Τι έγινε στις 6 Σεπτεμβρίου 2014;

Πέρασε όπως αναμενόταν το πολυπόθητο για τους τραπεζίτες νομοσχέδιο για τις εκποιήσεις. Υπήρχε η αγωνία εαν θα υπήρχε ένα αρχικό όχι όπως στην περίπτωση του κουρέματος πρίν από 16 μήνες αλλά το ότι θα περνούσε ήταν νομίζω αδιαμφισβήτητο για δύο απλούς λόγους: πρώτο, όλα τα κόμματα πλήν του κόμματος της αριστεράς δεν είχαν ουσιαστικές διαφωνίες παρά μόνο επί μέρους. Δεύτερο, δεν υπάρχει ολοκληρωμένη απάντηση παρά μόνο αντίθεση στα συμπτώματα της καπιταλιστικής κρίσης που μας τρώει τα σωθικά. Όταν βεβαίως το “αντιμνημονιακό” στρατόπεδο ντύνεται με εθνικιστικές σημαίες και φανφάρες (Οικολόγοι, Κουλίας, ΕΔΕΚ, μέρος του ΔΗ.ΚΟ, Πελατεία Πολιτών), όταν καλλιεργείται στον απλό κόσμο η αντίληψη ότι η Κύπρος μέσα στην Ε.Ε μπορεί και αλλιώς, ότι το πρόβλημα μας είναι οι λάθος άνθρωποι σε θέσεις κλειδιά ή οι κλέφτες τραπεζίτες και δεν αντιμετωπίζεται το θέμα λιτότητας στα πλαίσια μιας ταξικής πολιτικής, τότε δικαιωματικά η κυβέρνηση και η αστική τάξη δεν έχει να φοβηθεί τίποτε από τις σποραδικές διαμαρτυρίες που είχε να αντιμετωπίσει μέχρι σήμερα. Όχι γιατί θα φοβόταν π.χ. τον σοσιαλισμό, αλλά γιατί η κατανόηση της κατάστασης και του ”τι φταίει” θα έφερνε και την ανάλογη πάλη με συνοχή από μέρους του εργατικού κινήματος για αντίσταση στις νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις, χωρίς να πιάνεται κορόιδο σε ψεύτικα λόγια των κυβερνώντων ή της προπαγάνδας διαίρεσης των εργαζομένων. Αντιθέτως, αυτή η αδυναμία ανοίγει τις ορέξεις της αστικής τάξης για το πόσο γρήγορα μπορεί να διαμορφωθεί η Κύπρος και να σταθεροποιηθεί η αναδιάρθρωση της εκμετάλλευσης, της μιζέριας και της απανθρωπιάς.

Η στάση της κυβέρνησης με το υποστηρικτικό της κόμμα τον ΔΗ.ΣΥ ήταν βεβαίως να υπερψηφίσει το νομοσχέδιο και να καταψηφίσει όλες τις τροπολογίες τις οποίες πρότεινε η αντιπολίτευση. Ομολογώ όμως πως αν η στάση της κεντρώας και δεξιάς αντιπολίτευσης ήταν επίσης λίγο πολύ αναμενόμενη, το κόμμα της αριστεράς έχει εξεπλήξει δυσάρεστα με την στάση του, παρά τις όποιες απαμβλητικές τροπολογίες που πρότεινε. Και ο λόγος είναι απλός. Από την στιγμή που η δικαιοδοσία για ψήφιση των τροπολογιών έπεφτε στον Πρόεδρο (ο οποίος με την σειρά του κουτοπόνηρα το παρέπεμψε στον Γενικό Εισαγγελέα), και δεδομένου ότι το ΑΚΕΛ γνωρίζει τον ίδιο και τα συμφέροντα που υπηρετεί, για πιο λόγο άφησε το “μπαλάκι” σε αυτόν;

Ήταν αντιφατική η στάση από  το ΑΚΕΛ, που διέδιδε μέχρι πρότινος ότι διαφωνεί με την φιλοσοφία δηλαδή με την ίδια την ιδέα της εκποίησης, να έρχεται μετά την υπερψήφιση του κυβερνητικού νομοσχεδίου και να λέει ναι μεν το ψήφισα αλλά πρότεινα και κάποιες ”πραγματιστικές λύσεις”.

Γιατί αποφάσισε να “κρεμάσει” τον κόσμο που μέχρι λίγες μέρες πρίν ψηφίσει το νομοσχέδιο καλούσε στο προεδρικό για να δώσει “μήνυμα αντίστασης” μέχρι τέλους;

Σενάριο 1: Η ηγεσία του ΑΚΕΛ έχει αποφασίσει να παραταχθεί με το ΔΗ.ΚΟ για λόγους που δεν θα αναλύσουμε εδώ. Γνωρίζει πως το ΔΗ.ΚΟ γυρεύει τρόπο να ψηφίσει το νομοσχέδιο αλλά δεν θέλει να πάρει ρίσκο στα μάτια των ψηφοφόρων του. Οπόταν αποφασίζει να δώσει την ευχαίρια στο ΔΗ.ΚΟ να ψηφίσει το νομοσχέδιο παρεμβαίνοντας όμως με κάποιες τροπολογίες που θα απαβλύνουν κάπως την κατάσταση, θα “χρυσώσουν το χάππι”. Με αυτό τον τρόπο θα προκύψει ένα τρίπτυχο αποτελεσμάτων. Ρίχνει το μπαλάκι στον πρόεδρο Αναστασιάδη, οπόταν και ο τελευταίος θα πρέπει να πάρει αποφάσεις για το αν θα πάρει το πολιτικό κόστος να αναιρέσει τις τροπολογίες, έχοντας όμως σοβαρούς υποστηρικτές όλα τα μέσα μαζικής ενημέρωσης συμπεριλαμβανομένου και του κρατικού καναλιού. Το ΔΗ.ΚΟ παίρνει αυτό που θέλει με την ψήφιση του νομοσχεδίου και παράλληλα φαίνεται να ενδιαφέρεται και για τις ευάλωτες ομάδες. Το ΑΚΕΛ βγαίνει σαν “σοβαρή πολιτική δύναμη” η οποία αντιλαμβάνεται το κόστος της μη ψήφισης του νομοσχεδίου και παράλληλα δείχνει στον κόσμο έμπραχτα ότι ενδιαφέρεται για την μεγάλη πλειοψηφεία που αγωνιά. Τότε μιλάμε ξεκάθαρα για μια πορεία φθίνουσα η οποία στο μέλλον θα κοστίσει ακριβά στο κόμμα με απώλεια της εκλογικής του βάσης, ενδεχομένως και κόσμου απογοητευμένου.

Σενάριο 2: Αυτό το σενάριο μπαίνει για χάριν της συζήτησης. Ακόμη πιο τρομακτικά, το ΑΚΕΛ έχει αποφασίσει ότι θα αφήσει τις τύχες των περιουσιών του κόσμου στα χέρια του Αναστασιάδη επειδή τον πιστεύει ότι δεν θα κάνει πίσω στις τροπολογίες (ίσως να συνδιάζεται και με το πρώτο σενάριο). Σε ένα τέτοιο – απομακρυσμένο κατ’ εμέ – ενδεχόμενο, είναι άξιο απορίας πως αφήνονται να παρθούν τέτοιες αποφάσεις και την άγνοια με την οποία πολιτεύονται οι εκπρόσωποι μεταξύ άλλων και της εργατικής τάξης του τόπου. Λες και δεν υπάρχει η ιστορία, λες και δεν ξέρουν με τι έχουν να κάνουν. Θέλω να πιστεύω ότι παρά το γεγονός ότι το πρώτο σενάριο είναι σκληρό, αστική πολιτική και κυνικό, εντούτοις αυτό είναι πολύ λιγότερο ανυσηχητικό, σε αντίθεση με την περίπτωση που όλη αυτή η υπόθεση με το νομοσχέδιο ορόσημο σε τέτοια κρίσιμη χρονική συγκυρία, δεν είναι μια ασυνείδητη απόφαση.

Οποιοδήποτε από τα σενάρια μπορεί να συνέβη, μπορεί για την ώρα να καταφέρνει να κρατήσει το κόμμα σχετικά κοντά στην γραμή επιβίωσης επικοινωνιακά, δηλαδή να μπορεί να παίξει και αυτό παιχνίδι κάνοντας λόγο για “σοβαρότητα” στα αστικά μέσα ενημέρωσης. Όμως κατά την δική μου εκτίμηση δεν θα μεταφραστεί ούτε εκλογικά (αντιθέτως), αφού στα μάτια των πλείστων ψηφορόρων και της βάσης του η κίνηση του κόμματος να αφήσει τις τύχες των περιουσιών δείχνει απλά αδυναμία να υψώσει δικές του πολιτικές και να τις υπερασπισθεί με σθένος, μένοντας σε ρόλο κομπάρσου και σπασμωδικής αντιπαράθεσης. Επίσης, ο πολιτικός αντίπαλος τεστάρωντας ουσιαστικά τις δυνάμεις του έναντι της κοινωνίας, δείχνει δυνατότερος από ποτέ αφού κάνει παιχνίδι μόνος.

Αποτέλεσμα αυτού που συνέβη στις 6 στου Σεπτέμβρη, θα είναι περισσότερη απογοήτευση και ενίσχυση της αντίληψης της δεξιάς, ότι δηλαδή το ΑΚΕΛ ενδιαφέρεται περισσότερο να παίξει πολιτικό παιχνίδι παρά να υπερασπιστεί με σθένος τα σοβαρά καθημερινά υπαρκτά υλικά προβλήματα μεγάλου μέρους των υποστηρικτών ή πιθανών υποστηρικτών του, των ανθρώπων που το απαρτίζουν. Ο Αναστασιάδης και το κόμμα του βγήκαν οι επικοινωνιακοί νικητές αυτής της εξέλιξης, κάτι που φαίνεται και από το γεγονός ότι μέλη και βουλευτές του ΑΚΕΛ βγήκαν στα μέσα ενημέρωσης και δικτύωσης για να “εξηγήσουν” στον κόσμο τι στο καλό έγινε. Οι τροπολογίες που κατέθεσαν, αν και είναι βελτιωτικές, εντούτοις είναι “λίγες” και δεν μπορεί να πείσει κανέναν η πολεμική οδός που επέλεξε το κόμμα δίνοντας στο χέρι του Αναστασιάδη ένα χαρτί γνωρίζοντας πως μπορεί να το κάνει ότι θέλει. Αυτό το είδος πολιτικής είναι κοντόφθαλμο, αναποτελεσματικό και δεν μπορεί να συνεχιστεί επ’ αόριστον, αφού τα προβλήματα που συσσωρεύονται και οι ολοένα και πιο οξυμένες αντιθέσεις θα αναγκάσουν αργά η γρήγορα ξεκάθαρες θέσεις και λύσεις. Λύσεις που θα πρέπει να εντάσσονται στα πλαίσια μιας συνολικής απάντησης στο κοινωνικό σύστημα και όχι επί μέρους “κλείσιμο τρυπών” που αργά η γρήγορα θα καταρρεύσουν τον τοίχο. Λύσεις που θα πρέπει να αντιλαμβάνονται ότι το οικονομικό έχει άμεση σχέση και με το πολιτικό ζήτημα και την λύση του Κυπριακού.

Είναι μήπως ώρα το κόμμα της αριστεράς που εκπροσωπεί ιστορικά τον κύριο κορμό της οργανωμένης εργατικής τάξης της χώρας, να αρχίσει να χαράσσει αυτοτελή ταξική πολιτική – αφού παραδέχεται ότι το πρόβλημα είναι του καπιταλισμού και ταξικής φύσεως – έναντι των επικοινωνιακών τεχνασμάτων; Θεωρεί ότι με το να κάνει την πολιτική του ”νούσιμου αριστερού” και να δίνει συνεχώς εξετάσεις πότε στην μια μερίδα της αστικής τάξης της χώρας και πότε στην άλλη ότι θα καταφέρει να επιβιώσει πολιτικά; Ειδώμεν…

Be first to comment