Domenico Losurdo – Στάλιν, ιστορία και κριτική ενός σκοτεινού θρύλου

D.Losurdo, Staline, histoire et critique d’une légende noire (σελ. 277-286)
5.4 Το «ουκρανικό ολοκαύτωμα» ως φαινόμενο ομόλογο τού εβραϊκού ολοκαυτώματος;
Μετάφραση, αρχική δημοσίευση: Waltendegewalt

Οι δύο αυτές εγκληματικές ιστορικές προσωπικότητες, συνδεδεμένες με εκλεκτικές συγγένειες, δημιουργούν δύο αρκετά όμοια μεταξύ τους σύμπαντα στρατοπέδων συγκέντρωσης: έτσι μεθοδεύεται η κατασκευή τής πολιτικής μυθολογίας που κυριαρχεί απόλυτα στις μέρες μας. Στην πραγματικότητα, αν και υπεύθυνη για την καθιέρωση αυτής τής προσέγγισης, η Άρεντ ακολουθεί μια, θα έλεγα, περισσότερο προβληματική επιχειρηματολογική γραμμή. Από τη μια μεριά, αναφέρεται, έστω και συνοπτικά, στις «ολοκληρωτικές μεθόδους», των οποίων πρόδρομος ήταν τα στρατόπεδα συγκέντρωσης που δημιούργησε η φιλελεύθερη Αγγλία για τον εγκλεισμό των Μπόερς ή, ακόμη, και τα «ολοκληρωτικά» στοιχεία που χαρακτήριζαν τα στρατόπεδα συγκέντρωσης που ιδρύθηκαν στη Γαλλία τής Τρίτης Δημοκρατίας «μετά τον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο». Από την άλλη, όμως, όταν η Άρεντ επιχειρεί, για πρώτη φορά, μια σύγκριση τής σταλινικής ΕΣΣΔ και τής χιτλερικής Γερμανίας, προβαίνει σε ορισμένες σημαντικές διαφοροποιήσεις: επιφυλάσσει τον όρο «στρατόπεδα συγκέντρωσης» μόνο για τη δεύτερη χώρα. Πέραν τούτου επισημαίνει ότι «στη Σοβιετική Ένωση, οι δεσμοφύλακες φαίνεται ότι δεν ανήκαν σε μια ειδικά εκπαιδευμένη για τη διάπραξη εγκλημάτων ελίτ (όπως, αντίθετα, συνέβαινε με τα Ες-Ες)». Όπως επιβεβαιώνει η ανάλυσή τής Άρεντ, βασισμένη στην τραγική προσωπική της εμπειρία από την επαφή της και με τα δύο «συγκεντρωτικά» σύμπαντα: «Στους Ρώσους ουδέποτε υπήρξε το παραμικρό ίχνος σαδισμού, σε αντίθεση με ό,τι συνέβαινε με τους Ναζί […]. Οι ρώσοι δεσμοφύλακές μας δεν ήταν σαδιστές, αλλά αξιοπρεπείς άνθρωποι που εφάρμοζαν πιστά τις απαιτήσεις τού απάνθρωπου αυτού συστήματος».[604] Σήμερα όμως, καθώς απουσιάζει από τον δημόσιο λόγο οποιαδήποτε αναφορά — έστω και αποσπασματική — στη φιλελεύθερη Δύση, όπως επίσης και κάθε αξιολόγηση και ανάλυση των διαφόρων μορφών τού «συγκεντρωτικού» σύμπαντος, το μόνο που φαίνεται να μας απασχολεί είναι η εξομοίωση των Γκουλάγκ με τα Κοντσεντρατσιόνσλαγκερ.

Με σκοπό να γίνει πειστικός ο ισχυρισμός αυτός, παρατηρείται καταρχάς μια πλασματική αύξηση τού αριθμού των θυμάτων τού σταλινικού τρόμου. Προσφάτως, μια αμερικανίδα ιστορικός υπολόγισε ότι ο αριθμός των εκτελέσεων που πράγματι συνέβησαν ήταν «δέκα φορές μικρότερος» από τις τρέχουσες εκτιμήσεις.[605] Δεν παύει, βεβαίως να είναι αδιαμφισβήτητη η φρίκη που συνόδευσε την καταστολή μεγάλης κλίμακας. Ωστόσο, αξιοσημείωτη και αποκαλυπτική είναι η προχειρότητα με την οποία αντιμετωπίζουν το θέμα ορισμένοι ιστορικοί επιστήμονες και δογματικοί ιδεολόγοι, που δεν περιορίζονται μόνο στο να διογκώνουν τους αριθμούς. Πάνω σε ένα κενό ιστορικοπολιτικό φόντο, η κατασκευή τού μύθου των δίδυμων τεράτων θα προχωρήσει ένα ακόμη βήμα: με το ολοκαύτωμα που διέπραξε η ναζιστική Γερμανία κατά των Εβραίων, ιδιαίτερα αμέσως μετά την αποτελμάτωση τού πολέμου στο ανατολικό μέτωπο, θα ισοδυναμούσε το ολοκαύτωμα που διαπράχθηκε προηγουμένως — στις αρχές τής δεκαετίας τού ’30 — από την σταλινική ΕΣΣΔ σε βάρος των Ουκρανών (το επονομαζόμενο Χολοντομόρ)· στην προκειμένη δε περίπτωση θα επρόκειτο για ένα προμελετημένο «τρομοκρατικό έγκλημα λιμοκτονίας» που θα οδηγήσει σε ένα «τεράστιο Μπέργκεν-Μπέλσεν», με άλλα λόγια στη δημιουργία ενός απέραντου στρατοπέδου συγκέντρωσης.[606]

Ανάμεσα σε εκείνους που υποστηρίζουν τη θέση αυτή, ξεχωρίζει ιδιαίτερα ο Ρόμπερτ Κόνκουεστ. Οι επικριτές του τον κατηγορούν ότι, κατά την εν λόγω περίοδο, συνεργαζόταν με την υπηρεσία παραπληροφόρησης των αγγλικών μυστικών υπηρεσιών και ότι απέκτησε πρόσβαση στον ουκρανικό φάκελο εκμεταλλευόμενος την ιδιότητά του αυτή.[607] Αλλά ακόμη και οι εγκωμιαστές του παραδέχονται την ύπαρξη ενός αξιοσημείωτου στοιχείου: ο Κόνκουεστ είναι «βετεράνος τού Ψυχρού Πολέμου» και έγραψε το βιβλίο του στο πλαίσιο μιας «επιχείρησης πολιτικο-πολιτισμικού χαρακτήρα» που διενεργήθηκε υπό την εν γένει εποπτεία και καθοδήγηση τού αμερικανού προέδρου Ρόναλντ Ρίγκαν και η οποία απέφερε «πολλούς καρπούς: αφενός μεν, άσκησε σημαντική επίδραση στη διεθνή συζήτηση σχετικά με τη σημασία και τους περιορισμούς των γκορμπατσοφικών μεταρρυθμίσεων· αφετέρου δε, ως αποτέλεσμα τής στάσης που υιοθέτησε το Κογκρέσο των ΗΠΑ, επέδρασε αποφασιστικά στη ριζοσπαστικοποίηση των αυτονομιστικών ρευμάτων τής Ουκρανίας».[608] Με άλλα λόγια, το βιβλίο δημοσιεύθηκε στο πλαίσιο ενός πολιτικο-πολιτισμικού εγχειρήματος που αποσκοπούσε στο να δοθεί η χαριστική βολή στην ΕΣΣΔ, μέσω τού διεθνούς διασυρμού τής χώρας ως υπεύθυνης για τη διάπραξη επονείδιστων πράξεων, απόλυτα συγκρίσιμων με εκείνες που καταλογίζονται στο Τρίτο Ράιχ, και τής ενίσχυσης φυγόκεντρων και διασπαστικών τάσεων στο εσωτερικό της ως συνέπεια τής συνειδητοποίησης τού λαού-θύματος τού εν λόγω «ολοκαυτώματος» — ενός λαού που δεν θα μπορούσε πλέον να συνυπάρξει κάτω από την ίδια κρατική στέγη με τους δημίους του. Ας μην ξεχνάμε ότι την ίδια περίοδο δημοσιεύθηκε, ταυτόχρονα με το βιβλίο του για την Ουκρανία, ένα άλλο του βιβλίο (σε συνεργασία με κάποιον Τζ. Μ. Γουάιτ), στο οποίο δίνει στους συμπολίτες του συμβουλές επιβίωσης σε περίπτωση πιθανής (ή επαπειλούμενης) εισβολής των δυνάμεων τής Σοβιετικής Ένωσης (What to Do When the Russians Come: A Survivalist’s Handbook [«Τι να κάνετε όταν έρθουν οι Ρώσοι: Οδηγός Επιβίωσης»]).[609]

Βέβαια, σε κάθε περίπτωση και ανεξάρτητα από τα πολιτικά κίνητρα στα οποία βασίζεται, κάθε θέση πρέπει να εξετάζεται σύμφωνα με την χρησιμοποιούμενη επιχειρηματολογία. Δεν αποκλείεται ο ισχυρισμός ότι ο «τρομοκρατικός λιμός» ήταν προμελετημένο έγκλημα τού Στάλιν με σκοπό την εξολόθρευση τού ουκρανικού λαού να αποδειχθεί πειστικότερος σε σχέση με τη θέση που υποστηρίζει ότι οι ΗΠΑ τού Ρίγκαν αντιμετώπιζαν τον άμεσο κίνδυνο τής εισβολής των στρατευμάτων τής ΕΣΣΔ τού Γκορμπατσόφ! Ας στρέψουμε τώρα την προσοχή μας στην Ουκρανία των αρχών τής δεκαετίας τού ’30. Το 1934, επιστρέφοντας από ένα ταξίδι του στη Σοβιετική Ενωση, κατά τη διάρκεια τού οποίου επισκέφτηκε και την Ουκρανία, ο γάλλος πρωθυπουργός Εντουάρ Εριό διαψεύδει τόσο την ύπαρξη προμελέτης όσο και τη σοβαρότητα και την έκταση τού λιμού.[610] Εφόσον προέρχονται από τον ηγέτη μιας χώρας που τον επόμενο χρόνο θα συνάψει σύμφωνο συμμαχίας με την ΕΣΣΔ, οι διαβεβαιώσεις του αυτές θεωρούνται γενικά ότι έχουν ελάχιστη αξιοπιστία. Υπεράνω πάσης αμφισβήτησης είναι, ωστόσο, η μαρτυρία που περιέχεται στις εκθέσεις των διπλωματών τής φασιστικής Ιταλίας. Ακόμα και στο αποκορύφωμα τής σκληρής καταστολής σε βάρος των «αντεπαναστατών», υπήρχαν διάφορες πρωτοβουλίες προς την αντίθετη κατεύθυνση: μαθαίνουμε λοιπόν ότι στρατιώτες «στέλνονται στην ύπαιθρο για να βοηθήσουν στις αγροτικές εργασίες», ότι συνεργεία εργατών τρέχουν να επισκευάσουν τα μηχανήματα· ότι, παράλληλα με «τη βίαιη καταστολή τής εκδήλωσης των ουκρανικών αυτονομιστικών τάσεων», ακολουθείται μια «πολιτική ανάδειξης των ουκρανικών εθνικών χαρακτηριστικών», με την οποία επιχειρείται η προσέλκυση και προσέγγιση «των Ουκρανών τής Πολωνίας έτσι ώστε να καταστεί πιθανή και επιθυμητή η ένωσή τους με τους Ουκρανούς τής ΕΣΣΔ»· και ότι ο στόχος αυτός επιδιώκεται μέσω τής ενθάρρυνσης τής ελευθερίας τής ουκρανικής γλωσσικής και πολιτισμικής έκφρασης, όπως και μέσω τής καλλιέργειας και προβολής των ουκρανικών παραδόσεων και εθίμων.[611] Ο Στάλιν, λοιπόν, επιδίωκε να φέρει πιο κοντά τους «Ουκρανούς τής Πολωνίας» με τους σοβιετικούς Ουκρανούς, εφαρμόζοντας πολιτική λιμοκτονίας εις βάρος των τελευταίων! Από ότι φαίνεται, όμως, τα σοβιετικά στρατεύματα που εισέβαλαν, αμέσως μετά την έναρξη τού Β΄ παγκόσμιου πολέμου, στα εδάφη που μέχρι τότε βρίσκονταν υπό τον έλεγχο τής Πολωνίας έτυχαν ευνοϊκής υποδοχής από τον τοπικό πληθυσμό.[612]

Ας δούμε τώρα την εικόνα που προκύπτει από τη στάση που κράτησαν άλλοι εχθροί τού Στάλιν, προερχόμενοι αυτή τη φορά από το εσωτερικό τού κομμουνιστικού κινήματος. Ο Τρότσκι, που, όπως είναι γνωστό, γεννήθηκε στην Ουκρανία και ο οποίος στα τελευταία χρόνια τής ζωής του ασχολείται επανειλημμένα με τα προβλήματα τής γενέθλιας χώρας του, τάσσεται υπέρ τού αυτονομιστικού κινήματος· καταδικάζει μεν την αγριότητα τής καταστολής, ωστόσο, αν και δεν φείδεται κατηγοριών σε βάρος τού Στάλιν (τον οποίο μάλιστα συγκρίνει επανειλημμένως με τον Χίτλερ), δεν κάνει καμία αναφορά στο προσχεδιασμένο από τη Μόσχα «ολοκαύτωμα τής πείνας».[613] Ο Τρότσκι υπογραμμίζει ότι «οι ουκρανικές μάζες διακατέχονται από άσπονδο μίσος για τη σοβιετική γραφειοκρατία», αλλά εντοπίζει την αιτία αυτής τής κατάστασης στην «καταπίεση τής ουκρανικής ανεξαρτησίας». Αν κρίνουμε με βάση την κυρίαρχη σήμερα αντίληψη, το Χολοντομόρ θα πρέπει να έλαβε χώρα στις αρχές τής δεκαετίας τού τριάντα· όμως, σύμφωνα με τον Τρότσκι, «το ουκρανικό ζήτημα επιδεινώθηκε στις αρχές αυτού τού χρόνου», δηλαδή στις αρχές τού 1939.[614] Κατά το πρότυπο τού Στάλιν, ο ηγέτης τής αντισταλινικής αντιπολίτευσης θα επιθυμούσε εξίσου την ένωση όλων των Ουκρανών, έστω και αν θεωρούσε ότι αυτό θα επιτυγχανόταν στους κόλπους ενός αυτόνομου και ανεξάρτητου κράτους και όχι στο πλαίσιο τής ΕΣΣΔ: μα από τη στιγμή που απέφευγε σκόπιμα να αναφερθεί στη διαπραχθείσα γενοκτονία, τι νόημα θα είχε η κατάρτιση και διατύπωση τού εν λόγω σχεδίου ένωσης; Για τον Τρότσκι, η δολιότητα τής σοβιετικής γραφειοκρατίας συνίσταται στο ότι ανεγείρει μνημεία για να τιμήσει, δήθεν, τον μεγάλο ουκρανό εθνικό ποιητή (Τάρας Σεβτσένκο), με απώτερο όμως σκοπό να εξαναγκάσει τους Ουκρανούς να υποβάλουν τα σέβη τους στους μοσχοβίτες καταπιεστές, μιλώντας στη γλώσσα τού εθνικού τους ποιητή.[615] Όπως βλέπουμε, δεν τίθεται καν ζήτημα γενοκτονίας, πόσω μάλλον «εθνοκτονίας»· όσο σκληρή και αν είναι η καταδίκη εκ μέρους τού Τρότσκι τού σταλινικού καθεστώτος, το κατηγορητήριό του δεν περιλαμβάνει καμία αναφορά στη φυσική και πολιτισμική εξόντωση τού ουκρανικού λαού. Είτε προέρχονται είτε όχι από το κομμουνιστικό κίνημα, οι εχθροί τού Στάλιν τελικά συγκλίνουν στην ουσιαστική αυτή παραδοχή.

Έχει ήδη αρχίσει να διαφαίνεται ο αβάσιμος και εργαλειακός χαρακτήρας τής προταθείσας αναλογίας μεταξύ τού Χολοντομόρ και τής «τελικής λύσης». Τόσο ο Χίτλερ όσο και άλλα ηγετικά στελέχη των Ναζί δήλωναν ρητά και επανειλημμένα ότι επρόκειτο να οργανώσουν την εξόντωση των Εβραίων, που παρομοιάζονταν με βάκιλους, με ιούς, με παθογόνους οργανισμούς, η καταστροφή των οποίων θεωρείτο αναγκαία προκειμένου να αποκατασταθεί η υγεία τού κοινωνικού σώματος. Θα ήταν μάταιο να αναζητήσουμε παρόμοιες δηλώσεις εκ μέρους των σοβιετικών ηγετών όσον αφορά τον ουκρανικό (ή τον εβραϊκό) λαό. Περισσότερο ενδιαφέρον θα ήταν να συγκρίναμε την πολιτική τής σταλινικής ΕΣΣΔ έναντι τής Ουκρανίας με την αντίστοιχη τής χιτλερικής Γερμανίας. Σε πολυάριθμες δηλώσεις του, ο ίδιος ο Χίτλερ επισημαίνει ότι οι Ουκρανοί, όπως όλοι οι «υποδουλωμένοι λαοί», πρέπει να κρατηθούν μακριά από την εκπαίδευση και τον πολιτισμό· ότι ενδείκνυται επίσης η εξάλειψη τής ιστορικής τους μνήμης· ότι είναι ορθό να μην γνωρίζουν καν «γραφή και ανάγνωση».[616] Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά: «μπορούμε κάλλιστα να ζήσουμε και χωρίς» το 80-90% τού τοπικού πληθυσμού.[617] Κυρίως όμως: μπορεί και πρέπει κανείς να ξεμπερδέψει μια για πάντα με τα διανοητικά στρώματα, η εξόντωση των οποίων συνιστά την προϋπόθεση για την μετατροπή τού υποταγμένου λαού σε κάστα σκλάβων ή ημισκλάβων, προορισμένων να εργάζονται μέχρι θανάτου στην υπηρεσία τής «κυρίαρχης φυλής». Το ναζιστικό πρόγραμμα θα εξειδικευθεί σε επόμενο στάδιο από τον Χίμλερ. Το ζητούμενο ήταν η άμεση εξόντωση των Εβραίων (οι οποίοι είχαν έντονη παρουσία στους διανοητικούς κύκλους) και η μείωση στο «ελάχιστο» τού συνολικού ουκρανικού πληθυσμού, προκειμένου να ανοίξει ο δρόμος για τον «μελλοντικό γερμανικό εποικισμό». Κατ’ αυτόν τον τρόπο — όπως επισημαίνει ο ιστορικός στο βιβλίο του που ήδη μνημονεύσαμε — γίνεται φανερό ότι και στην Ουκρανία, «η οικοδόμηση τής ναζιστικής αυτοκρατορίας» και το «ολοκαύτωμα» αποτελούν δύο όψεις τού αυτού νομίσματος. Αξίζει να σημειωθεί ότι στην πραγματοποίηση τού συγκεκριμένου σχεδίου βοήθησαν ενεργά οι Ουκρανοί εθνικιστές, των οποίων οι μαρτυρίες αποτέλεσαν τη βασική πηγή για τη συγγραφή τού βιβλίου τού Κόνκουεστ και οι οποίοι επίσης έδρασαν ως κύριοι προπαγανδιστές τού έργου του.[618]

Σε σύγκριση με το Τρίτο Ράιχ η σοβιετική εξουσία κινείται στην ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση. Είναι γνωστή η πολιτική «θετικής δράσης»[‡] που προωθήθηκε από τις σοβιετικές αρχές σε σχέση με τις εθνικές μειονότητες και — για να χρησιμοποιήσουμε τους όρους που πρότεινε ο ίδιος ο Στάλιν την επαύριο τής Οκτωβριανής Επανάστασης — τους Ουκρανούς «αδερφούς και συντρόφους» μας.[619] Στην πραγματικότητα, εκείνος που προώθησε και στήριξε αποφασιστικά την πολιτική «θετικής δράσης» υπέρ τού Ουκρανικού λαού είναι ακριβώς ο φερόμενος σήμερα ως υπεύθυνος για το Χολοντομόρ. Το 1921, ο Στάλιν αποκρούει τα επιχειρήματα όσων υποστήριζαν ότι «η Ουκρανική Δημοκρατία και η ουκρανική εθνότητα δεν ήταν τίποτα άλλο παρά επινόηση των Γερμανών»: αντιθέτως, «είναι σαφές […] ότι υπάρχει ουκρανική εθνότητα και η ανάπτυξη τής κουλτούρας της είναι καθήκον για τους κομμουνιστές».[620] Με βάση τις παραδοχές αυτές θα προχωρήσει ο «εξουκρανισμός» τής κουλτούρας, τής εκπαίδευσης, τού Τύπου και των εκδόσεων βιβλίου, των κομματικών στελεχών και τού κρατικού μηχανισμού. Ισχυρή ώθηση στην εφαρμογή τής πολιτικής αυτής θα δώσει ο Λαζάρ Καγκάνοβιτς, ένας από τους έμπιστους συνεργάτες τού Στάλιν, ο οποίος τον Μάρτιο τού 1925 γίνεται γραμματέας τού κόμματος στην Ουκρανία.[621] Τα αποτελέσματα δεν άργησαν να φανούν: το 1931, η έκδοση βιβλίων στα ουκρανικά «έφτασε στο απόγειό της, με 6.218 τίτλους βιβλίων επί συνόλου 8.086, που ισοδυναμεί με ποσοστό σχεδόν 77% τού αριθμού των εκδιδόμενων τίτλων βιβλίων», ενώ «το ποσοστό των Ρώσων στο κόμμα, που το 1922 ανερχόταν στο 72%, μειώθηκε στο 52%». Θα πρέπει, επίσης, να λάβουμε υπόψη και την ανάπτυξη τού ουκρανικού βιομηχανικού συστήματος, η αναγκαιότητα τής οποίας επισημαίνεται επανειλημμένα από τον Στάλιν.[622]

Θα μπορούσε κανείς να επιχειρήσει να υποβαθμίσει τη σημασία των στοιχείων αυτών, εστιάζοντας στο μονοπώλιο τής εξουσίας που είχε συγκεντρώσει και συνέχιζε να ασκεί από τη Μόσχα το Κομμουνιστικό Κόμμα τής Σοβιετικής Ένωσης. Και όμως, ήταν τέτοιος ο αντίκτυπος τής πολιτικής αυτής τού «εξουκρανισμού», που κατάφερε να πυροδοτήσει έντονες αντιδράσεις από την πλευρά των Ρώσων:

Αυτοί οι τελευταίοι δεν ήταν ούτως ή άλλως ικανοποιημένοι από τον τρόπο αντιμετώπισης τού εθνικού ζητήματος στην ΕΣΣΔ. Η εξίσωση τής Ρωσίας με τις υπόλοιπες ομόσπονδες δημοκρατίες «έτσουζε», τα δικαιώματα που αναγνωρίστηκαν στις μειονότητες εντός τής Ρωσικής Δημοκρατίας προκαλούσαν δυσφορία, η αντιρωσική ρητορική τού καθεστώτος εξόργιζε […] και το γεγονός ότι οι Ρώσοι ήταν η μόνη εθνότητα στην ομοσπονδία χωρίς δικό της κόμμα και ακαδημία επιστημών ξεπερνούσε κατά πολύ τα όρια τού ανεκτού.[623]

Εκτός τού ότι είναι άστοχη η απόπειρα σύγκρισης ανάμεσα στη ναζιστική και τη σοβιετική πολιτική, διαπιστώνουμε ότι, στην πραγματικότητα, η τελευταία υπερέχει και έναντι τής αντίστοιχης πολιτικής των «Λευκών» (που τύγχανε μάλιστα και τής υποστήριξης τής φιλελεύθερης Δύσης). Κάτι που και ο ίδιος ο Κόνκουεστ τελικά αναγκάζεται, θέλοντας και μη, να το παραδεχτεί. Συμβαδίζοντας με τη γραμμή που ακολουθήθηκε από την τσαρική απολυταρχία, ο Ντενίκιν «αρνιόταν να αποδεχθεί την ύπαρξη των Ουκρανών». Ο Στάλιν ακολουθεί μια διαμετρική αντίθετη στάση, χαιρετίζοντας και ενθαρρύνοντας τον «εξουκρανισμό των ουκρανικών πόλεων». Λόγω τής επιτυχίας της πολιτικής αυτής, ανοίγει ένα νέο και πολλά υποσχόμενο κεφάλαιο στην ιστορία τής χώρας:

Τον Απρίλιο τού 1923, το δωδέκατο Συνέδριο τού [Κομμουνιστικού] Κόμματος εγγυάται την πλήρη νομική αναγνώριση τής πολιτικής τού «εξουκρανισμού»: για πρώτη φορά από τον 18ο αιώνα, στους προγραμματικούς στόχους μιας ισχυρής και σταθερής τοπικής κυβέρνησης περιλαμβάνονται η προστασία και η ανάπτυξη τής ουκρανικής γλώσσας και κουλτούρας […]. Επιφανείς προσωπικότητες τού πολιτισμού αρχίζουν να επιστρέφουν στη χώρα με την ειλικρινή ελπίδα ότι ακόμη και στο πλαίσιο μιας σοβιετικής Ουκρανίας θα μπορούσε να επιτευχθεί η εθνική αναγέννηση. Η πραγματικότητα δικαίωσε σε μεγάλο βαθμό τις προσδοκίες τους, τουλάχιστον για ορισμένα χρόνια: η ευρεία κυκλοφορία και διάδοση, σε όλες τις κοινωνικές τάξεις, ποιητικών, λογοτεχνικών, γλωσσολογικών και ιστορικών έργων έγινε δεκτή με θερμές εκδηλώσεις από το κοινό, ενώ επίσης πραγματοποιήθηκε σε μεγάλη κλίμακα η επανέκδοση έργων τής προγενέστερης λογοτεχνικής παράδοσης.[624]

Είδαμε ότι στην Ουκρανία αυτή η πολιτική ίσχυε ήδη και βρισκόταν σε πλήρη ανάπτυξη στις αρχές τής δεκαετίας τού τριάντα. Βέβαια στη συνέχεια, θα μεσολαβήσουν μια μεγάλη εσωτερική διαμάχη και ο λιμός. Παραμένει ωστόσο μυστήριο ο τρόπος με τον οποίο πραγματοποιήθηκε τόσο σύντομα η μετάβαση από μια ριζοσπαστική πολιτική «θετικής δράσης» υπέρ των Ουκρανών στον κεντρικό σχεδιασμό τής εξόντωσής τους. Όμως καλό είναι να μην ξεχνάμε ότι οι ουκρανικοί εθνικιστικοί κύκλοι διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στην επεξεργασία και διακίνηση τής θέσης για το Χολοντομόρ: πρόκειται για τους ίδιους κύκλους που, αφού προηγουμένως, κατά τη διάρκεια τού εμφυλίου,[625] είχαν ενορχηστρώσει «αθρόους διωγμούς» κατά των Εβραίων, συνεργάστηκαν συχνά με τους ναζί εισβολείς που ανέλαβαν την προώθηση και εφαρμογή τής πολιτικής τής «τελικής λύσης». Έχοντας χρησιμεύσει ως εργαλείο για τη δαιμονοποίηση τού εχθρού και ως λουτρό καθαρισμού των ιδίων αμαρτημάτων, η θέση περί ουκρανικού ολοκαυτώματος θα μετατραπεί, κατά την τελική φάση τού ψυχρού πολέμου, σε ισχυρότατο ιδεολογικό όπλο στο πλαίσιο τής πολιτικής διαμελισμού τής Σοβιετικής Ένωσης.

Μια τελευταία παρατήρηση: στη διάρκεια τού 20ού αιώνα, διατυπώθηκαν αναρίθμητες καταγγελίες διάπραξης «ολοκαυτωμάτων» και «γενοκτονιών». Έχουμε ήδη συναντήσει πολλά τέτοια παραδείγματα. Επιτρέψτε μου να αναφέρω ακόμη ένα: στο φύλλο τής 20ής Οκτωβρίου 1941 τής εφημερίδας Chicago Tribune δημοσιεύθηκε μια φλογερή έκκληση τού Χέρμπερτ Χούβερ για τον τερματισμό τού αποκλεισμού που επιβλήθηκε από τη Μεγάλη Βρετανία στη Γερμανία. Ο πόλεμος εξολόθρευσης που εξαπέλυσε πριν μερικούς μήνες το Τρίτο Ράιχ εναντίον τής Σοβιετικής Ένωσης μαινόταν ακόμη, όμως στο κείμενο τής έκκλησης τού Αμερικανού [πρώην] προέδρου δεν υπάρχει η παραμικρή σχετική αναφορά. Το κείμενο επικεντρώνεται στις φρικτές συνθήκες διαβίωσης τού άμαχου πληθυσμού των κατεχομένων χωρών (στη Βαρσοβία, «το ποσοστό παιδικής θνησιμότητας ανέρχεται στο δεκαπλάσιο τού ποσοστού γεννήσεων») και καλεί να δοθεί τέλος στο εν λόγω «ολοκαύτωμα», που δεν εξυπηρετεί κανένα ουσιαστικό σκοπό, δεδομένου ότι δεν μπορεί να ανακόψει την πορεία τής Βέρμαχτ.[626] Είναι προφανές ότι η επιδίωξη τού Χούβερ ήταν να πλήξει την αξιοπιστία των εμπόλεμων χωρών, υπέρ των οποίων ο Φ.Ντ. Ρούζβελτ ετοιμαζόταν να παρέμβει στρατιωτικά: σήμερα δεν υπάρχει καν η μνήμη τού υποτιθέμενου «ολοκαυτώματος», για το οποίο ο υπέρμαχος τής πολιτικής τού απομονωτισμού επέρριψε ευθύνες στην κυβέρνηση τού Λονδίνου και εν μέρει στην Ουάσιγκτον.

Σημειώσεις
604. Arendt (1966), σελ. 440-441 και 448-449 (= Arendt, 2002, σελ. 786-787 και σελ. 797, σημ. 147).
605. Goldman (2007), σελ. 5.
606. Conquest (1988), σελ. 3-6.
607 Tottle (1987), σελ. 86.
608 Argentieri (2004), σελ. VII-VIII.
609 Tottle (1987), σελ. 86.
610 Στο ίδιο, σελ. 15.
611 Losurdo (1996), κεφ. V, § 9.
612 Wolkogonow (1989), σελ. 484; Mayer (2000), σελ. 670-671.
613 Trotski (1988), σελ. 1173 επ.
614 Στο ίδιο, σελ. 1241 και 1243.
615 Στο ίδιο, p. 1174-1175.
616 Hitler (1989), σελ. 215,
617 Στο Kershaw (2000), σελ. 434.
618. Lower (2005), σελ. 8 και σποράδην· Sabrin (1991), σελ. 3-13· Tottle (1987), σελ. 75 και επ.
[‡ affirmative action: στο πρωτότυπο]
619 Staline (1971-73), τόμ. 4, σελ. 6.
620 Staline (1971-73), τόμ. 5, σελ. 42 (= Staline, 1950, σελ. 116).
621 Graziosi (2007), σελ. 205.
622 Στο ίδιο, σελ. 311 και 202.
623 Στο ίδιο, σελ. 203-204.
624 Conquest (1988), σελ. 49-50 και 61-62
625 Figes (1997), σελ. 678-679.
626 Στο Baker (2008), σελ. 411.

Βιβλιογραφία
Arendt H. (1966), The Origins of Totalitarianism, New Edition, Harcourt, Brace & World, Inc. New York.
Τής ιδίας (2002), Les Origines du totalitarisme. Quarto. Gallimard, Paris.
Argentieri F. (2004), στο Conquest (2004).
Baker N. (2008), Human Smoke. The Beginnings of World War II, the End of Civilisation. Simon & Schuster, London-NewYork
Conquest R. (1988), The Harvest of Sorrow. Soviet Collectivization and the Terror-Famine, (1986) Arrow Books, London.
Τού ιδίου (2004), Raccolto di dolore. Collettivizzazione sovietica e carestia terroristica (1986), Liberal, Roma.
Figes O. (1997), A People’s Tragedy. The Russian Revolution 1891-1924 (1996), PIMLICO, Random House, London
Goldman W.Z. (2007), Terror and Democracy in the Age of Stalin. The Social Dynamics of Repression, Cambridge University Press, Cambridge.
Graziosi A. (2007), L’ URRS di Lenin e Stalin. Storia dell’Unione sovietica 1914-1945, Il Mulino, Bologna.
Hitler A. (1989), Tischgespräche, (εισαγ. παρουσ.) M. Domarus, Süddeutscher Verlag, München.
Kershaw Ι. (2000), Hitler 1936-45: Nemesis, The Penguin Press, London.
Losurdo D. (1996), Il revisionismo storico. Problemi e miti, Laterza, Roma-Bari.
Lower W. (2005), Nazi Empire-Building and the Holocaust in Ukraine, The University of North Carolina Press (in association with the United States Holocaust Museum), Chapel Hill.
Mayer, A.J. (2000), The Furies. Violence and Terror in the French and Russian Revolution, Princeton University Press, Princeton.
Sabrin B.F. (εισαγ. παρουσ.) (1991), Alliance for Murder. The Nazi-Ukrainian Nationalist Partnership in Genocide, Sarpedon, New York.
Staline J. (1950), Le marxisme et la question nationale et coloniale, Éditions Sociales, Paris.
Τού ιδίου (1971-73), Werke, Roter Morgen, Hamburg.
Trotski L.D. (1988), Schriften. Sowjetgesellschaft und stalinistische Diktatur, (εισαγ. παρουσ.) H. Dahmer κ.ά., Rasch und Röhring, Hamburg.
Tottle D. (1987), Fraud, Famine and Fascism. The Ukrainian Genocide Myth from Hitler to Harvard, Progress Books, Toronto.
Wolkogonow D. (1989), Stalin, Triumph und Tragödie. Ein politisches Porträt, Claassen, Düsseldorf (γερμ. μετφρ.)

D.Losurdo, Staline, histoire et critique d’une légende noire, σελ.292-99
5.6. Τέλεια συμμετρία και αυτοάφεση αμαρτιών: Ο «αντισημιτισμός» τού Στάλιν;
Μετάφραση, αρχική δημοσίευση: Waltendegewalt

Εντούτοις, όσο εξεζητημένο κι αν είναι το παιχνίδι των μέχρι τώρα προτεινόμενων αναλογιών, η κατασκευή τού μύθου των δίδυμων τεράτων δεν φαίνεται να έχει ακόμα ολοκληρωθεί. Παρά την απόπειρα εξομοίωσης τού εβραϊκού ολοκαυτώματος με το ουκρανικό Χολοντομόρ, το όνομα τού Άουσβιτς εξακολουθεί να προκαλεί ένα ιδιάζον συναίσθημα αποτροπιασμού στη συνείδηση τής εποχής μας. Για την οριστική ολοκλήρωση τού εγχειρήματος εξομοίωσης τού Στάλιν με τον Χίτλερ θα ήταν επομένως ενδεδειγμένο να διαπιστωθεί ότι ο πρώτος έπεσε επίσης θύμα τής παραφροσύνης που είχε ως απόληξη το μαζικό έγκλημα τής εβραιοκτονίας που διέπραξε ο δεύτερος.

Ο Χρουστσόφ υπενθυμίζει ότι, στην τελευταία περίοδο τής ζωής του, ο Στάλιν υποπτευόταν ότι οι θεράποντες ιατροί των ηγετών τής χώρας συμμετείχαν στην πραγματικότητα σε μια συνωμοσία των ιμπεριαλιστών με σκοπό την εξόντωση τής ηγεσίας τής Σοβιετικής Ένωσης. Η Μυστική Έκθεση δεν περιέχει σχετική αναφορά, αλλά ανάμεσα στους γιατρούς που βαρύνονταν με υποψίες υπήρχαν και πολλοί Εβραίοι.[637] Πάνω στη βάση αυτή, γίνεται προσπάθεια να προστεθεί μια νέα και κρίσιμη λεπτομέρεια στο πορτραίτο τού σοβιετικού τέρατος: σύμφωνα με τον Μεντβέντεφ, «ο βαθύς αντισημιτισμός τού Στάλιν και των οπαδών του δεν κρατήθηκε ποτέ κρυφός από κανέναν». Όσον αφορά «τον επίσημο αντισημιτισμό τού σοβιετικού κράτους», διευκρινίζει ο Χόμπσμπαουμ, «υπάρχουν αδιαμφισβήτητες ενδείξεις που ανάγονται στην ίδρυση τού Κράτους τού Ισραήλ το 1948». Ο Ν.Μ. Νάιμαρκ, ο ήδη αναφερθείς αμερικανός ιστορικός που ειδικεύεται στη μελέτη των γενοκτονιών και τού φυλετικού μίσους, θεωρεί ελαφρά προγενέστερη την εμφάνιση τού φαινομένου: «Με το τέλος τού πολέμου θα γίνει προφανές ότι ο Στάλιν μοιράζεται πολλά κοινά σημεία με τον χιτλερικό αντισημιτισμό». Στη συνέχεια ακολουθεί ο Φυρέ, ο οποίος διαπιστώνει, χωρίς φαινομενικά να έχει συνείδηση τής υπερβολής, ότι: «[ή]δη από την αρχή τής εμφάνισης τού χιτλερισμού, ο Στάλιν δεν έδειξε την παραμικρή συμπάθεια προς τους Εβραίους.»[638] Την πιο ακραία θέση υιοθετεί φυσικά ο Κόνκουεστ: «Ο λανθάνων αντισημιτισμός που ανέκαθεν χαρακτήριζε το πνεύμα τού Στάλιν» άρχισε να εκδηλώνεται έντονα «ήδη από την περίοδο 1942-43» και έφτασε στο «αποκορύφωμά» του το 1948.[639] Στο σημείο αυτό μπορούμε να θεωρήσουμε ότι συντελείται η ολοκλήρωση τής κατασκευής τού μύθου των δίδυμων τεράτων.

Πριν ασχοληθούμε με τον εξαιρετικά ευάλωτο χαρακτήρα τής ερμηνευτικής αυτής κατασκευής, είναι αναγκαίο να επισημανθεί ότι αυτή λειτουργεί επίσης και ως μέσο για την αποποίηση των σημαντικών ευθυνών που βαρύνουν τη Δύση όσον αφορά την τραγωδία που βίωσαν οι Εβραίοι κατά τη διάρκεια τού 20ού αιώνα — μια τραγωδία σε τρεις πράξεις και πρόλογο. Το 1911, μεταφράζεται στα αγγλικά το βιβλίο τού Τσάμπερλεν «Τα θεμέλια τού 19ου αιώνα», αφιερωμένο αποκλειστικά σε μια φυλετική («άρια» και αντισημιτική) ανάγνωση τής παγκόσμιας ιστορίας. Γίνεται εύκολα αντιληπτός ο πρωταρχικός ρόλος που έπαιξε ο Αγγλογερμανός συγγραφέας ως μέντορας τού ναζισμού. Όταν ο Γκαίμπελς συναντά τον σοβαρά άρρωστο και κατάκοιτο συγγραφέα, ξεσπά, θα έλεγε κανείς, σε εγκωμιαστικό ύμνο κραυγάζοντας: «Χαίρε, πατέρα τής σκέψης μας. Πρωτοπόρε, πρόδρομε!».[640] Εξίσου ενθουσιώδης ήταν στις δηλώσεις του για τον Χίτλερ και ο Τσάμπερλεν, ο οποίος έβλεπε στο πρόσωπο τού ναζιστή ηγέτη κάτι παραπάνω από έναν σωτήρα και ελευθερωτή τού γερμανικού γένους.[641] Ακόμη και μετά την κατάκτηση τής εξουσίας, και ενώ ασχολείται πυρετωδώς με τον πόλεμο που εξαπέλυσε, ο Φύρερ θυμάται με ευγνωμοσύνη την ενθάρρυνση που κατά τη διάρκεια τής φυλάκισης του έλαβε από τον Τσάμπερλεν.[642]

Πώς έγινε λοιπόν δεκτό στην Δύση το εν λόγω κείμενο καθοριστικής σημασίας για τη διαμόρφωση τής φυλετικής ιδεολογίας και κοσμοθεώρησης τού ναζισμού; Ενθουσιώδης ήταν η αντίδραση τού βρετανικού τύπου, με πρώτη την εφημερίδα Times που δημοσίευσε διθυραμβική κριτική χαιρετίζοντας «ένα σπάνιο έργο τού οποίου οφείλουμε να αναγνωρίσουμε τη σημασία». Στην απέναντι όχθη τού Ατλαντικού, ένας πρωτοκλασάτος πολιτικός, ο Θίοντορ Ρούζβελτ, εκφράστηκε σε μεγάλο βαθμό θετικά για το βιβλίο.[643] Σε αντιδιαστολή, ο Κάουτσκι (ο οποίος την περίοδο πριν από την έναρξη τού πολέμου έχαιρε τής αμέριστης εκτίμησης όλων όσων συμμετείχαν στο εργατικό-σοσιαλιστικό κίνημα, μη εξαιρουμένου και τού Στάλιν) ήταν εκείνος που το 1914 εξέφρασε δημόσια την απέχθειά του για τον Τσάμπερλεν και για όλους ανεξαιρέτως τους «ρατσιστές θεωρητικούς». Αξίζει μάλιστα να επισημανθεί ότι το 1917 ο Στάλιν χαρακτήρισε τον Γερμανό συγγραφέα ως «επιφανή θεωρητικό τής σοσιαλδημοκρατίας», μεταξύ άλλων λόγω και τής σημαντικής του προσφοράς όσον αφορά τη δημόσια καταγγελία και διεξοδική ανάλυση τού φαινομένου τού αντισημιτισμού και των «πογκρόμ σε βάρος των Εβραίων» στην τσαρική Ρωσία.[644]

Ας περάσουμε τώρα στην πρώτη πράξη τής τραγωδίας, η οποία εκτυλίσσεται στην προεπαναστατική Ρωσία, στενή σύμμαχο των δυνάμεων τής Αντάντ κατά τη διάρκεια τού Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Θύματα καταπίεσης και διακρίσεων, οι Εβραίοι βαρύνονται με την υποψία ότι είναι ευνοϊκά διακείμενοι προς τον Γερμανό κατακτητή και εισβολέα. Το ρωσικό επιτελείο προειδοποιεί για το ενδεχόμενο επιχειρήσεων κατασκοπείας. Αρκετοί Εβραίοι κρατούνται ως όμηροι και απειλούνται με εκτέλεση σε περίπτωση που η «εβραϊκή κοινότητα» δείξει έλλειψη πατριωτισμού· οι φερόμενοι ως κατάσκοποι οδηγούνται στο εκτελεστικό απόσπασμα.[645] Τα μέτρα δεν τελειώνουν εδώ: στις αρχές τού 1915, διατάσσεται ο μαζικός εκτοπισμός τού εβραϊκού πληθυσμού των ζωνών τις οποίες είχαν αποκλείσει τα προελαύνοντα στρατεύματα τού κάιζερ Γουλιέλμου τού Β΄. Ένας από τους βουλευτές τής ρωσικής Δούμα περιγραφεί με τον ακόλουθο τρόπο τις μεθόδους που χρησιμοποιήθηκαν στην επιχείρηση εκτόπισης πληθυσμού στην [πολωνική] πόλη Ράντομ:

«[Γύρω στις 11 το βράδυ] ειδοποιήθηκαν οι κάτοικοι να εγκαταλείψουν την πόλη, με την απειλή ότι όποιος συλληφθεί το επόμενο πρωί θα εκτελείται δι’ απαγχονισμού […]. Λόγω τής έλλειψης μεταφορικών μέσων, οι ηλικιωμένοι, οι άρρωστοι και οι ανάπηροι χρειάστηκε να μεταφερθούν στα χέρια. Οι αστυνομικοί και οι χωροφύλακες μεταχειρίζονταν τους Εβραίους σαν εγκληματίες. Σε μια περίπτωση μάλιστα, σφράγισαν ερμητικά τις πόρτες ενός τραίνου και, όταν εν τέλει τις άνοιξαν, διαπίστωσαν ότι οι περισσότεροι από τους επιβάτες ήταν ετοιμοθάνατοι.»

Το μέτρο τής εκτόπισης εφαρμόστηκε σε βάρος μισού εκατομμυρίου Εβραίων και προκάλεσε τον θάνατο εκατό χιλιάδων ατόμων.[646]

Ως συνέχεια τού αγώνα εναντίον τής πολεμικής βαρβαρότητας θα ξεσπάσει η επανάσταση τού Οκτώβρη, που εφήρμοσε στην πράξη τη διδασκαλία τού Μαρξ και τού Ένγκελς. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο τελευταίος είχε επισημάνει ότι: «παρήλθε προ πολλού η εποχή τής δεισιδαιμονίας, όταν τα αίτια τής επανάστασης αναζητούνταν στις κακές προθέσεις μιας χούφτας υποκινητών».[647] Δυστυχώς επρόκειτο για μια καταστροφικά λανθασμένη εκτίμηση. Στη Ρωσία, η άνοδος στην εξουσία ενός κινήματος πιστού στις υποθήκες τού «Εβραίου Μαρξ» και με έντονη την εβραϊκή παρουσία στους κόλπους τής ηγετικής του ομάδας θα εγκαινιάσει μια περίοδο κατά την οποία θα θριαμβεύσει η θεωρία τής συνωμοσίας. Στην κατασπαραγμένη από τον εμφύλιο χώρα, βρίσκονται πλέον στην ημερήσια διάταξη οι μαζικοί διωγμοί και οι σφαγές των Εβραίων, οι οποίοι κατηγορούνται ότι κινούν τα νήματα τού μπολσεβικισμού.

Η νέα σοβιετική εξουσία λαμβάνει μέτρα προκειμένου να δοθεί τέλος στις θηριωδίες: ψηφίζονται ιδιαίτερα αυστηροί νόμοι και ο Λένιν κάνει έκκληση για την εξάλειψη τού «μίσους εναντίον των Εβραίων, […] τού μίσους εναντίον των αλλοεθνών» στο πλαίσιο μιας ομιλίας του, η οποία μάλιστα ηχογραφείται με σκοπό να την ακούσουν και τα εκατομμύρια των αναλφάβητων.[648] Η Αγγλία, η Γαλλία και οι Ηνωμένες Πολιτείες τάσσονται στο πλευρό των Λευκών και, σε αρκετές περιπτώσεις, συμμετέχουν ενεργά και δραστήρια στην αιματηρή αντισημιτική εκστρατεία. Στη διάρκεια τού καλοκαιριού τού 1918, τα αεροπλάνα των βρετανικών δυνάμεων, οι οποίες είχαν στο μεταξύ αποβιβαστεί στη βόρεια Ρωσία, προχωρούν στη μαζική ρίψη αντισημιτικών προκηρύξεων.[649] Μερικούς μήνες αργότερα τα πογκρόμ λαμβάνουν ανησυχητικές διαστάσεις, προκαλώντας τον θάνατο περίπου εξήντα χιλιάδων Εβραίων: «λέγεται ότι τα πογκρόμ οργανώθηκαν με την κρυφή υποστήριξη των συμμαχικών στρατευμάτων που εισέβαλαν στη Ρωσία».[650] Όπως επισημαίνουν αρκετοί διακεκριμένοι ιστορικοί, πρόκειται για ένα «πρελούδιο» των «ναζιστικών εγκλημάτων», «τής εξολόθρευσης τού Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου»,[651] και μάλιστα ένα πρελούδιο με την ενεργό συμμετοχή τής Μεγάλης Βρετανίας, που ήταν τότε επικεφαλής τής αντιμπολσεβικικής σταυροφορίας.

Περνάμε έτσι στην τρίτη πράξη τού δράματος. Παρά τη δυτική βοήθεια οι Λευκοί ηττώνται από τους Μπολσεβίκους και εκπατρίζονται στη Δύση, φέρνοντας μαζί τους την αντίληψη ότι η επανάσταση τού Οκτώβρη αποτελεί εβραιομπολσεβίκικη συνωμοσία, όπως επίσης και τα περίφημα Πρωτόκολλα τής Σιών που παρουσιάζονται ως αδιαμφισβήτητη απόδειξη τής συγκεκριμένης ερμηνείας.

Η εξέλιξη αυτή δεν είναι χωρίς συνέπειες. Στην Αγγλία, το εθνικό «τυπογραφείο τής Αυτού Μεγαλειότητος» προχωράει στην εκτύπωση τής αγγλικής έκδοσης των Πρωτοκόλλων, τα οποία προκαλούν μεγάλη αίσθηση, όταν αμέσως μετά τη δημοσίευσή τους αναφέρονται από τους Times ως απόδειξη ή τεκμήριο για την ύπαρξη ενός μυστικού σχεδίου για την καταστροφή τής Δύσης.[652] Κατ’ αυτόν τον τρόπο αναπτύσσεται μια εκστρατεία, με τη συμμετοχή και τού ίδιου τού Ουίνστον Τσόρτσιλ, η οποία επικεντρώνεται στην καταγγελία τού ρόλου που έπαιξε ο Ιουδαϊσμός στην εμφάνιση, από τις αρχές τού 18ου αιώνα, ανατρεπτικών τάσεων, όχι μόνο στη Ρωσία, αλλά και γενικότερα στη Δύση.

«Αυτό το εβραϊκό κίνημα δεν είναι νέο φαινόμενο. Από την εποχή ήδη τού Σπάρτακους Βάισχάουπτ [ιδρυτή τού Τάγματος των «Πεφωτισμένων» τής Βαυαρίας], μέχρι και την εποχή τού Καρλ Μαρξ, όπως ακριβώς και στις μέρες μας με τον Τρότσκι (Ρωσία), τον Μπέλα Κουν (Ουγγαρία), τη Ρόζα Λούξεμπουργκ (Γερμανία), και την Έμμα Γκόλντμαν (ΗΠΑ), η παγκόσμια αυτή συνωμοσία — για την ανατροπή τού πολιτισμού και τον κοινωνικό μετασχηματισμό στη βάση ενός μοντέλου καθηλωμένης ανάπτυξης, ενός αισθήματος φθόνου και μοχθηρίας και ενός ανέφικτου ιδανικού ισότητας — απλώνει τα πλοκάμια της παντού. Και, όπως πολύ εμπεριστατωμένα απέδειξε μια σύγχρονη συγγραφέας, η κ. Γουέμπστερ, ήταν καθοριστικός ο ρόλος του και στην τραγωδία τής Γαλλικής Επανάστασης. Ήταν η κινητήρια δύναμη πίσω από κάθε ανατρεπτική τάση κατά τον 19ο αιώνα. Και σήμερα αυτή η συμμορία περιέργων προσωπικοτήτων από τα καταγώγια των ευρωπαϊκών και αμερικανικών μεγαλουπόλεων έχει καθίσει στον σβέρκο τού ρωσικού λαού. Έγιναν πράγματι οι απόλυτοι και οι αδιαμφισβήτητοι κύριοι ενός ισχυρού κράτους.» [Ουίνστον Τσόρτσιλ] [653]

Ακόμα και το 1937, ο Τσόρτσιλ, εκφράζοντας συγχρόνως την επιδοκιμασία του για τον Χίτλερ, δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην εβραϊκή καταγωγή ενός εξέχοντος ηγετικού στελέχους τής μπολσεβίκικης επανάστασης, τού «Λεβ Τρότσκι, γνωστού και ως Μπρονστάιν». Κι αυτό γιατί «αυτός ποτέ δεν έπαψε να είναι Εβραίος. Η ιδιότητά του αυτή είναι ανεξάλειπτη».[654]

Στην άλλη όχθη τού Ατλαντικού, στις ΗΠΑ, ο Χένρι Φορντ είναι εκείνος που θα φροντίσει για τη διάδοση και προώθηση των Πρωτοκόλλων τής Σιών δηλώνοντας ότι «η ρωσική επανάσταση έχει φυλετική και όχι πολιτική προέλευση». Και, χρησιμοποιώντας «ανθρωπιστική» και «σοσιαλιστική» ορολογία, θα συνεχίσει υποστηρίζοντας ότι η επανάσταση αυτή δεν αποτελεί παρά την έκφραση μιας «φυλετικής φιλοδοξίας με στόχο την παγκόσμια κυριαρχία».[655] Εκτός από τον μεγιστάνα τής βιομηχανίας αυτοκινήτων βλέπουμε επίσης δύο υπερασπιστές της λευκής υπεροχής [white supremacy] να πρωτοστατούν στην εκστρατεία καταγγελίας τής μυστικής καθοδήγησης, εκ μέρους των Εβραίων, τού ρωσικού επαναστατικού κινήματος, το οποίο, μετά την ανατροπή τού τσαρικού καθεστώτος, έρχεται να συνταράξει συθέμελα τη Δύση: ο Μάντισον Γκραντ προειδοποιεί για τη «σημιτική ηγεσία» τού «μπολσεβικισμού», ενώ ο Λόθροπ Στόνταρντ[656] στιγματίζει το γεγονός ότι το «μπολσεβίκικο καθεστώς τής Σοβιετικής Ρωσίας» έχει «ιουδαϊκό, σε μεγάλο βαθμό, χαρακτήρα» (ας σημειωθεί ότι ο τελευταίος υπήρξε συγγραφέας αναφοράς για δύο αμερικανούς προέδρους· βλ. κατωτέρω, 8.3).

Μέσα σε αυτό το κλίμα, στη βορειοαμερικανική δημοκρατία πληθαίνουν οι φωνές εκείνων που ζητούν ριζοσπαστικά μέτρα για την αντιμετώπιση τού «ιουδαϊκού ιμπεριαλισμού που θέτει ως τελικό στόχο την εγκαθίδρυση τής εβραϊκής κυριαρχίας σε παγκόσμιο επίπεδο», ενώ δεν λείπουν και οι απειλές ότι θα είναι βαριά η τιμωρία που περιμένει τον λαό που συνέλαβε το επαίσχυντο αυτό σχέδιο: προαναγγέλλονται, λοιπόν, «πογκρόμ και σφαγές Εβραίων […] αδιανόητων μέχρι σήμερα διαστάσεων», σφαγές «χωρίς προηγούμενο στη σύγχρονη ιστορία».[657]

Τα προαναφερθέντα κείμενα τού Τσόρτσιλ, τού Φορντ, όπως των άλλων αμερικανών συγγραφέων, μας φέρνουν στο νου την κατά πολύ οξύτερη αντισημιτική εκστρατεία των Ναζί. Ας σημειωθεί ότι οι τελευταίοι αντλούν, σε μη αμελητέο βαθμό, τόσο ιδέες, όσο και χρηματοδότηση, στελέχη και ακτιβιστές από την αντι-μπολσεβίκικη διασπορά.[658] Χαρακτηριστικότερη είναι η περίπτωση τού Ρόζενμπεργκ, ενός από τους πλέον γνωστούς ερμηνευτές τής Οκτωβριανής Επανάστασης ως «εβραϊκής συνωμοσίας».

Διαπιστώνουμε ότι, σε όλη τη διάρκεια τής εξέλιξής της κατά τον 20ό αιώνα, η τραγωδία τού εβραϊκού λαού έλαβε χώρα με την ενεργό συμμετοχή τόσο τής φιλελεύθερης Δύσης όσο και τής προ- και αντεπαναστατικής Ρωσίας. Η κατηγορία τού αντισημιτισμού που στρέφεται εις βάρους εκείνου με την πλέον μακροχρόνια θητεία στην ηγεσία τής χώρας που προέκυψε από την επανάσταση τού Οκτώβρη, με άλλα λόγια από την υποτιθέμενη «εβραιομπολσεβίκικη συνωμοσία», έρχεται με μια μονοκοντυλιά να διαγράψει τα ιστορικά αυτά δεδομένα.

637. Khrouchtchev (1976), σελ. 122-125.
638. Medvedev (1977), σελ. 629· Hobsbawm (1990), σελ. 173· Naimark (2001), σελ. 90· Furet (1995), σελ. 439.
639. Conquest (1992), σελ. 290.
640. Goebbels (1992), σελ.247 (καταχώρηση στο ημερολόγιο στις 8 Μαΐου 1926).
641. Στο Fest (1973), σελ. 259.
642. Hitler (1980), σελ. 224 (συζήτηση στις 24-25 Ιανουαρίου 1942).
643. Poliakov (1987), σελ. 365.
644. Kautsky (1914), σελ. 83-84; πρβ. Staline (1971-73), τομ. 2, σελ. 1.
645. Lincoln (1994), σε. 141.
646. Levin (1990), τομ. 1, σελ. 28-29.
647. Marx, Engels (1955-89), τομ. 8, σελ. 5. [«Επανάσταση και Αντεπανάσταση στη Γερμανία»]
648. Lénine (1960-1971), τομ. 29, σελ. 255.
649. Poliakov (1977), σελ. 225.
650. Mosse (1990), σελ. 176.
651. Cohn (1967) σελ. 128· Mayer (1988), σελ. 5.
652. Poliakov (1977), σελ.226 και 231-232.
653. Στο Schmid (1974), σελ. 312.
654. Στο Baker (2008), σελ. 70-71.
655. Ford (1933), σελ. 128 επ. και 145.
656. Grant (1971), σελ. XXXI· Stoddard (1984), σελ. 152.
657. Bendersky (2000), σελ. 58, 54 και 96.
658. Fest (1973), σελ. 201· Poliakov (1977), σελ. 339-340.

Βιβλιογραφία
Baker N. (2008), Human Smoke. The Beginnings of World War II, the End of Civilization, Simon & Schuster, London-New York.
Bendersky J.W. (2000), The «Jewish Threat». Anti-semitic Politics of the US Army, Basic Books, New York.
Cohn N. (1967), στο Poliakov L., Histoire d’un mythe. La «conspiration» juive et les protocoles des sages de Sion, Gallimard, Paris (γαλλ. μετάφρ.).
Conquest R. (1992), Stalin Breaker of Nations, Penguin Books, New York.
Fest J.C. (1973), Hitler. Eine Biographie, Ullstein, Frankfurt a.M.-Berlin-Wien.
Ford H. (1933), Der internationale Jude (1920), Hammer, Leipzig (γερμ. μετάφρ.).
Furet F. (1995), Le passé d’une illusion. Essai sur l’idée communiste au xxe siècle, Robert Laffont-Calmann-Lévy, Paris.
Goebbels J. (1992), Tagebücher, (εισαγ. παρουσ.) R.G. Reuth, C.H. Beck, München-Zürich.
Grant M. (1971), Εισαγωγή στο L. Stoddard, The Rising Tide of Color against White World-Supremacy, επανέκδοση, Negro University Press, Westport (CT).
Hitler A. (1980), Monologe im Füherhauptquartier 1941-1944, Die Aufzeichnungen Heinrichs Heims, (εισαγ. παρουσ.) W. Jochmann, Albrecht Knaus, Hamburg.
Hobsbawm Eric J. (1990), Nation and Nationalism since 1780. Program, Myth, Reality, Cambridge University Press, Cambridge.
Kautsky K. (1914), Rasse und Judentum, Ergänzungsheft zur Neuen Zeit, n.20, 30 Οκτωβρίου, Dietz Nachfolger G.m.b.H, Stuttgart.
Khrouchtchev Ν. (1976), Rapport secret de N. Khrouchtchev présenté au XXe Congrès du PC de l’Union soviétique, (εισαγ. παρουσ.) Branko Lazitch, στο Le rapport Khrouchtchev et son histoire, Seuil, Paris.
Lénine V.I. (1960-1971), Œuvres, Éditions Sociales, Paris.
Lincoln W.B. (1994), Passage through Armageddon. The Russians in War and Revolution 1914-1918 (1986), Oxford University Press, New York-Oxford.
Marx, K., Engels F. (1955-89), Werke, Dietz, Berlin.
Mayer A.J. (1988), Why Did the Heavens not Darken? Pantheon Books, New York.
Medvedev R.A. (1977), Lo stalinismo. Origini storia conseguenze, Mondadori, Milano.
Mosse G.L. (1990), Le guerre mondiali dalla tragedia al mito dei caduti, Laterza, Roma-Bari.
Naimark N.M. (2001), Fires of Hatred. Ethnic Cleansing in Twentieth-Century Europe, Harvard University Press, Cambridge (Mass.)
Poliakov L. (1977), Histoire de l’antisémitisme. Vol.4. L’Europe suicidaire, 1870-1933, Calman-Lévy, Paris.
Τού ιδίου (1987), Le mythe aryen. Essai sur les sources du racisme et des nationalismes, Complexe, Bruxelles.
Schmid A.P. (1974), Churchills privater Krieg. Intervention und Konterrevolution im russischen Bürgerkrieg, November 1918-März 1920, Atlantis, Zürich.
Staline J. (1971-1973), Werke, Roter Morgen, Hamburg.
Stoddard L. (1971), The Rising Tide of Color against White World-Supremacy, Negro University Press, Westport (CT).

Πηγή: Leninreloaded

Weapons of Class Destruction (WCD)

WCD - (όπλα για την καταστροφή των τάξεων) παραδοσιακοί και κανούργοι τρόποι αποδόμησης του κόσμου του κεφαλαίου και των μορφών εκμεταλλευσης και εξουσίας που δημιουργά και αναπαράγει

Leave a Reply