Τόμας Μορ – Ένας “κομμουνιστής” στην αυλή του Ερρίκου Η’

Ο όρος “Ουτοπία” είναι γνωστός στους περισσότερους, λιγότερο όμως και ο δημιουργός του, ο φιλόσοφος και νομικός Τόμας Μορ, που γεννήθηκε σαν σήμερα το 1478. Ο Μορ, εκτός από συγγραφέας του ομώνυμου έργου, υπήρξε και σημαντικός πολιτικός άνδρας της εποχής του, που διέπρεψε στο πλευρό του βασιλιά Ερρίκου Η’, για να συγκρουστεί αργότερα μαζί του, μη διστάζοντας να πεθάνει για τις πεποιθήσεις του. Γιος δικαστή, πραγματοποίησε αρχικά κλασικές σπουδές στο πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, ενώ αργότερα σπούδασε νομική στο Λονδίνο. Ασχολούμενος με τη δικηγορία από το 1501, μέσα στα επόμενα χρόνια έγινε μέλος του Κοινοβουλίου και αναρριχήθηκε σε σειρά δικαστικών και διοικητικών αξιωμάτων, με κορυφαίο εκείνο του αρχικαγκελαρίου, στο οποίο αναδείχθηκε το 1529, αποτελώντας έναν από τους στενότερους συμβούλους του βασιλιά Ερρίκου Η’. Για ένα διάστημα υπήρξε δόκιμος σε μοναστήρι, ωστόσο αποφάσισε ότι η ασκητική ζωή δεν του ταιριάζε και πραγματοποίησε δύο γάμους, αποκτώντας τέσσερα παιδιά με την πρώτη σύζυγό του, την οποία έχασε μετά από έξι χρόνια γάμου, και μια θετή κόρη από τον πρώτο γάμο της δεύτερης γυναίκας του.

Είχε συγγραφική δραστηριότητα σε διάφορα είδη, από έργα θρησκευτικής πολεμικής μέχρι ποίηση, ωστόσο το έργο που καθιέρωσε την υστεροφημία του ανά τους αιώνες δεν είναι άλλο από την “Ουτοπία” (Utopia), την οποία αρχικά σκόπευε να ονομάσει με το λατινικό όρο “Nusquam”, δηλαδή “πουθενά”, ωστόσο με παρέμβαση του στενού του φίλου κι ανθρωπιστή λόγιου Έρασμου, το βιβλίο πήρε τον τίτλο που όλοι γνωρίζουμε από τα συνθετικά “ού” και “τόπος”, για την ακρίβεια λεγόταν” De optimo statu rei publicae deque nova insula Utopia” (Περί της βέλτιστης πολιτείας και περί της νέας νήσου Ουτοπίας” . Στο βιβλίο ο Μορ, εμπνευόμενος από την πλατωνική “Πολιτεία”, αλλά και από την περίοδό του στο μοναστήρι, προτείνει μια μορφή κομμουνιστικής κοινωνίας στο ομώνυμο νησί, στην οποία έχει καταργηθεί η ατομική ιδιοκτησία, καθώς η γη ανήκει σε όλους, και η εργάσιμη ημέρα περιορίζεται στις έξι ώρες, χωρίς όμως να υπάρχει ανοχή στην οκνηρία. Το όραμα του Μορ δεν ήταν απλώς μια διανοητική άσκηση, αλλά μια καταγγελία των κοινωνικών συνθηκών της εποχής του, τις οποίες ο ίδιος περιέγραφε ως “συνωμοσία των πλουσίων” οι οποίο χαρακτηρίζονται “άπληστοι, αδίστακτοι, άχρηστοι”. Οι ευγενείς κατηγορούνται ως κηφήνες που ζουν από τη δουλειά άλλων, ενώ οι χωρικοί εκδιώκονται από τα χωράφια τους για να ικανοποιηθούν οι αχόρταγες βλέψεις των αφεντικών τους. Ακόμα και οι μονάρχες δε θα έπρεπε να διαθέτουν πάνω από χίλιες λίβρες χρυσού, ενώ θεωρούσε ότι η καταλληλότερη χρήση των πολύτιμων μετάλλων ήταν η μετατροπή τους σε δοχεία νυχτός. Ο πόλεμος θα καταργούνταν μέσω της διάλυσης του στρατού, ενώ θα υπήρχε πρόσβαση στην παιδεία και στην υγεία για όλους, όπως και καθολικό δικαίωμα ψηφοφορίας. Αν και δικηγόρος ο ίδιος, ευαγγελιζόταν ότι στην ιδανική κοινωνία της Ουτοπίας η παρουσία τους θα ήταν περιττή. Τα ηθικά πρότυπα της Ουτοπίας ήταν σε γενικές γραμμές αυστηρά και απαρέγκλιτα, όπως φαίνεται από την πρόβλεψη για κατάργηση μπιραριών και πορνείων, καθώς και η μετατροπή των μοιχών σε σκλάβους. Από την άλλη ωστόσο, στην Ουτοπία οι υποψήφιοι σύζυγοι και των δύο φύλων είχαν το δικαίωμα να δουν τους επίδοξους συντρόφους τους γυμνούς πριν το γάμο, μέτρο που σαφώς αντιστρατευόταν την απόλυτη σεξουαλική αυστηρότητα του καιρού του. Για τη θέση της γυναίκας υπήρχαν αντιφατικές προβλέψεις, διότι από τη μια τους χορηγούνταν δικαιώματα όπως εκείνο της χειροτονίας, από την άλλη όφειλαν σε συγκεκριμένες εορταστικές ημέρες να πέφτουν στα γόνατα των συζύγων τους για να απολογηθούν για τυχόν πλημμελή φροντίδα του νοικοκυριού τους.


Εξώφυλλο της Ουτοπίας, από έκδοση του 1563

Αν κι ο Μορ συγγραφικά υποστήριζε την ανεξιθρησκεία, έστω υπό όρους, στα πολιτικά και θρησκευτικά του καθήκοντα υπήρξε από τους πιο απηνείς διώκτες των αιρετικών, όπως θεωρούνταν τότε οι οπαδοί των νεοεμφανιζόμενων ιδεών της λουθηρανικής Μεταρρύθμισης. Πεδίο δράσης του υπήρξε κυρίως η λογοκρισία κατά προτεσταντικών εντύπων, περιλαμβανομένης της καύσης αυτών, αλλά και συλλήψεις ατόμων ύποπτων για προτεσταντικές συμπάθειες, κάποιοι εκ των οποίων κατέληξαν στην πυρά. Η φλογερή του πίστη στον καθολικισμό τον οδήγησε το 1532 στην παραίτησή του από το αξίωμα του αρχικαγκελαρίου, καθώς διαφωνούσε με την πολιτική του βασιλιά, ο οποίος είχε έρθει σε ρήξη με τον πάπα της Ρώμης, αυτοαναγορευόμενος σε επικεφαλής της Αγγλικανικής Εκκλησίας, όπως ονομάστηκε έκτοτε. Τα επόμενα χρόνια η επίμονη άρνησή του να δώσει όρκο πίστης στο βασιλιά ως θρησκευτικό ηγέτη, αλλά και να αναγνωρίσει τη νομιμότητα του γάμου του Ερρίκου με την Άννα Μπολεϋν (που υπήρξε και η αφορμή για τη δημιουργία της αγγλικανικής εκκλησίας, όταν ο πάπας αρνήθηκε να ακυρώσει το γάμο του βασιλιά με την πρώτη σύζυγο, Αικατερίνη της Αραγωνίας), οδήγησαν τελικά στη δίκη του για εσχάτη προδοσία και την εκτέλεσή του δι’αποκεφαλισμού τον Ιούλη του 1535. Αναφέρεται ότι τα τελευταία του λόγια ήταν πως πέθαινε ως “καλός υπηρέτης του βασιλιά και πρώτος του Κυρίου”. Ο Έρασμος, με όλη την κριτική που του είχε ασκήσει κατά καιρούς για την σκληρή του στάση απέναντι στο λουθηρανισμό, τον απεκάλεσε στο άκουσμα του θανάτου του “omnium horarum homum”, δηλαδή άνθρωπο όλων των εποχών. To 1935 ανακηρύχθηκε άγιος της Καθολικής Εκκλησίας. Η μορφή και η σκέψη του Μορ, με τους αναπόφευκτους περιορισμούς και αντιφάσεις που υπαγόρευαν τόσο η κοινωνική του θέση όσο και οι συνθήκες της εποχής, άσκησαν από νωρίς γοητεία στο κομμουνιστικό κίνημα. Ο Ένγκελς για παράδειγμα, στις προπαρασκευαστικές του σημειώσεις για το έργο “Αντι-Ντύρινγκ”, αναφέρεται ως εξής στον Άγγλο στοχαστή: “Ως τώρα, βία-από εδώ και στο εξής, κοινωνικότητα. Ένας καθαρά ευσεβής πόθος, το αίτημα για “δικαιοσύνη”. Ο Μορ το απαίτησε πριν 360 χρόνια κι ακόμα να πραγματοποιηθεί. Ο Καρλ Κάουτσκυ, δεκαετίες πριν τη ρήξη του με το μαρξισμό, το 1888, αφιέρωσε ολόκληρο βιβλίο στο Μορ, με τίτλο “Ο Τόμας Μορ και η Ουτοπία του”. Η σημαντικότερη αναγνώριση ωστόσο ήλθε από τον ίδιο το Λένιν, ο οποίος συμπεριέλαβε τον Τόμας Μορ μεταξύ των 18 ονομάτων του λεγόμενου “Οβελίσκου των Επαναστατών Στοχαστών”, που ανεγέρθηκε στο πάρκο Αλεξανδρόφσκυ του Κρεμλίνου το 1918, ως φόρος τιμής σε στοχαστές “που προώθησαν την απελευθέρωση της ανθρωπότητας από την καταπίεση, την αυθαιρεσία και την εκμετάλλευση”. Ήταν το πρώτο μνημειακό γλυπτό της νεαρής τότε σοβιετικής εξουσίας, το οποίο απομακρύνθηκε το 2013 για να αντικατασταθεί από αντίγραφο του αρχικού μνημείου, που είχε ανεγερθεί το 1914 και ήταν αφιερωμένο στη δυναστεία των Ρομανώφ.

Πηγή: Κατιούσα

Weapons of Class Destruction (WCD)

WCD - (όπλα για την καταστροφή των τάξεων) παραδοσιακοί και κανούργοι τρόποι αποδόμησης του κόσμου του κεφαλαίου και των μορφών εκμεταλλευσης και εξουσίας που δημιουργά και αναπαράγει

Be first to comment