Φιλελεύθεροι, Εθνικιστές και Δικτατορίες: ρομαντικές ιστορίες made in capitalism.

Συχνά ακούμε για πολιτικές συνεργασίες σοσιαλιστών, κομμουνιστών, φιλελευθέρων κα αριστερών με την ευρύτερη έννοια για τον κοινό εχθρό: τον μπαμπούλα του εθνικισμού και τους τραμπούκους τους. Στο πρόσφατο παρελθόν, έχω γράψει για τις συγκλίσεις μεταξύ των φιλελεύθερων και εθνικιστών (βεβαίως, δεν είναι το ίδιο πράγμα και εξηγούμε σε αρκετές περιπτώσεις τις συγκλίσεις,  και τις διαφορές), όπως και άλλοι αρθρογράφοι στην Αγκάρρα, αλλά και αλλού.

Φυσικά, δεν προτίθεμαι να σπαταλήσω πολύ χρόνο στο τι σημαίνει εθνικισμός αφού απορρέει από τα προηγούμενα μου γραπτά, αλλά απλώς να αναγνωρίσω συνοπτικά την μεγάλη διαφορά μεταξύ πατριωτισμού στον λεγόμενο «τρίτο κόσμο» και χώρες της περιφέρεια κυρίως του καπιταλισμού και τον εθνικισμό έτσι όπως εκφράζεται στις ανεπτυγμένες χώρες του καπιταλισμού. Ο πατριωτισμός ο οποίος ήταν ένα εννοιολογικό εργαλείο για τις επαναστάσεις στην Λατινική Αμερική αλλά και στην Αφρική στα μέσα του προηγούμενου αιώνα και μπρος. Ο πατριωτισμός είναι ένας διαδικαστικός σχηματισμός που έχει στόχο εν τέλει τη λαοκρατία και που καμιά σχέση δεν έχει με τον ουσιοκρατικό εθνικισμό ο οποίος προβάλλει το έθνος σαν μια μεταφυσική έννοια.

Μιλώντας λοιπόν για την περίπτωση της Κύπρου, ιστορικά, οι φιλελεύθεροι γνωρίζοντας ότι η λύση και η επανένωση του νησιού περνάει από την Αριστερά αποφάσισαν να παίξουν το πολιτικό τους παιχνίδι πολύ κοντά σ’ αυτήν. Βέβαια, για αυτή τους την υποστήριξη θα ήθελαν και ανταλλάγματα: την αναγνώριση του εθνικισμού σαν αυτονομημένου πολιτικού ρεύματος από τον καπιταλισμό και φυσικά την πάταξη του ταξικού λόγου προς μια πιο ήπια γλώσσα μεταρρύθμισης και διαχείρισης του καπιταλισμού από την Αριστερά. Δεν θα κρίνω τις αποφάσεις και του Κόμματος και των κινημάτων της Αριστεράς για αυτή την συνεργασία χρόνων, αν απόδωσε και ποια ήταν τα οφέλη από αυτή την προσέγγιση. Θα σταθώ μόνο στα ανταλλάγματα που ζητούν οι φιλελεύθεροι με σκοπό την πολιτική συνεργασία σε ένα ευρύτερο λεγόμενο «αντι-εθνικιστικό» μέτωπο.

Αυτό το μέτωπο θεωρώ πως δεν υπάρχει και ούτε πρόκειται να βοηθήσει το εργατικό κίνημα στο παρόν στάδιο διότι η επικείμενη επίθεση του κεφαλαίου ωθεί τους φιλελεύθερους περισσότερο στους εθνικιστές με σκοπό να κάμψουν την αντίσταση της εργατικής λαϊκής πάλης. Και εξηγούμαι στα σύντομα με λίγα ιστορικά παραδείγματα:

Χιλή. Δεν είναι λίγο το μελάνι που χύθηκε για να περιγράψει το απόλυτο πειραματικό μοντέλο φιλελευθερισμού. Για την συνεργασία φιλελευθέρων και του αιμοσταγούς δικτάτορα Πινοσέτ. Σε ένα άρθρο του Γκάρυ Μπέκερ (Αμερικανός οικονομολόγος, Παν. του Σικάγο) με τον τίτλο «Τι χρωστάει η Λατινική Αμερική στα παιδιά της Σχολής του Σικάγο» λεέι,

«Εκ των υστέρων κρίνοντας, την προθυμία τους να συνεργαστούν με ένα σκληρό δικτάτορα και να αρχίσει μια διαφορετική οικονομική προσέγγιση ήταν ένα από τα καλύτερα πράγματα που συνέβησαν στη Χιλή […] από την Χιλή και την Αργεντινή ακολούθησαν πολιτικές της ελεύθερης αγορά και το Μεξικό, το Περού, τη Βολιβία και την Κολομβία.»

Εκ των υστέρων κρίνοντας, την προθυμία τους να συνεργαστούν με ένα σκληρό δικτάτορα και να αρχίσει μια διαφορετική οικονομική προσέγγιση ήταν ένα από τα καλύτερα πράγματα που συνέβησαν στη Χιλή

Σημειωτέο είναι το γεγονός ότι σε όλες τις προαναφερθέντες χώρες, είτε υπάρχουν εσωτερικές συγκρούσεις μέχρι σήμερα, είτε έχουν ακολουθήσει τον δρόμο της Βολιβαριανής Επανάστασης. Φυσικά αυτή η παραδοχή δεν έρχεται σαν έκπληξη σε κανένα, αφού είναι γνωστό ότι πολλοί ακαδημαϊκοί της σχολής του Σικάγο στήριξαν και πολιτικά και παντοιοτρόπως το καθεστώς Πινοσέτ. Είναι πολύ γνωστή και η συνομιλία μεταξύ της Θάτσερ και του μέντορά της (σύμφωνα με την ίδια), ο οποίος δεν έκρυψε την ικανοποίησή του για το «οικονομικό θαύμα» της Χιλής με την Θάτσερ να του υπενθυμίζει ότι σε δημοκρατίες αυτά τα μέτρα είναι αδύνατον να παρθούν.

Γκάνα. Ένα όνομα τεράστιο και βαρύ στην ιστορία της Γκάνας και της Αφρικής συνολικά είναι ο Kwame Nkrumah. Η στρατηγική διαφόρων σοσιαλιστών ηγετών την εποχή εκείνη, ήταν τα διάφορα έργα υποδομών στις αγροτικές και φεουδαρχικές πρώην αποικίες με σκοπό την βιομηχανοποίηση σαν ολοκλήρωση της ανεξαρτησίας και τον τρόπο απεξάρτησης από τους Ιμπεριαλιστές. Η CIA δεν μπορούσε να λείπει ούτε από αυτό το πραξικόπημα και δολοφονία λαϊκού ηγέτη, λόγω της σοσιαλιστικής του αντίληψης (παρά το γεγονός ότι επέλεξε τον δρόμο των αδεσμεύτων) και της «αντί-δυτικής» του ρητορείας. Στις 24 Φεβρουαρίου του 1966, ενώ βρισκόταν σε επίσημη επίσκεψη στο Βιετνάμ, η κυβέρνησή του ανατράπηκε με στρατιωτικό πραξικόπημα. Η αποσταθεροποίηση της πολιτικής ζωής της Γκάνας διήρκησε περίπου μια 15ετία στο τέλος της οποίας αναδείχτηκε στην εξουσία ο στρατιωτικός Jerry John Rawlings ξανά μετά από πραξικόπημα (ο οποίος «έκατσε» στην ηγεσία της χώρας για 12 ολόκληρα χρόνια πρίν κάνει εκλογές και «εξελεγεί» πρόεδρος για ακόμη 8), με οικονομικό πρόγραμμα την αναδιάρθρωση του καπιταλισμού μέσω των Structural Adjustmet Programs (πρόγραμματα διαρθρωτικών προσαρμογών), προσφορά φυσικά του ΔΝΤ με ότι αυτό συνεπάγεται.

Ουκρανία. Για την Ουκρανία έχουμε πει πολλά, και τα γεγονότα που εξελίσσονται τώρα είναι τόσο ραγδαία που ότι και να πούμε είναι λίγο. Πόσοι και πόσοι ‘’δημοκράτες’’ μιλούσαν και μιλάνε ακόμη για επανάσταση του Μέινταν, δημοκρατικές αλλαγές στην χώρα, η ορθάνοικτη στήριξη του αποδεδειγμένα φασιστικού καθεστώτος και των κομματιών του από την ΕΕ, τις ΗΠΑ, το ΝΑΤΟ κ.α.

«ενώ ο Ινδουιστικός Εθνικισμός (Hindutva) ζητεί την εξατομίκευση, ενωμένη σαν ένα Ινδουιστικό κοινωνικό σώμα, ο νεοφιλελευθερισμός επιδιώκει άτομα που να ανταγωνίζονται ένας προς ένα με τους όρους της αγοράς»

Ινδία. Σε ένα ενδιαφέρον άρθρο του με τίτλο «Νεοφιλελευθερισμός και Hindutva – Φασισμός, Ελεύθερη Αγορά και η αναδιάρθρωση του Ινδικού Καπιταλισμού», ο   Shankar Gopalakrishnan αναγνώρισε «κατά την διάρκεια των δεκαετιών 1980 και 1990 μια παράλληλη άνοδο δύο αντιδραστικών πολιτικό-οικονομικών ρευμάτων και κατ’ επέκταση σχηματισμών, τον Ινδουιστικό Εθνικισμό και τον Νεοφιλελευθερισμό, οι οποίοι μοιράζονται από τότε την εξουσία στην Ινδία.» Τέτοιος συνδυασμός, σύμφωνα με τον  Gopalakrishnan «δεν είναι ασυνήθιστος αφού ο νεοφιλελευθερισμός για την εφαρμογή του έχε συνάψει συμφωνίες με αντιδραστικά καθεστώτα και εθνικιστικές δικτατορίες στη Λατινική Αμερική αλλά και φιλελεύθερες δημοκρατίες με έντονα ρατσιστικά και σοβινιστικά στοιχεία όπως της Θάτσερ και του Ρήγκαν σε Αγγλία και Αμερική αντίστοιχα.» Σκιαγραφώντας την ανατομία του φαινομένου αυτού ο Gopalakrishnan  ισχυρίζεται ότι «ενώ ο Ινδουιστικός Εθνικισμός (Hindutva) ζητεί την (μπολιασμένη με μικροαστικό ιδεαλισμό) εξατομίκευση, ενωμένη σαν ένα Ινδουιστικό κοινωνικό σώμα, ο νεοφιλελευθερισμός επιδιώκει άτομα που να ανταγωνίζονται ένας προς ένα με τους όρους της αγοράς» αντιτιθέμενα στα κοινωνικά κινήματα τα οποία πολιτικοποιούνταν σε ταξικές (περιφερειακά, μέσα από κάστες και επαγγελματικές) γραμμές.

Με μπόλικη δημιουργία προσωπικότητας από τα ΜΜΕ, ένας από τους πιο αυταρχικούς νεοφιλελεύθερους ηγέτες σήμερα είναι ο Narendra Modi, ο ηγέτης του δεξιού κόμματος BJP και υποψήφιος για την προεδρία του Ινδικού κρατιδίου του Gujarat. Ο Modi ο οποίος θεωρείται από πολλούς σαν ο επικρατέστερος για την ηγεσία του δυτικού κρατιδίου, έχει καταφέρει να παντρέψει σε απόλυτο βαθμό την νεοφιλελεύθερη καπιταλιστική ορθόδοξη διαχείριση της οικονομίας με ένα είδος βίαιου φανατισμένου Ινδουιστικού εθνικισμού (Hindutva, με τις ρίζες αυτού του εθνικιστικού ρεύματος να διαφαίνονται από τα πρώτα χρόνια της Αγγλικής αποικιοκρατίας). Οι ακόλουθοί του αλλά και οι πολιτικοί του αντίπαλοι συμφωνούν σε ένα πράγμα: στην ικανότητά του να επιβάλλει της απόψεις του στους αντιπάλους. Αυτό οι ακόλουθοί του το ονομάζουν, μεγάλος ηγέτης, και οι αντίπαλοί του φασισμό. Παρά το γεγονός όμως ότι διάφοροι ψυχολόγοι έχουν προσπαθήσει να αναλύσουν την αυταρχική του προσωπικότητα, η γενική εξήγηση που αποδίδεται στον τρόπο άσκησης της πολιτικής του είναι  «αντιδραστικός αυταρχικός λαικισμός*» οδηγούμενος σε τέτοιου είδους πολιτική λόγω της απογοήτευσης που έφερε η αποτυχία της αναδιάρθρωσης του καπιταλισμού στην Ινδία.

 Ο ιστορικός αναθεωρητισμός και η δικαίωση των φασιστών ταγματασφαλιτών στην Ελλάδα ήρθε από φιλελεύθερους ιστορικούς όπως ο Στάθης Καλύβας και ο Ν. Μαραντζίδης, οι οποίοι υποστήριξαν μεταξύ άλλων ότι οι ταγματασφαλίτες συνεργάτες των ναζί ήταν απάντηση στην τρομοκρατία της Αριστεράς!

Τέλος, η εμπειρία και από την Ελληνική κατάσταση πραγμάτων τα τελευταία χρόνια, πέραν από τα μεγάλα σκάνδαλα (Μπαλτάκος), αποδεικνύει ότι αν και ο εθνικισμός έχει διαφορετικές εκφάνσεις σε κάθε χώρα που εμφανίζεται, εντούτοις είναι βαθιά ριζωμένος στα κοινωνικό-οικονομικά δεδομένα της κάθε κοινωνίας, κοινώς έχει άμεση σχέση με τον καπιταλισμό. Ας μην ξεχνάμε επίσης ότι ο ιστορικός αναθεωρητισμός και η δικαίωση των φασιστών ταγματασφαλιτών στην Ελλάδα ήρθε από φιλελεύθερους ιστορικούς όπως ο Στάθης Καλύβας και ο Ν. Μαραντζίδης, οι οποίοι υποστήριξαν μεταξύ άλλων ότι οι ταγματασφαλίτες συνεργάτες των ναζί ήταν απάντηση στην τρομοκρατία της Αριστεράς!

Για αυτό το λόγο, την επόμενη φορά που οι φιλελεύθεροι θα μιλήσουν για δικτατορίες, για άκρα και φασιστικές συμπεριφορές θα πρέπει να κοιταχτούν καλά στον καθρέφτη. Στην Κύπρο το ΕΛΑΜ πότε εμφανίστηκε, ποιοι ήταν οι χρηματοδότες του και από ποιες κομματικές νεολαίες απόσπασε οπαδούς και συνθήματα; Δεν έχουν περάσει πολλές μέρες από τις περίφημες δηλώσεις του προέδρου Αναστασιάδη για ελληνική ορθόδοξη παιδεία και τον διορισμό κατάλληλων υπουργών για το σκοπό αυτό, αλλά και τα «συμβολικά» σταυροκοπήματα με τον Αρχιεπίσκοπο και τις εικόνες της ορθοδοξίας σαν αρχηγός κράτους, με την εκκωφαντική σιωπή (ή την πολύ βραχνή και σχεδόν σιωπηρή διαμαρτυρία) των υποτιθέμενων αντί-εθνικιστών φιλελευθέρων. Κι ενώ την ίδια στιγμή, οι κομματικοί του Συναγερμού του κόμματος της υποτιθέμενης «προοδευτικής» φιλελεύθερης δεξιάς παρουσιάζονται και δοξολογούν έναν εγκληματία πολέμου και φασίστα, τον Χίτη Γρίβα Διγενή, ο οποίος «κατά σύμπτωση» είναι το είδωλο τον Ελαμιτών και λοιπών ακροδεξιών και νεοναζιστικών ομάδων. Κανένα επικοινωνιακό τρικ δεν μπορεί να κρύψει την σύγκλιση και ενίοτε συνεργασία εθνικιστών και φιλελεύθερων, η ιστορία είναι εκεί και δεν αλλάζει διότι είναι βαθιά ριζωμένη στη λαϊκή μνήμη.

Όσο για την Αριστερά, το κόμμα και τις λαϊκές οργανώσεις της, αλλά και τα κινήματα, θα πρέπει να προσέξουν ιδιαιτέρως τι συμμαχίες μπορεί να συνάψουν και με ποιους όρους, με στόχο πάντα τα συμφέροντα της εργατικής τάξης και συνεπώς της αυτοτέλειάς της στην πολιτική σκηνή του τόπου.

Και τα δύο ιδεολογικά ρεύματα μέσω των πολιτικών τους σχηματισμών ακολουθούν υπερταξικές, αντι-ιστορικές προσεγγίσεις, οι μεν για ένα μεταφυσικό έθνος και οι δε για τη μεταφυσική έννοια των αγορών.

Τα παραδείγματα είναι τόσα πολλά που πλέον μπορούμε να μιλάμε για κανόνα. Τα έχουμε αναρτήσει εκτενώς εδώ . Οι πολιτικοί απόγονοι των καπιταλιστών καταπιεστών και οι απολογητές τους προσπαθούν να μας πείσουν σήμερα, με τις ευλογίες των κυρίαρχων ΜΜΕ και τις άκρες που έχουν στα ανώτερα στρώματα , ότι όποιος κάνει ταξική πολιτική θα πρέπει να θεωρείται παρωχημένος και δογματικός. Και τα δύο ιδεολογικά ρεύματα μέσω των πολιτικών τους σχηματισμών ακολουθούν υπερταξικές, αντι-ιστορικές προσεγγίσεις, οι μεν για ένα μεταφυσικό έθνος και οι δε για τη μεταφυσική έννοια των αγορών. Επομένως, είναι αντιληπτό το γεγονός ότι και στις δύο περιπτώσεις ότι αυτό που μπορεί να συγκλίσει και τους δύο πολιτικούς χώρους είναι η εναντίωσή τους στη ταξική προσέγγιση στα κοινωνικά ζητήματα.

Η εθνικιστική ιδεολογία, γεννημένη από την αστική τάξη για να εκφράσει τα ταξικά της συμφέροντα, τα οποία πρόβαλλε σαν γενικά συμφέροντα της κοινωνίας μέσω του ‘’έθνους’’, αποτελεί σήμερα όχι μια προοδευτική ιδεολογία που πάει την ιστορία μπροστά όπως την περίοδο της Γαλλικής Επανάστασης, αλλά μια αντιδραστική, οπισθοδρομική ιδεολογία που συσκοτίζει τις ταξικές διαφορές προτάσσοντας μια ψευδή ενότητα ‘’υπεράνω’’ ιδεολογιών, τάξεων κτλ. Με αυτό τον τρόπο συσκοτίζεται η ύπαρξη των τάξεων σαν των βασικών αντιθέσεων στην κοινωνία και θεωρείται ότι όλος ο πληθυσμός έχει κοινά συμφέροντα. Ο κοσμοπολιτισμός της αστικής τάξης, που ενίοτε προβάλλεται σαν σούπερ αντί-εθνικισμός, είναι η άλλη πλευρά της αντιδραστικής-οπισθοδρομικής ιδεολογίας με την οποία η αστική τάξη υπερασπίζεται τα συμφέροντα της, παρουσιάζοντας τα σαν κοινά για όλη την κοινωνία. Συχνά, ο κοσμοπολιτισμός των αστών παίρνει την θέση του εθνικισμού του άλλου, των ιμπεριαλιστικών οργανισμών ή κρατών με τα οποία συμμαχεί για την εξυπηρετήσει των συμφερόντων της (ΕΕ, ΝΑΤΟ κτλ). Με αυτό τον τρόπο προβάλλει  και πάλι μια ψευδής κοινή ταυτότητα συμφερόντων, τάχα υπερταξική.

Η ταξική πολιτική του προλεταριακού Διεθνισμού παλεύει για την ταξική προσέγγιση και την αντιμετώπιση κοινών προβλημάτων των εργαζομένων ανεξαρτήτως εθνικότητας, θρησκείας, σεξουαλικού προσανατολισμού και άλλων ταυτοτήτων.

Η απάντηση της εργατικής τάξης στα δύο αυτά αστικά ιδεολογήματα είναι ο Διεθνισμός. Ο προλεταριακός Διεθνισμός της εργατικής τάξης δεν έχει καμιά σχέση με τον κοσμοπολιτισμό που προτάσσει το κεφάλαιο, ούτε με το μίσος που προτάσσει ο εθνικισμός. Παλεύει για την ταξική προσέγγιση και την αντιμετώπιση κοινών προβλημάτων των εργαζομένων ανεξαρτήτως εθνικότητας, θρησκείας, σεξουαλικού προσανατολισμού και άλλων ταυτοτήτων. Η προσέγγιση του εθνικισμού να προτάσσει το έθνος σαν μεταφυσική έννοια για συσκότιση των ταξικών αντιθέσεων και του κοσμοπολιτισμού για ανταγωνισμό και δημιουργία ταυτοτήτων μέσα στα πλαίσια της αγοράς (και όλες οι ταυτότητες μεσα σε μια ενιαία, αυτή του «Ευρωπαίου πολίτη», με ότι αυτό συνεπάγεται) για τους φιλελεύθερους, δείχνει ότι είναι και οι δύο έτη φωτός από την πραγματικότητα επί του εδάφους  και δηλητηριάζουν το εργατικό κίνημα με σκοπό τον κατακερματισμό του.

Όπως έλεγε ο Λένιν: «Ο αναπτυσσόμενος καπιταλισμός γνωρίζει δυο ιστορικές τάσεις στο εθνικό ζήτημα. Η πρώτη είναι το ξύπνημα της εθνικής ζωής και των εθνικών κινημάτων, η πάλη ενάντια σε κάθε εθνικό ζυγό και η δημιουργία εθνικών κρατών. Η δεύτερη είναι η ανάπτυξη και η επιταχυνόμενη σύσφιξη των κάθε λογής σχέσεων ανάμεσα στα έθνη, το σπάσιμο των εθνικών φραγμών, η δημιουργία της διεθνούς ενότητας του κεφαλαίου, της οικονομικής ζωής γενικά, της πολιτικής, της επιστήμης κλπ. Κι οι δυο τάσεις αποτελούν παγκόσμιο νόμο του καπιταλισμού.»

Συνεπώς, κλείνοντας θα τολμήσω να ισχυριστώ ότι αυτό που διακυβεύεται σήμερα, είναι η διαφύλαξη αυτής της ταξικής πολιτικής, για αντιμετώπιση της πραγματικότητας επί του εδάφους σύμφωνα με τις υλικές πραγματικότητες. Για αυτό το λόγο κόπτονται οι φιλελεύθεροι για το που βαδίζει η Αριστερά και οι συνοδοιπόροι της, επειδή βλέπουν τον ταξικό λόγο, παρά τις δυσκολίες να είναι εκεί και να ξανα αναδύεται σιγά σιγά. Όλοι οι οργανισμοί , σύλλογοι και σύνδεσμοι, τα ενημερωτικά ιστολόγια και οι προσωπικότητες οι οποίες θέλουν να λένε ότι εκπροσωπούν Αριστερές ιδέες και ότι είναι με τη μεριά του λαού, οφείλουν να υπερασπιστούν τους εκφραστές αυτή της ταξικής πολιτικής ασχέτως επιμέρους διαφωνιών.

Αυτό που διακυβεύεται σήμερα, είναι η διαφύλαξη αυτής της ταξικής πολιτικής…

Αυτό ενδέχεται να δημιουργήσει και μια πολυεπίπεδη νέα οικολογία της Αριστεράς, μέσα από την οποία θα μπορούν όλοι όσοι συμμετέχουν (λαϊκές οργανώσεις, κόμματα, συλλογικότητες) να κριτικάρουν και να επιχειρηματολογήσουν μέσα στο κίνημα με ειλικρίνεια, με βάση τα συμφέροντα των εργαζομένων και όχι το πώς να ξεμπλοκάρει η κερδοφορία της καπιταλιστικής βαρβαρότητας ή πως εκφράζονται οι διάφορες ταυτότητες στα πλαίσια αυτά. Οτιδήποτε άλλο είναι οπορτουνισμός του χειρίστου είδους και σφετερισμός της κληρονομιάς και της προσφοράς της Αριστεράς και των Κομμουνιστών στην Κύπρο και την ανθρωπότητα.

*Λαϊκισμός με την έννοια της υπέρ-απλούστευσης σύνθετων και πολλές φορές αντικρουόμενων πολιτικών με σκοπό την άντληση λαϊκής νομιμοποίησης.

Weapons of Class Destruction (WCD)

WCD - (όπλα για την καταστροφή των τάξεων) παραδοσιακοί και κανούργοι τρόποι αποδόμησης του κόσμου του κεφαλαίου και των μορφών εκμεταλλευσης και εξουσίας που δημιουργά και αναπαράγει

1 Comment

Leave a Reply