Eduard Batalov – Οι νέες αριστερές και ο μαρξισμός

.

Από το Η φιλοσοφία της εξέγερσης: Κριτική της ριζοσπαστικής αριστερής ιδεολογίας

Μόσχα, Progress Publishers, 1975
Μτφρ.: Lenin Reloaded

 

Είναι πιθανό να μην υπήρξε ούτε ένα μεγάλο πανεπιστήμιο της δυτικής Ευρώπης, ούτε μια μεγάλης κλίμακας διαδήλωση, στα οποία να μην ακούστηκαν εκκλήσεις να εστιαστεί η προσοχή στον Μαρξ. Όταν οι φοιτητές του Χάρβαρντ, αυτής της σεβάσμιας “σχολής προφητών”, κρέμασαν ένα πανό κατά τη διάρκεια της εξέγερσής τους τον Απρίλη του 1969 που έγραφε “Οι φιλόσοφοι έχουν απλώς ερμηνεύσει τον κόσμο με διάφορους τρόπους· όμως το ζήτημα είναι να τον αλλάξεις“, απηχούσαν απλώς αυτό που είχε συμβεί σε άλλα πανεπιστήμια της Ευρώπης και της Αμερικής, όπου οι φοιτητές και τμήματα της διανόησης που έτρεφαν συμπάθεια στο κίνημα, είχαν εκδηλωθεί κατά του κατεστημένου.

 

Το ενδιαφέρον που έδειξε για τον μαρξισμό η βάση της Νέας Αριστεράς, δεν συνδεόταν βεβαίως άμεσα με την επίγνωσή της για τον επαναστατικό ρόλο της εργατικής τάξης, της οποίας η πρακτική εμπειρία αντανακλάται στη μαρξιστική θεωρία, ούτε με την επίγνωσή της για τον επαναστατικό ρόλο του μαρξισμού ως πνευματικού όπλου της εργατικής τάξης, αλλά με κάτι πολύ διαφορετικό.

 

Στον βαθμό που η Νέα Αριστερά έβλεπε την αστική κοινωνική και πολιτική θεωρία σαν κάτι που ήταν ευθέως εχθρικό στον μαρξισμό, που την έβλεπε ως απολογητική για τους θεσμούς και τις αξίες που η ίδια απέρριπτε, ο μαρξισμός της εμφανιζόταν ως μια αντιθεωρία. Ήταν για αυτόν ακριβώς το λόγο που η Νέα Αριστερά επικέντρωσε την προσοχή της στις όψεις εκείνες του μαρξισμού που αντιπαρατίθενται με την δικαίωση του καθεστώτος που ενσωματώνει η αστική ιδεολογία, ιδίως στο στοιχείο της άρνησης και της καταστροφής.

 

Μάρτυρας των ταραχών στο Χάρβαρντ θυμάται την ακόλουθη συζήτηση με έναν από τους φοιτητές του πανεπιστημίου:

 

“Τι σ’ ελκύει στον Μαρξ; …” ρώτησα έναν νεαρό συζητώντας μαζί του….
“Η ειλικρίνεια, η συνέπεια, το μίσος,” απάντησε ο νεαρός χωρίς να το πολυσκεφτεί.
“Το μίσος;” ρώτησα.
“Ναι, το μίσος για το σύστημα. Ήξερε τι έλεγε όταν απαιτούσε να καταστραφεί από τις ρίζες του. Η ‘δομή εξουσίας’, αυτή είναι ο πραγματικός εχθρός. Στις μέρες μας, παραδέχονται την ανάγκη μεταρρυθμίσεων — μεταρυθμίσεων στις φυλετικές σχέσεις, στις σχέσεις παραγωγής, στην εκπαίδευση, εν συντομία, μεταρρύθμιση του συστήματος. Όλα αυτά είναι μια νοσηρή απάτη. Το σύστημα πρέπει να καταστραφεί, όχι να μεταρρυθμιστεί.”
“Τι θα οικοδομήσετε όμως στη θέση του; Έχετε καν μάθει να οικοδομείτε;
“Σ’ αυτό το σημείο δεν φτάσαμε ακόμα”, απάντησε ο φοιτητής, δείχνοντας το αντίγραφο του Κεφαλαίου που κρατούσε και βάζοντας το δάχτυλό του στη μέση του βιβλίου.

 

Ο διάλογος αυτός είναι ενδιαφέρων, κυρίως επειδή αναδεικνύει τα κεντρικά χαρακτηριστικά της συνολικής στάσης της Νέας Αριστεράς απέναντι στον μαρξισμό. Για την απλή βάση αυτού του κινήματος, ο μαρξισμός είναι η θεωρία της ανατροπής της Δομής Εξουσίας, προσφέροντας την ηθική νομιμοποίηση της εξέγερσης. Η θετική και εποικοδομητική πλευρά του μαρξισμού αγνοείται από τον εξεγερμένο ριζοσπάστη, διότι βρίσκεται επέκεινα του φάσματος της άμεσης πρακτικής του εμπειρίας, και επειδή η “θετική” πλευρά του μαρξισμού ταυτίζεται απ’ τον ριζοσπάστη εξεγερμένο με την “θετική” προσέγγιση που βρίσκει στις απολογητικές θεωρίες της αστικής τάξης.

 

Το ενδιαφέρον αυτό δεν είναι τίποτε παρά μια παροδική ενασχόληση με τον μαρξισμό, η οποία σημαδεύει μια κάθετη αλλαγή στην συνείδηση της σημερινής νεολαίας (ιδιαίτερα των φοιτητών) και της διανόησης, και η οποία υπογραμμίζει την κρίση στην παραδοσιακή συνείδηση. Όμως αυτή η ενασχόληση πηγαίνει χέρι-χέρι με μιαν αμφίθυμη, αντιφατική προσέγγιση της μαρξιστικής θεωρίας. Η βάση δεν είναι σε θέση να προσεγγίσει τον μαρξισμό σαν μια συνολική και ιστορικά εξελισσόμενη διδασκαλία. Επιλέγει από τον μαρξισμό αυτό το οποίο ανταποκρίνεται στη δική της ριζοσπαστική-κριτική διάθεση, ενώ κριτικάρει ή απορρίπτει όλα όσα δεν ταιριάζουν σε αυτό το a priori σχήμα των πραγμάτων.

 

Η ίδια αμφίθυμη προσέγγιση στον μαρξισμό μπορεί επίσης να εντοπιστεί στα γραπτά των ιδεολόγων της Νέας Αριστεράς. Από τη μια, ένα μεγάλο μέρος τους δηλώνει συμπαθών ή ακόμα και “νεομαρξιστικό”, καθώς χρησιμοποιεί στην ανάλυσή του για την σύγχρονη κοινωνία τόσο το εννοιακό οικοδόμημα του Μαρξ όσο και πολλές βασικές μαρξιστικές θέσεις, και καθώς δηλώνει πως ο μαρξισμός είναι η μοναδική βιώσιμη θεωρία του εικοστού αιώνα. Απ’ την άλλη, απορρίπτει πολλές από τις βασικές του αρχές, αντλεί συμπεράσματα που βρίσκονται σε ευθεία αντίθεση με τις αρχές απ’ τις οποίες εκκινεί, και απαιτεί μια επανεκτίμηση του μαρξισμού.

 

Στο έργο του Κριτική του διαλεκτικού λόγου, ο Ζαν-Πολ Σαρτρ γράφει πως ο μαρξισμός ήταν “και παραμένει η φιλοσοφία του καιρού μας: δεν μπορεί να ξεπεραστεί, επειδή οι συνθήκες που τον γέννησαν δεν έχουν ακόμα ξεπεραστεί. Η σκέψη μας, όποια κι αν είναι, μπορεί να αναπτυχθεί μόνο στο δικό του έδαφος” (ο Σαρτρ συνεχίζει παρατηρώντας πως “κάθε υποτιθέμενο ξεπέρασμα του μαρξισμού μπορεί να είναι στη χειρότερη επιστροφή στην προμαρξιστική σκέψη και στην καλύτερη η εκ νέου ανακάλυψη μιας σκέψης που ήδη περιείχε μια φιλοσοφία που υποτίθεται πως ξεπεράστηκε…”). Την ίδια όμως στιγμή, ο Σαρτρ διακηρύσσει πως ο μαρξισμός είναι μια “ανεπαρκής” φιλοσοφία, η οποία έχει ανάγκη την συμπλήρωση από μια ποσότητα υπαρξισμού.

 

Σε διάφορες περιστάσεις, ο Χέρμπερτ Μαρκούζε αναφέρθηκε στον μαρξιστικό του προσανατολισμό, αλλά όπως ο Σαρτρ, είναι ένας απ’ τους ενεργότερους κριτικούς του μαρξισμού στους κύκλους των ριζοσπαστών, θεωρώντας ότι η μαρξιστική θεωρία έχει ανάγκη “επανεκτίμησης.”

 

Ο C. Wright Mills, o Regis Debray, και αρκετοί άλλοι ιδεολόγοι της ριζοσπαστικής αριστεράς, αναφέρονται στον Μαρξ και τον Λένιν καθώς επεξεργάζονται κάποιες από τις θεωρητικές τους αρχές.

 

Η αντιφατική φύση της προσέγγισης των ριζοσπαστών στον μαρξισμό αντανακλά την αντιφατική φύση της δικής τους θέσης μέσα στη σύγχρονη καπιταλιστική κοινωνία, καθώς και της θέσης των κοινωνικών στρωμάτων που εκπροσωπούν, όπως επίσης και την αντιφατική τους στάση απέναντι στην εργατική τάξη. Αποτελεί την θεωρητική αντανάκλαση του υπαρξιακού χάσματος ανάμεσα στην πραγματική τους ύπαρξη μέσα στην καπιταλιστική κοινωνική παραγωγή και την επίγνωσή τους για αυτή την ύπαρξη. Τέλος, αντανακλά την αντίφαση που ελλοχεύει ανάμεσα στην εμπλοκή μη προλεταριακών στρωμάτων που υπόκεινται στην ταξική εκμετάλλευση και το διεθνές επαναστατικό-απελευθερωτικό κίνημα, του οποίου ηγείται η εργατική τάξη.

Μια από τις χαρακτηριστικές εκδηλώσεις της διανοητικής κρίσης την οποία διέρχεται η σύγχρονη αστική φιλοσοφία και κοινωνιολογία είναι η συντριπτική επίδραση του μαρξισμού πάνω στη δεύτερη, σε όλο και μεγαλύτερο βαθμό. “Όταν η τάξη βρίσκεται σε άνοδο, επιτυγχάνει την αυτοσυνείδηση, πράγμα που επηρεάζει τους διανοούμενους από απόσταση και διακόπτει τις σκέψεις στον νου τους“, παραδέχτηκε ο Σαρτρ. Αυτή η επίδραση του μαρξισμού πάνω στην αστική διανόηση, ή τουλάχιστο πάνω σε όσους προσπαθούν να συλλάβουν την λογική της ανθρώπινης ιστορίας και να κατανοήσουν το νόημα γεγονότων που λαμβάνουν χώρα στον κόσμο, προέρχεται κυρίως από την εφαρμογή μαρξιστικών αρχών, μαζί με την παγίωση στην σύγχρονη κοινωνία (και στον καπιταλιστικό κόσμο επίσης) της θέσης των κοινωνικών εκείνων δυνάμεων για τις οποίες ο μαρξισμός προσφέρει το ζωτικό διανοητικό όπλο.

 

Ανακαλώντας στη μνήμη μια εξέγερση ενός τμήματος του φοιτητικού σώματος στη δεκαετία του 20, ο Σαρτρ βλέπει ως μια από τις αιτίες του την επίδραση του μαρξισμού, άμεσα συνδεδεμένη με την πάλη του προλεταριάτου στις καπιταλιστικές χώρες. Ο Σαρτρ θεωρεί ότι ο μαρξισμός, ως πρακτική εμπειρία, ενσωματωμένη στην δραστηριότητα της εργατικής τάξης, άσκησε τεράστια, αν και έμμεση, επίδραση στην εξέλιξη της κοσμοαντίληψης των φοιτητών εκείνον τον καιρό. Γράφει πως η μαρξιστική φιλοσοφία, “όταν εμφανίστηκε ως πραγματικός καθορισμός του προλεταριάτου, ως η βαθιά σημασία –για το προλεταριάτο και για την ίδια– της δραστηριότητάς του, άσκησε πάνω μας τεράστια έλξη, αναδιαμορφώνοντας όλη την κουλτούρα που είχαμε ήδη αφομοιώσει. Επαναλαμβάνω:  δεν ήταν η ιδέα που μας συνάρπασε. Ούτε ήταν οι συνθήκες των εργατών, για τις οποίες είχαμε μόνο μια αφηρημένη αντίληψη, αλλά όχι εμπειρία. Αλλά όχι· ήταν το ένα σε σύνδεση με το άλλο, ήταν– για να χρησιμοποιήσω την ιδεαλιστική ορολογία μας, αυτή που εκείνο τον καιρό είχε ως στόχο την απόρριψη του ιδεαλισμού– το προλεταριάτο ως ενσάρκωση και όχημα μιας ιδέας“.

Αυτό το είδος επίδρασης που παρήγαγε ο μαρξισμός, το ενσωματωμένο στην επαναστατική δράση του προλεταριάτου, πάνω στους φοιτητές και τους διανοούμενους των καπιταλιστικών χωρών, είναι χαρακτηριστικό και της σημερινής [στα τέλη της δεκαετίας του 1960] δυτικής Ευρώπης, με μια ουσιώδη όμως διαφορά: συγκεκριμένα, το ότι σήμερα, η δραστηριότητα του διεθνούς προλεταριάτου αφορά μια πολύ ευρύτερη κλίμακα από ό,τι τότε. Αυτό σημαίνει πως ανάμεσα στις επιφανείς μορφές του κόσμου της αστικής κουλτούρας, η κάποτε απούσα τάση να γίνεται παραδεκτή η αξία του μαρξισμού ως νόμιμου συστατικού του οικουμενικού, ή τουλάχιστο του δυτικού, πολιτισμού, έρχεται όλο και περισσότερο στην επιφάνεια.

 

Αναμφίβολα, αυτή η αναγνώριση αντανακλά την αντικειμενική επίδραση του μαρξισμού πάνω στη σύγχρονη αστική φιλοσοφία και κοινωνιολογία — μια επίδραση που αποκτά διαφορετικές μορφές, με την σημαντικότερη να είναι ο μετασχηματισμός του εννοιακού περιεχομένου της αστικής φιλοσοφίας και κοινωνιολογίας, ως αποτέλεσμα της αλλαγής της κοινωνικής λειτουργίας αυτών των δυνάμεων που βασίζουν τις ιδέες τους στον μαρξισμό.

 

Στο δεύτερο μισό του δέκατου ένατου και στον πρώιμο εικοστό αιώνα, ο μαρξισμός ήταν πάνω από όλα μια ιδεολογική δύναμη με την οποία οι αστοί φιλόσοφοι και κοινωνιολόγοι μπορούσαν να αναμετρηθούν ή όχι, κατά πώς προτιμούσαν. Όμως η κατάσταση άλλαξε άρδην όταν ο μαρξισμός έγινε μια απτή δύναμη, ως αποτέλεσμα της μακρόπνοης κοινωνικής αλλαγής (της ολοκλήρωσης της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στην ΕΣΣΔ, της δημιουργίας του παγκόσμιου σοσιαλιστικού συστήματος, της διακήρυξης εκ μέρους πολλών απελευθερωμένων χωρών του Τρίτου Κόσμου, ότι προτίθενται να προσανατολίσουν την πολιτική τους στη βάση του “επιστημονικού σοσιαλισμού”).

 

Στις συνθήκες αυτές, το πρόβλημα της “κριτικής” ή της “υπέρβασης” του μαρξισμού έχει καταστεί πολιτικό πρόβλημα για την αστική τάξη, πρόβλημα το οποίο μπορεί να προσπαθήσει να λύσει μέσα από την άμεση αναμέτρηση με τον μαρξισμό, μέσα από τη συζήτηση στο δικό του έδαφος, δηλαδή, μέσα από την ανάλυση των ίδιων προβλημάτων τα οποία λύνει ο σοσιαλισμός, μέσα από την εξέταση των ίδιων κοινωνικών δυνάμεων των οποίων η δομή και η λειτουργία αναλύονται στη μαρξιστική θεωρία. Αυτό όμως μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσα από την πρόταξη εναλλακτικών ως προς τις λύσεις που προτείνει ο μαρξισμός, ή με την επίδειξη πρωτοβουλίας δια της πρόταξης νέων θεωρητικών προβλημάτων στα οποία, λογικά ομιλώντας, θα όφειλε να επικεντρωθεί η μαρξιστική ανάλυση.

Το ενδιαφέρον αυτό για τον μαρξισμό ως μορφή αναπόφευκτης αυτοκριτικής των αστών κοινωνικών επιστημόνων δεν μπορεί παρά να βοηθήσει τον θεωρητικό προσανατολισμό προς αντιαστική κατεύθυνση των μαζικών καταναλωτών του έργου τους — κυρίως τα τμήματα της διανόησης και των φοιτητών.

 

Όμως πρέπει επίσης να λάβουμε υπόψη ότι αυτή η προσπάθεια των αστών φιλοσόφων να φέρουν τον μαρξισμό “πίσω” στο λιμάνι της “δυτικής κουλτούρας” και να δημιουργήσουν την εντύπωση ότι οι θεωρίες του Μαρξ αποτελούν συνέχεια των ιδεών του Λοκ, του Ρουσώ ή του Καντ, απέχει πολύ απ’ το να είναι πειστική. Ενώ υπογραμμίζει την πραγματική λογική της ανάδυσης του μαρξισμού (στον βαθμό που αυτός δεν αναδύθηκε “έξω απ’ το δρόμο της ανάπτυξης του παγκόσμιου πολιτισμού”, ενώ “έδωσε απαντήσεις σε ζητήματα που είχαν ήδη τεθεί από τα μεγαλύτερα μυαλά της ανθρωπότητας”), η τάση αυτή συσκοτίζει ταυτόχρονα το εξαιρετικά σημαντικό γεγονός ότι η επανάσταση που έφερε στις κοινωνικές επιστήμες ο μαρξισμός έδειξε πως δεν ήταν απλώς συνέχεια παλιότερων φιλοσοφικών παραδόσεων αλλά απετέλεσε επίσης μια ουσιώδη ρήξη με αυτές, μια ρήξη η οποία το καθιστά μάλλον δικαιολογημένο να βλέπουμε τον Μαρξ και όσους τον ακολούθησαν ως πολύ διαφορετικούς από τον Λοκ, τον Ρουσσώ και τον Καντ.

 

Η αδυναμία να γίνει κατανοητή αυτή η διαφορά συχνά γεννά την ιδέα, ανάμεσα στους πιο κριτικά διακείμενους εκπροσώπους της αστικής και μικροαστικής διανόησης και των φοιτητών, οι οποίοι δεν έχουν από πρώτο χέρι εμπειρία του μαρξισμού, πως είναι εφικτή η δημιουργική τους ανάπτυξη στη βάση ενός τεχνητού συνδυασμού των μαρξιστικών στοιχείων με στοιχεία διάφορων θεωριών και αναλύσεων που έχουν αναπτυχθεί έξω απ’ το έδαφός του.

 

Αυτές οι τάσεις ασκούν σημαντική επίδραση πάνω στις θέσεις που υιοθετούν οι εκφραστές της ιδεολογίας της ριζοσπαστικής αριστεράς σε σχέση με το μαρξισμό και με τη φύση της “επανεκτίμησης” του μαρξισμού που αποπειρώνται. Επιπλέον, ανάμεσα στους πνευματικούς μέντορες της Νέας Αριστεράς βρίσκονται φιλόσοφοι και κοινωνιολόγοι οι οποίοι στα πρόσφατα χρόνια έχουν παίξει σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση δυτικο-ευρωπαϊκών φιλοσοφικών συρμών μόδας.

 

Συνήθως, οι προσπάθειες για μια τέτοια “επανεκτίμηση” ανήκουν σε μια απ’ τις ακόλουθες τρεις κατηγορίες:

 

—“Συμπλήρωση” του μαρξισμού με φιλοσοφικές και κοινωνιολογικές θεωρίες που ήταν εξελικτικά δημιουργήματα των αστών κοινωνικών επιστημόνων του εικοστού αιώνα (συγκεκριμένα, στοιχεία φροϋδισμού και υπαρξισμού).

 

— Διάλυση στα επιμέρους της συνεκτικής διδαχής του Μαρξ, και κατόπιν αντιπαράθεση κάποιων όψεων της με άλλες: “οικονομισμός” εναντίον “ανθρωπισμού”, “πρώιμος” Μαρξ και “ύστερος” Μαρξ, κλπ.

 

— Ψευδείς διακρίσεις ανάμεσα στον Μαρξ και τον Λένιν, τον Ένγκελς και τον Μαρξ, κλπ.

 

Είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι οι ιδρυτές του μαρξισμού ποτέ δεν είδαν τη θεωρία τους ως κάτι αιώνιο, το οποίο να αντανακλά την οπτική όλων των κοινωνικών ομάδων και τμημάτων, ως αύταρκες θεωρητικό δόγμα. Την υπεράσπισαν όμως ως συνεκτική θεωρία. Η συνοχή του μαρξισμού πηγάζει από τον κοινωνικο-πρακτικό μονισμό του, ο οποίος αποκλείει τη δυνατότητα να αναπτυχθεί στη βάση του συνδυασμού των ιδεολογικών στοιχεών τα οποία αντλούνται από γενικεύσεις για την εμπειρία διάφορων τάξεων. Πηγάζει από την ενότητα της μαρξιστικής θεωρίας και πρακτικής, η οποία καθιστά αδύνατη την ενίσχυση του μαρξισμού με την πρόσθεση της όποιας “καθαρής” θεωηρητικής δραστηριότητας. Πηγάζει από τον προσανατολισμό του μαρξισμού, ως πνευματικής δύναμης που υλοποιείται στην δράση, προς μια συγκεκριμένη πηγή κοινωνικής αναφοράς — το προλεταριάτο. Πηγάζει από την λειτουργική διασύνδεση και αμοιβαία εξάρτηση όλων των στοιχείων της μαρξιστικής διδασκαλίας. Η ανάπτυξη του μαρξισμού δεν είναι απλώς εφικτή αλλά αναγκαία, όχι όμως στη βάση οποιασδήποτε “σύνθεσης” με στοιχεία αστικών θεωριών, αλλά στη βάση της ανάλυσης και της γενίκευσης της κοινωνικής και επιστημονικής πραγματικότητας (περιλαμβανομένων των καρπών της διανοητικής δραστηριότητας διάφορων τάξεων), μέσα από το πρίσμα της συνολικής κοινωνικής εμπειρίας του προλεταριάτου.

Weapons of Class Destruction (WCD)

WCD - (όπλα για την καταστροφή των τάξεων) παραδοσιακοί και κανούργοι τρόποι αποδόμησης του κόσμου του κεφαλαίου και των μορφών εκμεταλλευσης και εξουσίας που δημιουργά και αναπαράγει

Be first to comment