Χαράλαμπος Δημοσθένους: Η διαλεκτική του διαλεκτικού μας ποιητή

 

Γράφει: Ο Πυγμάχος

———-

Στο εισαγωγικό του μάθημα για τον Αριστοτέλη, ο φιλόσοφος Μάρτιν Χάιντεγκερ  έκρινε σκόπιμη την εξής αναφορά σχετικά με την βιογραφία του φιλόσοφου από τα Στάγειρα: «Ο Αριστοτέλης γεννήθηκε, εργάστηκε και πέθανε». Αυτό που επεδίωξε ο Γερμανός στοχαστής με την συμπυκνωμένη του αναφορά, ήταν να αναδείξει την ασημαντότητα και την αδιαφορία που έχει για τους άλλους ανθρώπους η ζωή του φιλοσόφου ή οποιουδήποτε άλλου δημιουργού -ανεξαρτήτως χώρου δράσης- σε σχέση με το έργο που αυτός παράγει. Η συνειδητή προσπάθεια διαχωρισμού του βίου με το έργο του δημιουργού, οφείλεται εν πολλοίς ή/και ενδεχομένως αποκλειστικά, στο γεγονός ότι η ίδια η φιλοσοφική σκέψη του Χάιντεγκερ απετέλεσε μια από τις θεωρητικές ναυαρχίδες του εθνικοσοσιαλισμού αναφορικά με την ανωτερότητα του Γερμανικού λαού και την δυνατότητα μετάβασης του «εις άλλο γένος». Αυτό όμως που θα μας απασχολήσει εδώ δεν είναι κατά πόσον η σκέψη του Χαιντεγκέρ και σε ποιο βαθμό συνέστησε ένα ευνοϊκό θεωρητικό υπόβαθρο για την στήριξη της ναζιστικής ιδεολογίας, αλλά η υπόθεση ότι έργο και βίος συνιστούν δυο μέρη μιας αδιάσπαστης ύπαρξης, όπως είναι ο δημιουργός, που διαιρείται μόνο για σκοπούς θεωρητικών τεχνασμάτων. Βάση αυτής της συλλογιστικής, η ζωή του λαϊκού μας ποιητή Χαράλαμπου Δημοσθένους δεν αποτελεί μια ξεχωριστή διάσταση από το έργο του και αντίστροφα, αλλά μάλλον αναφέρεται σε μια διαλεκτική σχέση που συμπεριέλαβε στοιχεία που συσχετιζόταν απρόσκοπτα μεταξύ τους όπως η ποίηση, η οργανοπαιξία, η αγροτική και η βυζαντινή ψαλμωδία.

Χαράλαμπος Δημοσθένους

Γεννήθηκε το 1917 στην Κοντέα και το επάγγελμα του ήταν γεωργός. Ασχολήθηκε με τη βυζαντινή μουσική αφού μέχρι και τα γεράματα του ήταν αριστερός ψάλτης, ενώ επίσης γνώριζε αρκετά όργανα όπως το πιδκιάβλι, το μαντολίνο, το βιολί και το ακορντεόν. Μολονότι η ιδιότητα που τον έκανε γνωστό στο κοινό ήταν αυτή του λαϊκού ποιητή, ή πιο ενδεικτικά του ποιητάρη, όπως χαρακτηριστικά ο τίτλος εκφέρεται στην Κύπρο, τα στοιχεία της μουσικής και της φύσης αλληλοδιαπλέκονται, αντιμάχονται και φιλιώνουν μέσα στο ποιητικό του έργο σαν μέρη ενός όλου που δεν νοούνται ανεξάρτητα από αυτό. Ενδεικτικό της πολυπραγμοσύνης που τον διακατείχε ήταν και η πολυποίκιλη θεματολογία με την οποία καταπιάστηκε στα έργα του όπως η Τουρκική εισβολή του 1974, ο έρωτας, η φυσιολατρία, η σάτιρα, τα διάφορα κοινωνικά ζητήματα και οι γραπτές αφιερώσεις σε προσφιλή του πρόσωπα και μεγάλες προσωπικότητες που σχετίστηκαν με το νησί μας (Λάκης Χαλκιάς, Μίκης Θεοδωράκης, Μάνος Χατζηδάκης κλπ).

Η ποίηση του Χαράλαμπου Δημοσθένους δεν αφορά μια ξεχωριστή πτυχή της ζωής του, καθώς βίος και ποίηση συνιστούν ένα ομοούσιο δίπολο, με τα στοιχεία της καθημερινότητας που τον περιέβαλλαν να εντοπίζονται με τη πρωτογενή μορφή τους και ακατέργαστα μέσα στο έργο του. Καθώς η συμβολική επιδεξιότητα συνιστά ίδιον των δημιουργών του καλλιτεχνικού κόσμου –ανεξαρτήτως διαβαθμίσεων της- στην περίπτωση του Δημοσθένους, ο συμβολισμός αντανακλά την άμεση σχέση του ανθρώπου με το χώμα, τη μουσική, τον έρωτα, την αδικία και τo αναπόδραστο καθεστώς της ανθρώπινης προσπάθειας για ελευθερία. Όντας άνθρωπος της γης,  συμβολισμός και ζωή απετέλεσαν ένα αδιαίρετο ζεύγος, με τις λέξεις των ποιημάτων του να αναβλύζουν κονιορτό και τον αγροτικό κάματο να είναι έμπλεος συμβολισμών. Παρά την στερεότυπη άποψη ότι ο δημιουργός εκφράζει την θέση του για τη ζωή μέσα από το έργο του, η εντύπωση συμβολισμών στην ίδια του την καθημερινότητα, ως μια διαδικασία απτού αισθητικού επαναπροσδιορισμού των στοιχείων του κόσμου, αποτελεί μια ιδιάζουσα στάση ζωής έναντι της οποίας ο Δημοσθένους αποκρίθηκε με συνέπεια ακόμα και στις ψυχοφθόρες  καταστάσεις τις οποίες βίωσε.

Ο μεγάλος πόνος από τον χαμό του γιού του Αντώνη κατά την εισβολή, νοηματοδότησε με συμβολικό τρόπο την πράξη του να φυτέψει ένα φοίνικα εις μνήμη του στα Μαντριά της Πάφου. Ο συμβολισμός που εμπεριέχεται στην επιλογή του συγκεκριμένου δέντρου, αφορά την διαλεκτική σχέση ανάμεσα στην θρησκευτική διδασκαλία, στην οποία όμως ο Δημοσθένους αρνείται την στατικότητα και την καθήλωση σε προκαθορισμένα θρησκευτικά σχήματα, και την φύση, ως μια ατελεύτητη διαδικασία θανάτου και ζωής. Αρχικά θρησκευτική, καθώς με την αναφορά του Ψαλμού 91 του προφήτου και Βασιλέως Δαυίδ της Παλαιάς Διαθήκης,  “δίκαιος ὡς φοῖνιξ ἀνθήσει, ὡσεὶ ἡ κέδρος ἡ ἐν τῷ Λιβάνῳ πληθυνθήσεται» κατά τη διαδικασία φυτέματος στο ντοκιμαντέρ των Πανίκου  Χρυσάνθου και Niazi Kizilgurek «Το τείχος μας», o Δημοσθένους αναγνωρίζει τα στοιχεία της ανθεκτικότητας και της αντοχής του φοίνικα στην καταστροφή, ως αντίστοιχα γνωρίσματα του δίκαιου ανθρώπου. Παράλληλα, η διαλεκτική προσέγγιση συμπεριλαμβάνει ως δεύτερο μέρος της την φυσική εξέλιξη, καθώς ο συμβολισμός του φοίνικα καταδεικνύει την ιδιότητα του να μην προσβάλλεται εύκολα από εξωγενείς παράγοντες, όπως για παράδειγμα η φωτιά. Ως εκ τούτου, ο θάνατος προσλαμβάνεται από τον Δημοσθένους ως ένα πρόσκαιρο συμβάν της συνεχούς κίνησης και αλλαγής της φύσης εντός της οποίας πάντα κάτι εξαφανίζεται και πάντα κάτι άλλο αναδύεται. Ενδεικτικότερο ποίημα αυτής της θεώρησης, βάση της οποίας ο ίδιος ψηλάφησε τον κόσμο, είναι το «Εννά ‘ρτει Τζιειν΄η μέρα».

Αφετηρία στο ποίημα έχουν οι περιγραφικές προσεγγίσεις του Δημοσθένους με τις οποίες αναδεικνύονται οι ομορφιές των κατεχόμενων τόπων. Η εκκλησία παρομοιάζεται με ένα άσπρο περιστέρι (στην μέση έσιει εκκλησίαν σαν το πεζούνιν τ΄άσπρον), ενώ η θάλασσα, το βουνό και το κάστρο της Κερύνειας αποτελούν πλαστουργήματα ενός δημιουργού που δεν λάθεψε κατά την διαδικασία δημιουργίας. Στο δεύτερο μέρος του ποιήματος, συσχετίζεται η αέναη διαδικασία της σύνθεσης και αποσύνθεσης της φύσης με τη θυσία του γιού του. Χαρακτηριστικό της ζωοφόρου προσέγγισης βάση της οποίας  ο Δημοσθένους περιεργάστηκε τον κόσμο, είναι ότι οι στίχοι για τον θάνατο του Αντώνη δεν αναλώνονται σ’ ένα αναπόδραστο μοιρολόι, αλλά τουναντίον ο θάνατος γίνεται αντιληπτός ως ένα αναγκαίο μέρος της συνέχισης και επαναδημιουργίας της ζωής (τα δάκρυα το γιαίμαν του να τό ‘βρουν τζιαι να σμίξουν, τζιαι φκιόρα που το σμίξιμο να πιούσιν τζιαι ν΄αννοίξουν). Στο τρίτο μέρος του ποιήματος, η αναμονή για την επιστροφή στα κατεχόμενα εδάφη, ως το τελικό-μέχρι το επόμενο- στάδιο της διαλεκτικής διαδικασίας, ενέχει και τα υπόλοιπα δύο χωρίς να τα απορρίπτει, αλλά θεωρώντας τα αναπόσπαστα μέρη μιας ενιαίας διαδικασίας. Η επιστροφή για τον Δημοσθένους δεν νοείται χωρίς την τήρηση των εθίμων και των παραδόσεων που τηρούνταν προ εισβολής (Να πάμε στη Τζιερύνειαν μας, στου Μόρφου, στο Βαρώσιν […] να πάρουμε τα τάματα, τις πίττες, το πεντάρτιν, πιστέψτε με αδέρκια μου, η μέρα τζιείν΄εννά ‘ρτει),  όμως υπό ένα νέο πρίσμα που συμπεριλαμβάνει δεδομένα και καταστάσεις όπως η αναμφισβήτητη ομορφιά των κατεχομένων, ο θάνατος του γιού του και ο άσβεστος πόθος για ελευθερία, στοιχεία που αντανακλούν τη διαδικασία σύμπλευσης των αντιθετικών στοιχείων που χαρακτηρίζει το έργο του.

Φύση-άνθρωπος, θάνατος-ζωή, σκλαβιά-ελευθερία είναι μερικά από τα αντίρροπα μέρη που χρησιμοποιεί ο Δημοσθένους προβάλλοντας το δικό του κοσμοείδωλο, ως δηλαδή μια συνύφανση γης και ουρανού. Ο Δημοσθένους, όντας άνθρωπος της γης, του κάματου και της καθημερινής γειτνίασης με τη φύση, υιοθετεί μια Ηρακλείτεια κοσμοθεωρία όπου σύμπασα η φύση αγκαλιάζει τη σύνθεση από την οποία παράγεται η αρμονία που χαρακτηρίζει το σύμπαν. Η διαλεκτική σχέση μεταξύ των αντιθέτων, ίδιον της ποιητικής γραφής του Δημοσθένους, θεωρεί απαραίτητη την σύγκρουση και την ένταση που προκαλείται ένεκα της διαφορετικότητας τους, αφού παρά την πρόσκαιρη αλληλοκαταστροφή τους η ενότητα συνιστά το αναμφίβολο επιστέγασμα αυτής της διαδικασίας (τζιαί να μυρίσ’ ο τάφος του με λευτεριάς αέρα-πιστέψτε με, αδέρκια μου, τζι αννά ‘ρτει τζειν΄η μέρα!).

Ο τρόπος του συνδιαλέγεσθαι και του συγγράφειν για τον Δημοσθένους, συνιστά ένα κοσμικό παιγνίδι στο οποίο συγχρωτίζονται γη και ουρανός, αγάπη και πόθος, σκλαβιά και ελευθερία και τα οποία συντίθενται, αποσυντίθενται και ανασυντίθενται με όρους εκκοσμικευμένου χρόνου. Θέλοντας να συμφιλιώσει τα αντιθετικά μέρη του κόσμου, τα όπλα της αμεσότητας που έχει ο διαλεκτικός του λόγος και των περιγραφικών του αναφορών σε σχέση με τη φύση και τα έθιμα, ακροβατεί ανάμεσα στο πριν και το τώρα προετοιμάζοντας παράλληλα το άλμα του για το αναπόφευκτο αύριο.

Ως εκ τούτου, η διαπάλη των αντιθέτων στο έργο του αποτινάζει κάθε απόπειρα ερμηνείας σε σχέση με ένα στεγανοποιημένο και μοιρολατρικό «Δεν Ξεχνώ», βάση του οποίου μια ολόκληρη εθνικιστική συλλογιστική στήριξε τις δημαγωγικές τις προσπάθειες ώστε να κατευθύνει στα δικά της κανάλια τη συλλογική σκέψη αναφορικά με τη λύση του Κυπριακού ζητήματος.

Δεν θα ήταν υπερβολή, παρά τις αντιφάσεις που ενδεχομένως να έχει η σύγκριση, ότι ο Δημοσθένους είναι ο Κύπριος Ζορμπάς, μια αρχετυπική μορφή αναδυόμενη από το χώμα που όμως χρησιμοποίησε την αξίνα και την πένα με την ίδια τραχύτητα και επιδεξιότητα. Οι βυζαντινοί ήχοι στο έργο του Δημοσθένους δεν ψέλνονται αποκλειστικά από τους ιερωμένους, αλλά και από τον Θεό Διόνυσο, του οποίου το κρασί ο ποιητής μετουσίωσε σε μελάνι αποτυπώνοντας στο χαρτί την αδιάλειπτη σύγκρουση και συμφιλίωση των αντιθέτων του κόσμου.

Εννα ΄ρτει τζιείν΄η μέρα

Στην όμορφην Τζερύνειαν μας έχω τζαι γιώ να ‘ρίσω τζι από τα βάθη της καρκιάς εννά της τραουδήσω: Στην μέσην έσιει εκκλησιάν σαν το πεζούνιν τ΄άσπρον η θάλασσα της, το βουνόν, λιμάνιν τζαι το κάστρον εν ζωγραφκιά που γίνηκεν που μάστρον δίχα λάθη τζαι τζείνη ζωγραφίστηκεν μες της καρκιάς τα βάθη. Στην ομορκιάν έν πλάσκεται στην πλάσην ούλλην άλλη τζι΄ότι βλαστά στο χώμαν της μπλέει στο φως, στα κάλλη.

Το χώμαν της επότισεν με γαίμαν ένας γιός μου να πάω εις τον τάφον του, χάρην Θεέ μου, δώς μου! Λάδιν, τζερίν στο μνήμαν του πρώτην φοράν να τ΄άψω με κλάμαν, κλάμαν του γονιού, με τζείνον να τον κλάψω! Τα δάκρυα το γαίμαν του, να τόβρουν τζαι να σμίξουν τζαι φκιόρα που το σμίξιμον να πιούσιν τζαι ν΄αννοίξουν τζαι να μυρίσ΄ ο τάφος του με λευτεριάς αέρα, πιστέψετε, αδέρκια μου, εννά ‘ρτει τζείνη ‘μέρα.

Να πάμε στη Τζιερύνειαν μας, στου Μόρφου, στο Βαρώσιν, να σσίσουμε την Μεσαρκάν, μετά στον Άι Δρόσην, εις το Καρπάσιν ύστερα τζιαι πιον ουλλ΄η παρέα να πάμε εις την χάρην του, του Αποστολ΄Αντρέα! Να πάρουμε τα τάματα, τες πίττες, το πεντάρτιν, πιστέψετε αδέρκια μου, η μέρα τζιείν΄ εννά ‘ρτει.

Απόστολε Αντρέα μας, κάμε τζι εσού το θάμα, που τους αγνοούμενους να πιάσουμε το γράμμα, το γράμμα τζιείνον της χαράς να δκιώξει πόνους, κλάμα! Εγιώ πιστεύκω, φίλε μου, εννά ΄ρτει τζειν΄η μέρα, να πάμεν ούλλοι έσσω μας με Λευτεριάς αέρα! Να πάμε εις τα σπίθκια μας, να ζιούμεν όπως πρώτα, να νοιώσουμε Λαμπρήν σαν πρίν, τα Γέννα τζιαι τα Φώτα.

Βιβλιογραφία

Χαράλαμπος Δημοσθένους: Ποιήματα και ποιητική αλληλογραφία Π. Λιασίδη-Χ. Δημοσθένους, Εκδόσεις Χρυσοπολίτισσα, 2013.
Χαράλαμπος Δημοσθένους: Ποιήματα, Εκδόσεις Χρυσοπολίτισσα, 1998.

Be first to comment