο που αυτό μπορεί να είναι απογοητευτικό για τους Αμερικάνους Σοσιαλιστές, θα πρέπει να ηρεμήσει τους φόβους του Δημοκρατικού Κόμματους και των παλαιότερων υποστηρικτών του. Και ίσως χρειάζεται ένας υποψήφιος παλιός όσο ο Σάντερς για να υπενθυμίσει στο Δημοκρατικό Κόμμα τι πρέσβευε στο παρελθόν.

Be first to comment