I want to quit

Χθες 11 ώρες, προχθές 10, σήμερα 12, Κυριακή, για τον Σιακόλα ρε γαμώτο ούτε σήμερα ρεπό, πολλή δουλεία, I want to quit. Στο πρώτο άκουσμα η δήλωση μου φάνηκε παράδοξη. Γιατί όχι I will quit; ή I am thinking of quiting; I want to quit…αλλά τι;

Η φράση δηλώνει μια θέληση που συγκρατείται από κάτι, από κάποιον. Τι;Ποιον; Ποιος/τι σου απαγορεύει να παραιτηθείς; Γιατί δεν πας πίσω στην Ρουμανία; Ο Τσαουσέσκου πέθανε, καλύτερα δεν είναι; Γιατί δεν παραιτείσαι να ψάξεις κάτι καλύτερο; Δεν απαγορεύεται. Δεν εκτίεις θητεία, δεν είσαι στο στρατό. Είσαι στην εργασία. Then why dont you quit?Δεν την ρώτησα. Μάλλον γιατί γνώριζα την απάντηση. Μάλλον γιατί μεταξύ των δυο μας η απάντηση ήταν τόσο προφανής, ακόμα και αν δεν κατέχουμε τις λέξεις να την αρθρώσουμε, που μια τέτοια ερώτηση θα προκαλούσε γέλιο. Μάλλον αυτό το μελαγχολικό γέλιο απελπισίας που βγάζει κάποιος όταν βρίσκετε σε μια κατάσταση που επιβάλλεται να γελάσει τον πόνο του, αλλιώς, θα κλάψει.

Πόσοι τόνοι θεωρίας ενσαρκώνονται μέσα σε αυτή την φράση! Και πόσοι τόνοι αστικής ιδεολογίας, φιλελεύθερης μπούρδας, περί ”ελευθερίας του ατόμου” γίνονται σμπαράλια σε αυτή την φράση! Ποιο φυσικό πρόσωπο σε κρατάει από το να παραιτηθείς από αυτή την άθλια μοντέρνα σκλαβιά; Κανένα. Ποιος νόμος, ποιος θεσμικός κανόνας, ποιο συνταγματικό άρθρο σου το απαγορεύει; Κανένα. Ε λοιπόν, δεν φαίνεται να υπάρχει κάποιος φραγμός. Δίκιο δεν έχουν οι αστοί; Ελέυθερη φαίνεται να είσαι. I want to quit. Τι δεν σε αφήνει;

Η αθόρυβη καταπίεση των οικονομικών σχέσεων. Αυτό. Εδώ αρχίζει και εδώ τελειώνει η ελευθερία του ατόμου στην αστική, καπιταλιστική, κοινωνία. Όχι οποιουδήποτε ατόμου, αλλά του εργαζόμενου ατόμου, του ατόμου της εργατικής τάξης. Εδώ συμπυκνώνεται, εδώ κατασταλάζει το σύνολο των κοινωνικών του σχέσεων. Παρωδία ελευθερίας, επειδή ουσιαστική ελευθερία δεν είναι η απουσία άμεσων διαταγών. Και παλέυει αυτό το άτομο με τον εαυτό του για να συνεχίσει, παλέυει ενάντια στο σώμα και την ψυχή του που δεν αντέχουν άλλο. Η ενστικτώδης λειτουργία της επιβίωσης είναι το μόνο ανάχωμα στο να μη συνεχίσει να δουλεύει, και να δουλεύει και να δουλεύει, να συνεχίσει να παράγει και να παράγει και να παράγει, μόνο και μόνο για να συνεχίσει να ζει. Μα τι ζωή είναι αυτή; λάθος, να επιβιώνει και να επιβιώνει και να επιβιώνει, λίγο ακόμα παραπάνω, για λίγα ακόμα παραπάνω εκατομμύρια ευρώ στους από πάνω, για να συνεχίσουν να συσσωρέυουν και να συσσωρεύουν και να συσσωρεύουν, λίγα ακόμα εκατομμύρια και εκατομμύρια και εκατομμύρια. Και θα ρθει ξανά στην δουλεία αύριο και αύριο και αύριο, και σέρνει την ύπαρξη του από μέρα σε μέρα. I can’t go on, I ‘ll go on. Πολλή κούραση, αβάσταχτη, δεν μπορώ άλλο λέει, θέλω να πάω σπίτι, θέλω να κοιμηθώ, θέλω να επιβίωσω. I must go on, I can’t go on, I ‘ll go on.

Profuso

Ω, πύλες του παραδείσου!

Be first to comment